Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΝΕΑΣ ΒΥΣΣΗΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ
ΙΙΙ Πνευματικό βίος
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Σαράντα μέρες πριν απ’ τα Χριστούγεννα νήστευαν. Την πρώτη και την τελευταία εβδομάδα ούτε λάδι έτρωγαν. Από βραδύς τα Χριστούγεννα πάλι νηστήσιμο έτρωγαν. Ανήμερα Χριστούγεννα έτρωγαν κανονικά. Από βραδύς έκαμναν τα κάλαντα (κόλιντρα). Κάθε σπίτι είχε το γουρούνι του. Στις 24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων έκοβαν το γουρούνι. Τα παιδιά έκαμναν τα κόλιντρα. «Κόκοκο, μπίμπιμπι τικ τικ τικ, κόλιντρα»! αυτά ήτα τα λόγια. Τα ‘δουναν καρύδια, ξυλοκέρατα κι κάστανα. Είχαν κι ένα κουδούνι μαζί κι του χτυπούσαν. Στα κόλιντρα, στις 24 Δεκεμβρίου, το ΄κοβαν το γουρούνι. Το ‘γδερναν το ΄γδερναν το δέρμα του. Το πιτσί το ΄καμνουν τσαρούχια για να πηγαίνουν στο χωράφι. Υπήρχαν ειδικοί σφάχτες των γουρουνιών. Δεν μπορούσει ο καθένας να του σφάξει. Το μαχαίρωμα ειδικά δεν μπορούσαν να το κάμουν όλοι. Το ‘ βαζαν κι αλάτι στα πόδια. Μόλις το ‘σφαζαν άμα είχαν μικρό πιδί που κατουρούσει ακόμα απάνου του, το ‘βαζαν να κατουρήσει πάνω στο γουρούνι κι έλεγαν ότι έτσι σταματούσει το παιδί να κατουράει απάνω του. Το ΄βαζαν άλας για να γίνει χριστιανό το γουρούνι. Από το γουρούνι το ψαχνό το ‘ καμναν λουκάνικα. Το συκώτι τα Χριστούγεννα το τηγάνιζαν κι έπιναν κρασί. Το υπόλοιπο το κρέας το ΄καμναν ουσμάνικα, έτσι το ΄λεγαν. Καβουρμά χοιρινό. Μέχρι που να ΄ρθεί το καλοκαίρι είχαν. Έκαμναν από το πάχος κόκκινη κι άσπρη λίγδα. Το πάχος το έβαζαν σε μια μπάκρα μέσα στη φωτιά κι έβγαζαν το λίπος και μαγείρευαν. Το χρησιμοποιούσαν για λάδι στο μαγείρεμα. Τ’ άντερα τα ‘καμναν μπουμπάρια, το κεφάλι του Αϊ Βασιλειού πατσά. Έβραζαν το κεφάλι έκαμναν πατσά κι έτρωγαν για 2-3 μέρες. Στις 24 το βράδυ θύμιαζαν κι έκαμναν νηστίσιμα φαγητά. Έκαμναν πρασένια μιλίνα, φασόλια, τουρσιένους ντολμάδες κι το χριστόψωμο. Ένα ψωμί με το σταυρό από πάνω, που το θύμιαζαν. Το γλύκισμα ήταν ο μπακλαβάς, με τα καρύδια ή με το σουσάμι. Όταν ζύμωνε για τα Χριστούγεννα έκαμνει το Χριστόψωμο, έκαμνει του Αϊ-Βασιλειού την πίτα έκαμνει κι για τα Φώτα το ζευγάρι. Στις 15 μέρες μια φορά ζύμωναν, για όλες τις γιορτές. Όλα τα ψωμιά τότε.
