Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΠΥΘΙΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α. Η σαρακοστή πριν απ’ τα Χριστούγεννα
Σαράντα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα ξεκινάει η σαρακοστή. Δηλαδή η νηστεία. Είναι, περίοδος προετοιμασίας για τη θεία Κοινωνία των Χριστουγέννων .
Την Παραμονή των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές έφτιαχναν κουλούρια. Τα μικρά παιδιά γυρνούσαν & έλεγαν τα παραδοσιακά κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Οι νοικοκυραίοι τους αντάμειβαν με κουλούρια, καρύδια και πορτοκάλια. Επίσης την ημέρα αυτή έσφαζαν το γουρούνι. Τα παιδιά της γειτονιάς μαζεύονταν & περίμεναν για τη φούσκα. Την χρησιμοποιούσαν στο παιχνίδι τους όπως τα σημερινά μπαλόνια. Δηλαδή έβαζαν στο στόμιο της ένα μασούρι & την φούσκωναν σιγά- σιγά, ενώ παράλληλα την καθάριζαν. Τέλος την άφηναν να στεγνώσει. Όταν ξεραινόταν και έπαιρνε το κατάλληλο σχήμα της έδεναν το λαιμό & έπαιζαν. Για τα παιδιά ήταν πολύ σημαντική η απόκτηση μιας τέτοιας φούσκας γιατί τα γουρούνια που έσφαζαν τα Χριστούγεννα ήταν πολύ λίγα και οι φούσκες δεν έφταναν για όλους.
Την Παραμονή των Χριστουγέννων οι οικογένειες έτρωγαν τα εννιά φαγητά, που ήταν νηστίσιμα: ψωμί, μπακλαβά, κρεμμύδια, τουρσί, φασόλια, ελιές, χαλβά βρασμένο σιτάρι και πατάτες.
Την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι πήγαιναν στην Εκκλησία και μάλιστα πολύ νωρίς το πρωί. Εξαιτίας της έλλειψης ηλεκτροδότησης στην εκκλησία πήγαιναν κρατώντας φανάρια. Μετά το τέλος της λειτουργίας επέστρεφαν στο σπίτι & έτρωγαν Χριστουγεννιάτικα φαγητά. Το απόγευμα έβγαιναν στο μεσοχώρι & γλεντούσαν.
Παρατίθεται φωτογραφία με λεζάντα
Σύμφωνα με το έθιμο το φαγητό αλλάζει τα Χριστούγεννα. Αυτό συνέβαινε για να νιώσουν οι πιστοί ότι δεν είναι μια συνηθισμένη ημέρα του χρόνου. Τα φαγητά αυτά μαγειρεύονταν μια φορά το χρόνο και επειδή τα γεύονταν μόνο σ’ αυτή την περίσταση δεν έλειπαν από κανένα τραπέζι.
Το πιο χαρακτηριστικό φαγητό των Χριστουγέννων ήταν η « μπάμπου». Φτιάχνεται απ’ τα χοντρά έντερα του γουρουνιού. Μετά τη σφαγή του έβγαζαν το έντερο και το έκοβαν σε κομμάτια 15-20 εκ. Το λεπτό έντερο το χρησιμοποιούσαν για να παρασκευάζουν λουκάνικα. Το παχύ έντερο οι νοικοκυρές το έπλεναν, το καθάριζαν καλά και το γέμιζαν με το ακόλουθο υλικό:
Μικρά κομμάτια χοιρινού συκωτιού ανάμεικτα με ψαχνό, ρύζι & πράσσο καθώς και μπαχαρικά. Μετά το γέμισμα των εντέρων τα έδεναν από τα δύο άκρα τους & τα έβραζαν. Για να μη «σκάσουν» κατά το βράσιμο τα τρυπούσαν με ένα βελόνι. Μετά το βράσιμο τα έβγαζαν και τα έτρωγαν.
Ένα άλλο παραδοσιακό φαγητό ήταν ο «ντέντους». Δηλαδή το στομάχι του γουρουνιού. Για να το μαγειρέψουν πρώτα το αναποδογύριζαν και το έπλεναν για να εξαλείψουν κάθε ίχνος ακαθαρσίας. Ο «ντέντους» γεμιζόταν με το ίδιο υλικό που γεμιζόταν η «μπάμπου» και είχε την ίδια γεύση μ’ αυτήν. Μόνο που το «ντέντο» το μαγείρευαν την δεύτερη και την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων.
