Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ, ΑΒΑΝΤΟΣ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Την σαρακοστή δεν έτρωγαμαν άρτιμένο καθόλου. Όποιος φτερνίζονται όταν του τάζαν ένα αρνάκι. (Ντίνα Αικατερίνη)
Β τα Χριστούγεννα οι άντρες έπαιρναν έναν τρουβά και ένα κλαρί πάγαιναν στα καλύβια και έλεγαν " αρνιά κατσίκια νυφάδες γαμπροί κι απ' ούλα τα καλά" και τους έδιναν καραμέλες.
Την Πρωτοχρονιά έκαναν μία κουλούρα και έβγαναν από πάνω την πέτσα και το μέσα το έκαναν κουκουβάλα (= το έτριβαν)! Έβαναν βούτυρο και τυρί, τα ανακάτευαν και έκοβαν χορταράκι μπρατζί που έτρωγαν τα άλογα. Έκαναν ένα στεφανάκι ως μαντρί για τα πρόβατα και το έβαναν στην κουκουβαλά μαζί και με ένα φύλλο που έτρωγαν τα κατσίκια. Έβαναν και κέρμα και τ' ανακάτευαν και όποιος λάβαινε τα λεφτά ήταν καλός είχε καλή ψυχή.
Στις 5 του Γενάρη γιόρταζαμαν τον Σταυρό στις 6 τα φώτα και στις 7 τον Άη Γιάννη (Ντίνα Αικατερίνη)
ε. Το Πάσχα κράτηγαμαν 50 μέρες ανήμερα έσφαζαμαν αρνί και το 'ψήναμαν. Μαζευόμασταν η οικογένεια τραγούδαγαμαν. Έβαφαμαν κόκκινα αυγά και εδώναμαν σε όποιον έρχεται ένα. (Ντίνα Αικατερίνη)
ζ. Στις 24 του θεριστή (=Ιούνιος) ήταν ο Άη Γιάννης που βάλουν καλογιάννια. Τα δένουν με κόκκινη κλωστή όσα άτομα τόσες χαιρούλες δεμένες χωριστά με ένα δαχτυλίδι μέσα η κάθε μία. Τα έβαλα αμάν σε μία κατσαρόλα ουλού το ουτζάκι. (15 περίπου οικογένειες). Κοντά το 'παιρνε ένα κορίτσ' δώδεκα - δεκαπέντε χρόνων, να 'χει μάνα και πατέρα, τα 'βανε στο κεφάλι και το πηγαίναν τραγουδώντας στο χαΐρι και έλεγαν:
"Άη Γιάννη-Γιάννη και Αη Καλογιάννη έχασα χαϊτάνι μες στην κρύα Βρύση Γιάννη μου κι αν το βρεις σε μένα να το στείλεις Μι πουλιά μ' αηδόνια μ' άσπρα χελιδόνια".
Μετά έλεγαν στο κορίτσι:
"Κλώτσα κόρη μ' το καράβι να βρεθεί η κορφή στον πάτο"
και το κλώτσαγε τρεις φορές. Έπαιρναν πάλι την κοπέλα τραγουδώντας:
Κίνησα το δρόμο-δρόμο, το στενό το μονοπάτι.
Βρίσκω μία μηλιά στη στράτα, που 'ταν μίλα φορτωμένη.
Άπλωσα να πάρω ένα, μην το πέρεις μην τ' αφήνεις μην το γουργομεραγκιάζεις.
Το χει ο μπέμπης μετρημένο κι ο κοιτής λογαριασμένο".
Μετά ως το πρωί χόρευαν και τραγούδαγαν.
Τα Καλογιάννια τα πήγαιναν και το βράδυ και το πρωί δύο φορές. (Ντίνα Αικατερίνη)
Το ταψί του φέρναμαν όταν έσφαζαμαν κουρμπάνια γυροβολιά (=γύρω γύρω) με τα τρία δάχτυλα και τραγούδαγαμαν:
"Κάτω στης πόλης τα τσαρτσά Μπροΐμ Βαγγελίτσα μ' στης πόλης τα εργαστήρια
ξίντα ραφτάκια αμάν αμάν
ξίντα ραφτάκια έραφταν
Με ένα μικρό αμάν αμάν
Με ένα μικρό ραφτόπουλο
Μπροΐμ Βαγγελίτσα μ' δε ράφτη δεν γαζώνει μι το σαϊάκι μάλωνε με το σαϊάκι λέγει: Σαϊάκι μου περήφανο και κρουστουφαμένο σ'ειχα το βράδυ σκέπασμα και το πρωί κουβέρτα"