Την άλλη την ημέρα, στις 25 Δεκεμβρίου, μόλις ξεπύρινε η μέρα, αρχινούσαν να κάνουν τα τεμπελέκια. Τα παλικάρια με τους νταϊρέδες, με τα μαντήλια στον ώμο, τρια-τέσσερα φύλλα αμάραντο από αριστερά. Πήγαιναν σε κάθε σπίτι, έμπαιναν μέσα, έβγαζαν τα παπούτσια τους στην άκρα, κάθουνταν στου σαντρ μι τη σειρά. Όλοι μαζί έκαμναν τα τεμπελέκια. Τα τραγούδια είχαν μια σειρά. Όσα άτομα είχει το σπίτι μέσα τα’ ξερναν αυτοί αφού ήταν χωριανοί. Όλους τους έλεγαν το τραγούδι. Αρχινούσαν πρώτα το νοικοκύρη, τη νοικοκυρά, κατά ηλικία πήγαιναν. Αν είχαν φαντάρο, αν είχαν κορίτσι για αρραβώνα, αν είχαν μαθητή τον έλεγαν το δικό του το τραγούδι. Τέλος αν είχαν κανένα μωρό το ‘ λεγαν κι κείνο το δικό του. Τα τραγούδια του δρόμου είναι άλλα κι τα τραγούδια του σπιτιού είναι άλλα.
Στο δρόμο έλεγαν:
«Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσ-
μο, στα παλικάρια και στα
κορίτσια, στις παντρεμένες, αρ-
ραβωνιασμένες
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε, κοιλοπονούσε, παρακαλούσε όλους τους Άγιους τους Αποστόλους, τρεις Αρχαγγέλοι για μύρο τρέχουν, τρεις Αποστόλοι μαμή γυρεύουν και ώσπου να πάνε και ώσπου να έρθουν η Παναγιά μας ξελευθερώθει μέσα στις δάφνες, μεσ’ τα λουλούδια.
Κάνει τον ήλιο και το φεγγάρι, κάνει το σπίτι-σπίτι το νοικοκύρη την φαμέλια του με τα εγγόνια και προσόγκόνια».
Πριν μπουν στον σπίτι έλεγαν:
«Άνοιξ’ κυρά μ’ την πόρτα σου, την πόρτα την καρένια, έχω δυο λόγια να σου πω κι εκείνα ζαχαρένια».
Μέσα στο σπίτι ξεκινούσαν με :
«Αρχήν τα δόξα, το Χριστό, Χριστός τώρα γεννιέται, γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς επάνω, στο μόσχο και στο λίβανο και στην πολλή θυμιάμα, τον μόσχο έχουν άρχοντες και την πολλή θυμιάμα».
Ύστερα ξεκινούσαν να λένε για το κάθε άτομο της οικογένειας ξεχωριστά.
Για τον νοικοκύρη έλεγαν:
«Εδώ ήρθαμε για να παίξουμε στ’αφέντη μας τις πόρτες, που έχει αυλές μαρμαρωτές και σπίτια χρυσωμένα, και τα παραθυρίτσια του μαρμαροκεντημένα, που μέσα χύνει το φλουρί και απέξω το λογάρι, στου λουγαριού μας τον αχνό κοιμάται γιος αφέντης, κοιμάται και νειριάζεται πόσες χιλιάδες έχει, με το κιλό τα μέτρησε μεσ’ στο σαπέτ τα βάζει, με κειν’ το παλιομέτρημα κερνάει τα παλικάρια, κέραστα αφέντη μ’ κέραστα να πιουν για την υγειά σου, να πιουν να ξεβραχνιάσουνε να λεν καλά τραγούδια».
Για τον παππού έλεγαν:
«Αρχόντς με την αρχόντισσα την σκάλα κατεβαίνει, όσα σκαλοπατήματα τόσα λόγια την λέει, έχεις στην ρόκα σου μαλλί στ’ αδράχτι σου κανέλλα και στο ζουλούφι σου μπουρμά καρφίτσα κουκαλένια».
Για τη νοικοκυρά έλεγαν:
«Κυρά αργυρή, κυρά χρυσή, κυρά μαλαματένια, κυράμ’ όταν στολίζεσαι έχεις χαρά μεγάλη, έχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι ακέριο, το άστρο τον Αυγερινό καθάριο δαχτυλίδι».