Το γλύκισμα των Χριστουγέννων ήταν η γλυκόπιττα ή αλλιώς «σαραγλί». Οι νοικοκυρές άνοιγαν φύλλα (πετουρα) στούμπιζαν μέσα σε ξύλινο γουδί σουσάμι & μ’ αυτό γέμιζαν τα φύλλα. Τα φύλλα δεν τα άπλωναν στο ταψί αλλά τα «σούρωναν» και τα τύλιγα κυκλικά. Το «σαραγλί» το έψηναν στο φούρνο και το πότιζαν με σιρόπι όταν ήταν έτοιμο.
β. Το Δωδεκαήμερο
Από την ημέρα των Χριστουγέννων και για τις επόμενες 12 επικρατούσε η αντίληψη ότι οι καλικάντζαροι και τα κακά πνεύματα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι. Για το λόγο αυτό και δεν γινόταν γάμοι, αρραβώνες και βαφτίσεις. Αυτό μέχρι τον καθαγιασμό των υδάτων στις 6 Ιανουαρίου. Στις 5 Ιανουαρίου γινόταν ο καθαγιασμός των υδάτων. Οι χωρικοί πήγαιναν νωρίς στην εκκλησία, έβγαζαν τα εικονίσματα και οι νέοι, συνοδεύοντας τον ιερέα πήγαιναν στο ποτάμι. Εκεί ο Ιερέας έψελνε το «εν Ιορδάνη…»
Ένα άλλο έθιμο της περιόδου αυτής ήταν η δημιουργία της «καμήλας». Μια ομάδα παιδιών έφτιαχνε ένα ομοίωμα καμήλας. Ο ένας παρίστανε τον καμηλιέρη, ο άλλος το γιατρό και κάποιος άλλος μεταμφιεζόταν γυναίκα. Γυρνούσαν από σπίτι, σε σπίτι και ευχόταν χρόνια πολλά. Οι νοικοκυρές τους έδιναν λουκάνικα, χοιρινό και καλαμπόκια.
δ. Απόκριες
Οι Απόκριες είναι η περίοδος προετοιμασίας για το Πάσχα. Από την Κυριακή της Τυρινής δεν έτρωγαν κρέας και από την επόμενη οτιδήποτε μη νηστίσιμο. Ωστόσο τις απόκριες γιόρταζαν κάνοντας γλέντια και με το να μεταμφιέζονται. Η συνήθεια της μεταμφίεσης είχε τις ρίζες της στις αρχαίες Διονυσιακές λατρευτικές τελετές. Η περίοδος όμως που ακολουθούσε από τις Απόκριες και μετά ήταν απαλλαγμένη από κάθε ψυχαγωγική εκδήλωση. Ήταν περίοδος εξαγνισμού & ψυχικής ανάτασης. Γι’ αυτό το λόγο οι νεότεροι ζητούσαν συγχώρεση απ’ τους ηλικιωμένους. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για να δεχτούν την ανάσταση του Χριστού. Συγκεκριμένα την τελευταία Κυριακή της Απόκρεω τα νιόπαντρα ζευγάρια επισκεπτόταν τον κουμπάρο και μεγαλύτερους σε ηλικία συγγενείς για να ζητήσουν συγχώρεση.
Την Καθαρή Δευτέρα ξεκινούσε το τριήμερο. Ένα έθιμο σύμφωνα με το οποίο δεν έτρωγαν αλλά ούτε και έπιναν τίποτε. Το τριήμερο ήταν μια νηστεία που για να την κρατήσει κανείς ως το τέλος χρειαζόταν πίστη και μεγάλη θέληση. Μετά τη λήξη της νηστείας η νοικοκυρά μαγείρευε «λαγγίτες» και ένα νηστίσιμο φαγητό. Ύστερα προσκαλούσαν δύο γυναίκες συγγενείς ή γειτόνισσες για να τους κάνει το τραπέζι. Αυτές θ’ αποτελούσαν μάρτυρες για την πραγμάτωση της νηστείας.
ε. Κινητές εορτές
Οι κινητές εορτές πριν το Πάσχα ήταν η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων. Η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων ήταν το πρώτο Σάββατο μετά τις Απόκριες. Το Σάββατο του Λαζάρου γιορταζόταν μια εβδομάδα πριν το Πάσχα και ακριβώς την επόμενη ημέρα ήταν η Κυριακή των Βαΐων. Βέβαια και το Πάσχα ήταν κινητή εορτή. Το Σάββατο του Λαζάρου τα μικρά κοριτσάκια γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν για τον νοικοκύρη, για την κοπέλα του σπιτιού, για τον νέο και για το μωρό. Οι νοικοκυρές έδιναν στα κοριτσάκια βρασμένα καλαμπόκια, άσπρα αυγά και καρύδια. Το έθιμο αυτό, ήταν χαρακτηριστικό αυτής της εποχής. Έδινε μεγάλη χαρά στα παιδιά και για το λόγο αυτό ξεκινούσαν την περιφορά τους στο χωριό από πολύ νωρίς το πρωί.