Για το παλικάρι έλεγαν:
«Το παλικάρι το όμορφο πηγαίνει ν’ αρβουνιάσει, στην μια τη τσέπη το φλουρί στην άλλη το μαργαριτάρι, σαλντάει να βγάλει το φλουρί, βγάζει το μαργαριτάρι».
Για το κορίτσι το αρραβωνιασμένο έλεγαν:
«Μια πέρδικα στο μαχαλά κοντεύει να πετάξει, μετάξι κι αν καλάμιζε, σύρμα κι αν μασουρίζει στους ουρανούς το μάζευε, στους κάμπους το τυλίζει, και μες στη μέση τη θάλασσα στήνει τον αργαλειό της, μαλαματένιος αργαλειός, μαλαματένιο χτένι, μαλαματένια πέρδικα που κελαηδεί και φαίνει».
Για το παλικάρι που είναι έτοιμο να αρραβωνιαστεί έλεγαν:
«Πιτρίτσιμ’ πέτρα πελεκάς με τόνα σου το χέρι, πιτρίτσιμ’ πουν’ το χέρι σου και πελεκάς με τόνα. Ξανθιά κόρη κι αν μίλησα μου το ‘κοψε το ένα, κι αν τη μιλούσα κι άλλη μια μου το ‘κοβε και τ’ άλλο».
Για το κορίτσι που είναι έτοιμο για αρραβώνα έλεγαν:
«Προξενητάδες έφτασαν μέσα από την πόλη, εδώ πατούν εκεί ρωτούν, πού να βρουν τέτοια κόρη, τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή, τέτοια μακρομαλλούσα που έχει το μάτι τς σαν ελιά, το φρύδι σαν γαϊτάνι και κείνο το καμπανόφρυδο σαν φράγκικο δοξάρι».
Για τον μαθητή έλεγαν:
«Γραμματικός κι αν έκατσε, έκατσε για να γράψει, απ’ το πολύ το γράψιμο και την πολύ συλλόγια συντρόμαξε τον δάχτυλο και έχνα τη μελάνη».
Για τον στρατιώτη έλεγαν:
«Ο στρατιώτης ο καλός στον πόλεμο θα πάει να ρίξει οβίδες σαν βροχή και σφαίρες σαν χαλάζι για να γλιτώσει Χριστιανούς νάχουν χαρά μεγάλη».
Στο τέλος έλεγαν ευχές για το σπίτι:
«Και τι τραγούδι να εύρουμε ν’αρέσει στο αφεντικό μας, όσα άστρα στον ουρανό τα φύλλα απ’ τα δέντρα τόσα καλά να δώσει ο Θεός στο σπίτι το νοικοκύρη, να ζήσει χρόνια εκατό και χίλιες εβδομάδες, να ζήσει κι άλλες δώδεκα για να τις ξαγορτάσει. Σ’ αυτό το σπίτι που μπήκαμε πέτρα να μη ραΐσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει».
Όταν έβγαιναν από το σπίτι έλεγαν:
«Από αρχοντικό σπίτι βγήκαμε, σ’ αρχοντικό θα μπούμε».
Στη συνέχεια στο δρόμο έλεγαν:
«Αντίκρισα τον έρωτα σ’ ένα στενό σοκάκι, στάθηκα και τον ρώτησα πώς πιάνεται η αγάπη. Από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει, από τα χείλη στην καρδιά, ριζώνει και δε βγαίνει, και αν ρίζωσε κλωνάρισε έκανε ένα λουλούδι, κι όποιος το μοσχομύρισε αγάπη δεν χορταίνει.