Σαρακοστή Πάσχα
Όπως προαναφέρθηκε μετά την Καθαρή Δευτέρα άρχιζε η σαρακοστή για το Πάσχα. Δηλαδή η νηστεία μέχρι την ημέρα της Ανάστασης. Ήταν περίοδος αποχής από κάθε εορταστική εκδήλωση και περισυλλογής. Την Μ. Πέμπτη κάθε οικογένεια έβαφε τ’ αυγά. Γι’ αυτό και λέγεται κόκκινη Πέμπτη. Στο βάψιμο των αυγών πρωτοστατούσαν τα παιδιά. Αυτά θα ετοίμαζαν τη μπογιά, θα έφερναν ξύλα για τη φωτιά και θα έβρισκαν βότανα με παράξενα σχήματα για να στολίσουν μ’ αυτά τ΄ αυγά. Έπαιρναν λοιπόν οι γυναίκες τα ωμά αυγά, κολλούσαν πάνω τους πράσινα φυλλαράκια και τα φάσκιωναν μ’ ένα λεπτό πανί. Ύστερα έτσι σφιχτοδεμένα όπως ήταν τα έβαζαν στην κατσαρόλα και τα έβραζαν μαζί με μπογιά από βότανα. Μετά το βράσιμο έβγαζαν το πανί και το φύλλο που στη θέση του δεν μπήκε μπογιά αφήνοντας ένα άσπρο σχήμα πάνω στο κόκκινο αυγό. Παλιότερα τα αυγά δεν τα έβαφαν με τις μπογιές που τα βάφουν σήμερα γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν. Ένας τρόπος ήταν να ξεφλουδίζουν παλιά κρεμμύδια και να βράζουν τις φλούδες τους. Από τα κρεμμυδότσουφλα έβγαινε ένα ανοιχτό καφέ χρώμα που πλησίαζε το κόκκινο. Άλλος τρόπος ήταν το «ριζάρι» . Το «ριζάρι» ήταν ένα χόρτο που φύτρωνε ανάμεσα στους φράχτες των περιβολιών την άνοιξη. Είναι λεπτόφυλλο και αναρριχάται όπως το γιασεμί. Σκεπάζεται ολόκληρο από ένα λεπτό χνούδι και όταν το ακουμπήσει κανείς κολλάει πάνω του. Οι ρίζες του ήταν χοντρές και διακλαδιζόταν. Αυτές τις μάζευαν τα παιδιά και τις έβραζαν μαζί με τ’ αυτά. Το χρώμα που έβαφαν ήταν ανεξίτηλο.
Δεν υπήρχε σπίτι στο χωριό που να μην έκανε για τις γιορτές του Πάσχα τσουρέκια. Μέσα στις προετοιμασίες του Πάσχα λογαριάζονται και το ζύμωμα των τσουρεκιών, τη Μ. Πέμπτη μαζί με το βάψιμο των αυγών. Επειδή όμως διέφεραν από το ψωμί, λόγω της ύπαρξης διάφορων υλικών, (γάλα, ζάχαρη, μπαχαρικά) δεν γινόταν εύκολα και γι’ αυτό η αγωνία των γυναικών ήταν μεγάλη. Όταν η ζύμη ήταν έτοιμη τα έπλαθαν δίνοντας τους διάφορα σχήματα. Τα τοποθετούσαν σε ταψιά (λαδωμένα) και τ’ άφηναν ν’ απλοχερίσουν (φουσκώσουν). Στη συνέχεια άναβαν το φούρνο και τα έψηναν φροντίζοντας να μην καούν αλλά ούτε να τα βγάλουν ωμά. Όσην ώρα ψηνόταν τα τσουρέκια, τα παιδιά στριφογυρνούσαν στο φούρνο και περίμεναν μ’ αγωνία τη στιγμή που θα τα ξεφούρνιζαν. Όμως δεν επιτρεπόταν να τα φάνε εκείνη την ημέρα αλλά το βράδυ της Ανάστασης.