Όταν ήταν μέσα στο σπίτι όλα τα παλικάρια τραγουδούσαν όλα μαζί κι αφού τελείωναν ένας ήταν ο αρχηγός της ομάδας, τον έλεγαν νταϊρίμπαση, έριχνε τον νταϊρέ κάτω κι έβαζε το αφεντικό (ο νοικοκύρης)τις δραχμές μέσα. Τους κερνούσαν κρασί κι το τηγανητό το τζιέρι που έκαμναν από τη λίγδα του γουρουνιού. Έβγαιναν από αυτό το σπίτι κι πήγαιναν σε άλλο. Είχαν κι έναν καμηλάρη μπροστά. Αυτός τους φύλαγε από άλλη ομάδα, από τα σκυλιά, από κάθε κίνδυνο. Ήταν ο φυλαχτάρης. Ήταν σκεπασμένο το πρόσωπό του για να μην τουν γνουρίζουν. Έκαμναν έναν γεροδεμένο, ψηλό άντρα για να τον φοβούνται και να μην πλησιάζουν την ομάδα. Επειδή μάζευαν λεφτά να μην τα πάρει κανένας άλλος.
Άμα δεν τους δέχουνταν σε κάποιο σπίτι έλεγαν:
«Αρκούδα μας η μαλλιαρή, με μαλλιαρά πουδάρια. Δεν την κρατάει ο κώλος της να βγει στα παλικάρια».
Ακόμη στις 25 Δεκεμβρίου είχαν το έθιμο του κουμπάρου. Ο κουμπάρος πήγαινε στον συντεκνό δώρα. Οι νεόνυμφοι, κι οι δυο μαζί, έπαιρναν τα δώρα και πήγαιναν στον συντεκνό. Όσο έκαμναν παιδιά τα πήγαιναν μαζί τα δώρα. Ύστερα τα πήγαινε μόνο η γυναίκα.
Παραμονή πρωτοχρονιάς θύμιαζαν πάλι. Εκεί είχαν τα εννιά λογιών φαγητά. Ερχόταν κι ο Αϊ-Βασίλης να φάει. Τότε έτρωγαν τουρσί, πατσά, μπακλαβά, μιλίνα τυρένια. Το φλουρί το έβαζαν στη μιλίνα. Αν δεν έκαμναν μιλίνα έκαμνει η μάνα ένα μικρό κομματάκι ζυμάρι ίσα ίσα για να πάρει ο καθένας από μια μπούκα. Αλλά οι περισσότερες το ‘βαζαν το φλουρί μέσα στη μιλίνα κι επειδή ήταν μεγάλη η οικογένεια την έτρωγαν μετά. Με το κρασί, με τα φρούτα, με της πρώτης μέρας λίγο φαΐ έπρεπε να είναι όλα εννιά λογιών φαγητό. Κι ύστερα δεν το σήκωναν το τραπέζι, την τάβλα. Την άφηναν εκεί όλη τη νύχτα, γιατί θα ερχόταν ο Αϊ –Βασίλης να φάει. Τώρα ήταν η καλή χρονιά, ήταν το καλό το πνεύμα που έλεγαν ότι θα το υποδεχτούν με όλα τα γλυκά με όλα τα καλά. Ο νοικοκύρης μάζευε για τον Αϊ-Βασίλη σ’ ένα κόσκινο καλαμπόκια, φασόλια ό,τι καρπό είχαν, έριχνε και το πορτοφόλι μέσα για να τους βρει πλούσιους. Κι μια βίτσα με πολλά κλαδιά για να καρποφορήσουν όλα τα δέντρα την καινούρια χρονιά την είχαν κοντά όταν θύμιαζαν. Ακόμη και το καρπούζι αν κρατούσαν από το καλοκαίρι, θύμιαζαν και το καρπούζι μαζί. Κι του πρωί αυτό το πιδιακό, σκοτίδα όσο ήταν, το ‘παιρνε η μάνα κι σκορπούσει απάνου στα παιδιά κι έλεγε: «Κόκοκο, μπιμπιμπι, τικτικτικ, σούρβα. «Χτυπούσει με τη βέργα. Αυτό για το μπιρικέτ’ έλεγαν. Για να έχει καλή σοδειά η χρονιά. Ό,τι είχε μέσα μπιζέλια, στάρια, καλαμπούκια. Κι σκόρδα κι κρουμύδια έβαζαν. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς που ξημέρωνε έκαμναν τα παιδιά κόλιντρα. Το ΄λεγαν σούρβα. Όπως έκαμναν τα κόλιντρα τα Χριστούγεννα έτσι έκαμναν τη σούρβα την Πρωτοχρονιά.
Τα Φώτα από βραδύς έτρωγαν πάλι νηστήσιμα και θύμιαζαν. Την πρώτη μέρα τα Φώτα γινόταν αγιασμός. Περνούσε ο παπάς από κάθε σπίτι και φώτιζε. Εκείνη η μέρα είναι νηστήσιμη. Την Παραμονή των Φώτων έκαμναν φασολάδα νηστήσιμη. Αν είχαν πάλι πρασένια μιλίνα νηστήσιμη. Κι το ψωμί το ζευγάρι. Γιατί τα Φώτα, ο Αγιος Φώτιος είναι ζευγολάτης, προστάτης για το ζευγάρι. Έκαμναν αυτό το ψωμί, με δυο κομμάτια που παρίσταναν τις αγελάδες, στη μέση έκαμνει ένα στενό κομμάτι, τον ορμό, τον ζυγό, τα’καμνει όλα, τα παρίστανει, τα ΄πλαθει. Το ‘βαζαν στο τραπέζι εκεί που θύμιαζαν κι το ‘τρωγαν. Την παραμονή των Φώτων πήγαιναν κι θύμιαζαν και μες στ’ αχούρι, στο στάβλο για να θυμιάσουν τις αγελάδες. Κι έλεγαν ότι εκείνη τη βραδιά μιλούν οι αγελάδες! Την άλλη την μέρα πήγαιναν στην εκκλησία κι έριχναν κι τον σταυρό. Εδώ επειδή δεν είχαν θάλασσα, τον έριχναν μέσα στην κολυμβήθρα.
Τ’ Αϊ-Γιαννιού έβρεχαν τους άντρες. Βρέχουν τους άντρες για να γίνει το κεφάλι τους γερό. Κι όποιον θα βρέξεις τον κερνάς ύστερα. Στις 8 Ιανουαρίου βρέχουν οι άντρες τις γυναίκες. Κι οι γυναίκες φεύγουν από το σπίτι πηγαίνουν στου Μπάμπου- γενιού κι οι άντρες δεν μπορούν να τις βρουν ύστερα.
Καρκαντζάλια δεν είχαν τόσο εδώ, αλλά έλεγαν τη στάχτη αυτών των ημερών να μην την ρίξουν. Όταν είχαν γωνιά (τζάκι) έβαζαν ένα μεγάλο κουτούκ κι όλη νύχτα να καίει. Εκείνη τη στάχτη την είχαν σαν γιατρικό. Την έριχναν στα χωράφια, να μη σκουλικιάσουν, να μην αρρωστήσουν.
Το Μπάμπου-γενιού, η μέρα της γυναικοκρατίας, είναι μέρα της γυναίκας, αλλά είναι μια τιμή στη μαμή. Αυτή τη μέρα οι γυναίκες έβρισκαν να πάνε να της κάνουν τη γιορτή της. Επειδή τις βοηθούσει να γεννήσουν κτλ. Έπαιρναν όλες, οι νεογέννητες πιο πολύ, όχι όλες οι ηλικίες, από ένα δώρο και το πήγαιναν σ’ αυτή τη γυναίκα, τη μαμή. Πήγαιναν στο σπίτι της, της έδιναν το δώρο κι της έχυναν νερό να πλύνει τα χέρια της. Της πήγαιναν ένα καλούπι , σαπούνι, παντόφλες, άλλη μπούλα, άλη φούστα, άλλη πισκίρ’ τέτοια δώρα.
Ό,τι μπορούσε η καθεμιά. Αφού της κερνούσει κι κείνη, την έπαιρναν ύστερα με τ΄αμάξι κι έκαμναν το γλέντι σε κάποιο άλλο μεγάλο σπίτι.