Την Μ. Παρασκευή που ο επιτάφιος ήταν στολισμένος οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία και έψελναν το μοιρολόι της Παναγίας:
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα
μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται
Σήμερα πιιάσαν το Χριστό
και παν να τον σταυρώσουν
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και
στου Χριστού τον κήπο, κάθεται
μέσα η Δέσποινα μόνη και μοναχή
της, την προσευχή της έκανε για
Το μονογενή της.
Ακούει βροντές, βλέπει αστραπές
και ταραχές μεγάλες, βγαίνει στην
πόρτα για να δει καμμιά γειτό-
νισσα της, βλέπει τον ουρανό
θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα
και το φεγγάρι το λαμπρό στο
αίμα βουτηγμένο…»
Το βράδυ της Ανάστασης όπως και σήμερα οι χωρικοί πήγαιναν στην εκκλησία. Φορούσαν τα καλά τους και κρατούσαν τις λαμπάδες τους. Στις αρραβωνιασμένες την λαμπάδα έκανε δώρο η πεθερά της και μαζί μ’ εκείνη, παπούτσια βραχιόλια και σκουλαρίκια. Μετά την Ανάσταση οι άνθρωποι κοινωνούσαν, ευχόταν χρόνια πολλά και πήγαιναν στο σπίτι τους. Εκεί έτρωγαν μαγειρίτσα, τσούγκριζαν τα βαμμένα αυγά & έτρωγαν τσουρέκια.
Πάσχα
Το Πάσχα το γιόρταζαν τρεις ημέρες. Οι χωρικοί πήγαιναν στην εκκλησία και μετά χόρευαν στο μεσοχώρι (πλατεία). Οι αρραβωνιασμένες υπό την καθοδήγηση των παντρεμένων φιλούσαν το χέρι των ηλικιωμένων και τους χάριζαν χειροποίητα κοσμήματα από χάντρες. Εκείνες με τη σειρά τους έδιναν πορτοκάλια, καραμέλες & χρήματα.
στ. Ακίνητες γιορτές της Άνοιξης
Η πιο σημαντική ακίνητη εορτή της άνοιξης ήταν η γιορτή του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου). Την ημέρα αυτή κάθε οικογένεια έσφαζε ένα αρνί. Το πρωί το ετοίμαζαν για ψήσιμο 4 με 5 γειτόνισσες άναβαν μόνο ένα φούρνο. Η καθεμιά πήγαινε ξύλα για να ψήσει το δικό της αρνί. Αφού έβαζαν τα ταψιά στο φούρνο, τοποθετούσαν στο στόμιο του ένα καπάκι και το σφράγιζαν με λάσπη για να μην μπαίνει αέρας. Όσην ώρα περίμεναν να ψηθούν τ’ αρνιά, οι γυναίκες έφτιαχναν μια κούνια. Έδεναν ένα σχοινί σ’ ένα δέντρο και σ’ αυτή την αυτοσχέδια κούνια κουνιόντουσαν οι ανύπαντρες. Επίσης τραγουδούσαν και κουβέντιαζαν πειράζοντας η μια την άλλη. Το έθιμο αυτό ήταν γνωστό ως «κουρμπάνι» και είχε ως σκοπό να θυσιαστεί ένα ζώο προς τιμή του Αγίου, εξευμενίζοντας τον. ΄Έτσι ο Άγιος θα έδιωχνε τα κακά απ’ την οικογένεια αλλά και απ’ τα χωράφια με αποτέλεσμα να ’χουν μεγάλη σοδειά.