Το Φεβρουάριο γιόρταζαν τον Άγιο Συμεών. Εκείνη τη μέρα δεν κάνει να κόψεις. Άμα είσαι γκαστρωμένη, ό,τι θα κόψεις θα κοπεί και απού το παιδί σου. Όλα τα έκοβαν από την προηγούμενη μέρα. Ψωμί, φαΐ, τα πάντα. Ούτε πιρούνι έβγαζαν να φάνε, με το χέρι έτρωγαν. Το πιρούνι τσιμπούσε.
Τις απόκριες, μια βδομάδα ντύνουνταν καρναβάλια. Ντύνουνταν προσωπικά, ομάδες και γυρνούσαν όποτε ήθελναν. Όμως ο Μπέης ήταν κάτι ομαδικό, για όλο το χωριό. Ντύνονταν ένας Μπέης, με μια γούνα ανάποδα, έβαζε κι ένα καλάθι στο κεφάλι του. Οι πιο πολλοί δε γνωρίζουνταν. Έλεγαν:Ποιος είναι ο Μπέης; Το καλάθι ήταν ειδικό .Το φύλαγαν και τον άλλο χρόνο το ‘ βαζε ο άλλος που θα γινόταν Μπέης. Την γούνα, την ανάποδη, τη μακριά μέχρι κάτω την έλεγαν «μόδο». Τα πούπουλα κι όλα τ΄άλλα τα κρατούσαν για τον άλλο χρόνο. Κι ένα ξύλο με κόμπους στην άκρη, τουπούζα το ΄λεγαν. Οι κοκόνες, τα άλλα τα καρναβάλια, οι άντρες που ήταν ντυμένοι, γυναίκες, περπατούσαν μέσα στο χωριό, έπιαναν κόσμο και τον Μπέη. Τους καλίβανειν έδιναν δραχμές. Έδινε λίγα κάποιος, δεν τον άφηνε ο Μπέης. Τον κουπανούσει στου πουδάρ’ μι την τουπούζα. Οι κοκόνες όμως μάζευαν κι απ’ τα σπίτια είδος. Εκεί δεν έβαζαν δραχμές. Έδιναν καλαμπόκια, αυγά, λουκάνικα, τυριά. Αυτά που τρώγουνταν τα ‘τρωγαν το βράδυ που έκαμναν το γλέντι. Αυτά που δεν τρώγονταν τα πουλούσαν κι έκαμναν του Αγίου Γεωργίου την Παλαίστρα από εκείνα τα λεφτά. Η παλαίστρα ήταν ένα γλέντι του Μπέη, που συνεχίζουνταν από την Αποκριά στην Πασχαλιά. Την τρανή την Αποκρά άναβαν φωτιές και τις πηδούσαν. Άναβαν με τα καλάμια την τζαμάλα. Έπρεπε να γίνει μεγάλη. Σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γειτονιά όλοι έβγαιναν κι έκαμναν τέτοια τζαμάλα κι πηδούσαν από πάνω έλεγαν «Χαϊνιάμ’, κουραδιάμ’ ούλοι απάν στη στια» Έλεγαν ότι με το πήδημα έριχνες την αρρώστια κι την τεμπελιά.
Το ξημέρωμα το Σάββατο του Λαζάρου, έκαμναν Λάζαρο με τα κουρκούλια μικρά. Τους έκαμναν ένα ομοίωμα ανθρώπου, τον Λάζαρο, με πανιά. Ένα κομμάτι άσπρο πανί το γέμιζαν με άχυρο ή βαμβάκι το έκαμναν για το πρόσωπο. Το ‘βαζαν μια σκούφια παιδική, κι το πρόσωπο έτσι όπως το ‘καμναν μεγάλο με το κάρβουνο από τη σόμπα έκαμναν τα μάτια, τα φρύδια το στόμα, δηλαδή να φαίνεται ένα πρόσωπο. Κατά κάτω είχε ένα ξύλο το ΄βαζαν κι ένα φουστανούδ’. Εκείνο ύστερα το ομοίωμα το κρατούσαν στα χέρια τους κι έκαμναν «Λάζαρο».