ζ. Γιορτές του καλοκαιριού
Οι σπουδαιότερες γιορτές του καλοκαιριού ήταν η γιορτή του Αϊ- Γιάννη (24 Ιουνίου) και η Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Τον δεκαπενταύγουστο συνήθιζαν να πηγαίνουν στην εκκλησία και μετά τη λειτουργία να γλεντούν στην πλατεία του χωριού. Στην γιορτή του Αϊ- Γιάννη γινόταν το έθιμο του Κλήδονα. Την παραμονή της γιορτής μια ομάδα από τρία κορίτσια (οπωσδήποτε ανύπαντρα) πηγαίναν και έπαιρναν νερό από τρία πηγάδια. Όταν έφταναν στο πρώτο πηγάδι, το ένα από τα κορίτσια, έβγαζε ένα κουβά νερό και ένα μέρος του το έριχνε μέσα στο κανάτι που έφερναν μαζί τους. Στο δεύτερο πηγάδι νερό έβγαζε το δεύτερο κορίτσι και στο τελευταίο το τρίτο. Όλη η διαδικασία γινόταν χωρίς να μιλούν μεταξύ τους αλλά ούτε και σ’ αυτούς που θα συναντούσαν στο δρόμο τους. Γι’ αυτό και λεγόταν «αμίλητο νερό». Με την επίσκεψη και στο τελευταίο πηγάδι κι αφού γεμίσουν το κανάτι τους γύριζαν στο σπίτι που θα μπει ο κλήδονας φέρνοντας το « αμίλητο νερό». Όμως προτού κλείσει ο κλήδονας, τα ίδια κορίτσια γυρίζαν με το αμίλητο νερό σ’ όλα τα σπίτια της γειτονιάς όπου γινόταν ο κλήδονας και καθεμιά που ήθελε να πάρει μέρος σ’ αυτόν, έριχνε μέσα στην κανάτα ένα δικό της κόσμημα (δαχτυλίδι, καρφίτσα, σταυρουδάκι κ.α.) Όταν τελείωνε και αυτή η διαδικασία οι κοπέλες επέστρεφαν στη βάση τους και παρέδιναν το δοχείο μ’ όλο το περιεχόμενό του σε τρεις νιόπαντρες τώρα. Αυτές έπαιρναν το δοχείο και το τοποθετούσαν κάτω από μια τριανταφυλλιά. Το κλείδωναν με μια κλειδωνιά, το σκέπαζαν μ’ ένα πανί το άφηναν και έφευγαν. Την άλλη μέρα το απογευματάκι γύριζαν να το ανοίξουν. Εκεί θα έμενε όλη τη νύχτα για να κατέβουν οι Μοίρες να το μοιράσουν.
Το άνοιγμα του κλήδονα ήταν σωστό πανηγύρι. Τ’ απόγευμα κι ανήμερα τ’ Αϊ-Γιαννιού, όλα τα κορίτσια της γειτονιάς, στριμώχνονταν γύρω απ’ τον κλήδονα και περίμεναν μ’ αγωνία ν’ανοίξει. Ν’ανοίξει ο κλήδονας να μάθουνε το ριζικό τους. Από τη συγκέντρωση δεν απουσίαζαν οι παντρεμένες μα και οι γριές ακόμα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Και τότε ακουγόταν το δίστιχο:
«Ανοίξτε τον κλήδονα και στρώστε τα βελούδια, για να περάσει ο βασιλιάς με τη βασιλοπούλα».
Ένα κοριτσάκι 9 με 10 χρονών θα γινόταν ο αντιλαλητής του κλήδονα. Το έντυναν νυφιάτικα, το στόλιζαν και το κάθιζαν μπροστά στον κλήδονα με πλάι του έναν καθρέφτη. Το κοριτσάκι δεν θα έκανε τίποτα άλλο απ’ το να χώνει το χεράκι του στο κανάτι και να τραβάει κάθε φορά ένα σημάδι. Στο μεταξύ οι γυναίκες και τα κοριτσόπουλα, είχαν κάνει κύκλο γύρω απ’ το κοριτσάκι και περίμεναν τη σειρά τους να πουν το στιχάκι τους. Την ώρα που το παιδί πήγαινε να βγάλει το σημάδι απ’ το κανάτι, μια από τις γυναίκες απήγγειλε ένα στιχάκι που είχε θέση χρησμού. Κείνη τη στιγμή, τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα στο χέρι του παιδιού.
Σε λίγο το σημάδι φανερωνόταν. Το έπαιρνε η κάτοχος του και όλοι ήξεραν πως το στιχάκι που ειπώθηκε, ήταν γι’ αυτήν. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν για τα υπόλοιπα «σημάδια» των άλλων γυναικών.
η. Γιορτές του Φθινοπώρου ως τη γιορτή του Αγίου Φιλίππου
Το φθινόπωρο, οι σημαντικότερες γιορτές για τους χωρικούς ήταν η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού(14 Σεπτεμβρίου) και η γιορτή του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου). Στις 14 Σεπτεμβρίου οι χωρικοί νήστευαν. Το πρωί πήγαιναν στην εκκλησία. Μερικοί κουβαλούσαν μαζί τους μια γλάστρα με βασιλικό την οποία τοποθετούσαν μπροστά απ ‘ την εικόνα του Ιησού. Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς μοίραζε ένα κλωνάρι βασιλικού στον καθένα. Το κλωνάρι αυτό οι γυναίκες το χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να φτιάξουν «προζύμη» , δηλαδή μαγιά για το ψωμί. Την ημέρα αυτή αν επιχειρούσαν να φτιάξουν το ψωμί χωρίς το βασιλικό δεν φούσκωνε.