Αυτό το έκαμναν νύχτα, το πρωί. Έλεγαν και διάφορα τραγούδια, καθώς γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι. Τους έδιναν από κανένα αυγό, καμιά δεκάρα.
Τη Μεγάλη τη βδομάδα πήγαιναν στην εκκλησία. Η βδομάδα αυτή ήταν πένθιμη. Η καθαριότητα του σπιτιού γινόταν την προηγούμενη. Τη Μεγάλη βδομάδα δεν άφηναν να καθαρίζουν. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τ’ αυγά. Έβαζαν το πρώτο στο εικόνισμα, κι το κρατούσαν ως την άλλη τη χρονιά. Αυτό το αυγό όταν έπιανε καμιά φορά χαλάζι, έβγαζαν έξω την πυροστιά ανάποδα και το αυγό μέσα στη μέση για να σταματήσει το χαλάζι. Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν έπρεπε να ζυμώσεις, να βάψεις αυγά. Πήγαιναν στο χωράφι εκείνες τις μέρες. Ήταν βαριά αργία, πένθιμη μέρα. Στον επιτάφιο πήγαιναν. Το Σάββατο ξεκινούσαν πάλι να κάνουν φαγητά, τσουρέκια έκαμναν, τα φαγητά της άλλης μέρας. Δεν έτρωγαν αρτιμένο. Στην Ανάσταση πήγαιναν. Στην Ανάσταση είχαν μέσα στην τσέπη τ’ αυγό κι το παξιμάδι μαζί, μόλις πει ο παπάς « Χριστός Ανέστη» τσούγκριζαν τ’ αυγά κι να τα φάνε.Τη Δεύτερη μέρα του Πάσχα, που συνήθως πέφτει μαζί με του Αγίου- Γεωργίου, κάνουν το κουρμπάνι. Είναι το φαγητό με τα πράσινα τα κρεμμύδια και το αρνί. Ψημένο στο φούρνο. Ύστερα γινόταν κι η παλαίστρα. Ήταν ένα έθιμο συνέχεια του Μπέη. Τα λεφτά που είχε ο Μπέης τα ‘καμνε δώρα, ένα αρνί κι κάτι άλλα πράγματα. Αυτοί που πάλευαν, γινόταν μεγάλη παλαίστρα, σιργιάνιζε πολύς κόσμος, με νταούλια. Αυτός που θα έβγαινε νικητής, ο καλύτερος θα έπαιρνε το αρνί. Οι άλλοι θα έπαιρναν τα πιο μικρά δώρα.
Μετά έβαφαν ξανά αυγά της Ζωοδόχου Πηγής, τη Παρασκευή μετά το Πάσχα. Τα κρατούσαν περίπου σαράντα μέρες. Ύστερα της Αναλήψεως κοίταζαν μέσα στο πηγάδι. Έσκυβαν μέσα στο πηγάδι μ’ έναν καθρέφτη. Τις σκέπαζαν μ’ ένα μουντό σεντόνι, μέσα έλεγαν τα πεθαμένα τα ονόματα.
Μετά τον Ιούνιο έκαμναν την κανελίτσα. Στις 24 Ιουνίου ήταν μια μέρα σημαντική για τους γεωργούς. Την είχαν σαν όριο. Μέχρι τότε έσπερναν και καρτερούσαν ότι θα πάρουν καρπό. Γινόταν τότε ένα γλέντι. Μαζεύουνταν τα κορίτσια κι οι αρραβωνιασμένες, ζευγάρια-ζευγάρια, δυο-δυο άτομα κι έλεγαν κάποιες μανέδες. Στις 24 το απόγευμα γινόταν αυτό, σ’ ένα σπίτι που είχει μια καλή αυλή μι τα λουλούδια, μι τις μπαχτσέδες, πρασινάδα. Έντυναν ένα κορίτσι νύφη κι την έβγαζαν από τα λουλούδια κι τουν μπαχτσέ. Η κανελίτσα γίνουνταν σε σταυροδρόμι, για να μαζευτεί κόσμος και να κοιτάει. Ώσπου να την πάνε εκεί που ήταν τ’ άλλα τα κορίτσια μαζεμένα τραγουδούσαν ένα τραγούδι. Αφού έφταναν εκεί, πήγαινε η νυφούδα, κρατούσει στα χέρια της το τάς με τα λουλούδια κι έναν μαστραπά τζιγκένιο, μέσα που όλες έβαζαν από βραδύς από ένα δαχτυλίδι, βραχιόλι και τ’ άφηναν στ’ άστρα. Για να φανερωθεί η τύχη τους. Την άλλη την ημέρα λέγουνταν στις μανέδες, τα’ βγαζαν μέσα από τον μαστραπά. Πήγαινε η νυφούδα τ’ αφήνει μες στη μέση εκεί, κάθουνταν κι οι άλλες στη σειρά κι άρχιζαν ύστερα να τραγουδούν. Πρώτος μανές έλεγαν: «Άνοιξει, κλείδουμ΄ άνοιξει, ν’ ανοίξει το ριζικό σου κι όσα καλά της βενεξιάς όλα δικά σου να είναι» Δεύτερος μανές: «Μου άνοιξαν το μαστραπά, να πούμε τα τραγούδια, να μας αρέσουν όμορφες κι τα παλικαρούδια.» Από εκεί κι ύστερα η καθεμιά ήταν ελεύθερη να πει όποιον μανέ ήθελνε. Ως συνήθως σατιρικά πράγματα. Άλλη τον αγαπημένο που ήθελνε. Σε κάθε μανέ αυτή που άνοιγε το μαστραπά, κάθουνταν εκεί κι έβγαζει ένα δαχτυλίδι. Όποιος μανές τύχαινε σ’ εκείνης το δαχτυλίδι όπως αν κάποια έλεγε : «Απ’ όλα τ’ άνθη του μπαχτσέ, αρέζω το χασχάσι, κι απ’ όλα τα ονόματα αρέζω Αναστάση». Αφού της έτυχε αυτός ο μανές στο δικό της το δαχτυλίδι έλεγαν ότι θα πάρει Αναστάση. Τα παλικάρια μαζεύουνταν κι αυτά όταν έκαμναν την κανελίτσα. Αν ήταν κάποιος που τον έλεγαν Αναστάση νόμιζε ότι τον θέλει. Γινόταν δηλαδή ένα είδος γνωριμίας, προξενιού. Αφού τελείωνε η κανελίτσα εκείνη τη μέρα ύστερα για των Αγίων Αποστόλων, στις 23-30 Ιουνίου, αυτές που έπαιρναν μέρος στην κανελίτσα έπαιρναν από το σπίτι τους ό,τι είχαν αλεύρι, γάλα, φρούτα, βύσσινα, κεράσια, αρμούτια, τα πήγαιναν σε ένα σπίτι που συνεννοούνταν σε ποιανής το σπίτι θα πάνε. Αυτά τα ΄λεγαν κανελιτσάτκα. Μερικές μάνες άνοιγαν φύλλα κι έκαμναν μιλίνες. Μαζεύουνταν όλα αυτά τα κορίτσια κι έτρωγαν τα κανελιτσάτκα. Έτσι τελείωνει κείνο το έθιμο.
Του Αγίου Αποστόλου είχαν κι ένα άλλο έθιμο. Έκοβαν τον παλιό τον πέτεινο, μέχρι τότε γέμιζαν κλώσες. Από εκεί και πέρα τον έκοβαν. Τον έκαμναν με το λάχανο. Έλεγαν φτάνει τόσο δε θα βγάλουμε άλλα πουλιά.
Στις 26 Ιουλίου είναι της Αγίας Παρασκευής. Γιορτάζει και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται έξω από το χωριό. Είναι η πηγή ως θαυματουργή για τα μάτια. Η προστάτιδα, ο γιατρός των ματιών και γίνουνταν μεγάλο πανηγύρι.