Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΝΕΟΥ ΧΕΙΜΩΝΙΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α. «Όλη η οικογένεια νήστευε και τις 40 μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Οι γυναίκες πάλι δεν έτρωγαν ούτε λάδ’ κοινωνούσαν όλοι μαζί»

(Μαρία Μπιμπισίδου)

 

β. «Κάθε σπιτ΄είχε και από ‘να γουρουνάκ’ και το σφαζε την Παραμονή των Χριστουγέννων. Η νοικοκυρά πιο μπροστά θύμιαζε το μέρος που θα ‘σφαζαν το γουρούν’ και το γουρούν΄. Αφού έσφαζαν του γουρούν’ στο μέτωπο στα μικρά παιδιά έβαζαν με το δάχτυλο λίγο αίμα, γιατί ήταν μάρτυρες στη σφαγή και για να ‘χουν καλή υγεία. Μετά έκοβαν το κρέας του γουρουνιού άλλο για μπριζόλες, άλλο λουκάν’κα. Τα εντόσθια απ’ το γουρούν’ τα γέμιζαμε με ρύζ’ , σηκώτ’ και μπαχαρικά. Αυτά τα ‘λέγαμε μπάμπορια. Στο τραπέζ’ την Παραμονή έπρεπε να είχαμε εννιά φαγητά. Το Χριστόψωμο που σήμαινε το σώμα του Χριστού, καρπούζ’ που σήμαινε το αίμα του Χριστού, κρεμμύδ΄, πράσσο, πιπεριά που σήμαινε ότι είχαμε νηστεία, μήλο, πορτοκάλ’, λεμόν΄, που σήμαινε την απλότητα και γλυκό-σαραγλί-που σήμαινε τη γλυκειά γλώσσα του Χριστού. Αυτά τα εννιά φαγητά σήμαιναν τους 9 μήνες της εγκυμοσύν’ς της Παναγιάς. Το σαραγλί το έκαμναμε επειδή το τυλιχτό φαγητό ή γλυκό σήμαινε τα σπάργανα που τύλιξε η Παναγιά το Χριστό. Το βράδυ της Παραμονής η νοικοκυρά θύμιαζε το τραπέζ΄και μετά όλο το σπίτ΄, όλα τα δωμάτια. Την ημέρα των Χριστουγέννων τα παλληκάρια έκαμναν το μπομποσιάρη.

Δύο άντρες ντύνονται ο ένας Μπομποσιάρ’ς και ο άλλος η γυναίκα του Μπομποσιάρ’. Ο Μπομποσιάρ’ς φόραγε μια νεροκολοκύθα στο πρόσωπο που είχαν καν’τρύπες στα μάτια και στο στόμα · φόραγε προβιά απ’ το πρόβατο και στη μέσ’ τ’ έβαζε κουδούνια. Η γυναίκα τ’ φόραγε παλιά φορέματα, στο κεφάλ’ βάζει μια περούκα και στα χέρια και στο λαιμό φοράει αλυσίδες & βραχιόλια. Ζουρνατζήδες και γκαϊντατζήδες πηγαίνουν μαζ’ τ’ς και άνδρες και παιδιά απ’ το χωριό. Όσοι πήγαιναν μαζ’ τ’ς, τους έκαμναν ένα σημάδ’ με κόκκινη μπογιά ή κραγιόν στην αριστερή μεριά απ’ το πρόσωπο. Όλοι αυτοί πήγαιναν σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, τραγούδαγαν, χοροπήδαγαν, και έδιναν ευχές. Τους έδινανε κρέας, λουκάνικα, κρασί και ευχές. Το χοροπήδημα των Μπομποσιάρηδων σήμαινε τη βλάστηση της γης. Το ‘χαμε πολύ καλό να περάσ’ ο Μπομποσιάρ’ς απ’ το σπίτ’ και ‘μεις τους κέρναγαμε κρέας και κρασί. Μαζί με το Μπομποσιάρ’ έλεγανε κ’ τα κάλαντα. Μικροί και μεγάλ’ μαζί. Τα ΄λεγαν μαζί με τη γκάϊντα. Σε κάθε σπίτ’ ο Μπομποσιάρης έδινε διαφορετική ευχή. Αν στο σπίτι είχανε κοπέλα ‘λεύθερη, αρραβωνιασμέν’, στρατιώτ΄, ξενητεμένο, μορφωμένο έδιναν & άλλ ευχή. Τα κάλαντα που έλεγανε ήταν:

«Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου»

για βγείτε, δέστε, μάθετε πώς ο Χριστός γεννιέται. Γεννιέται & ανατρέφεται με μέλι και με γάλα το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες και το μελισσοβότανο να λούζονται οι κυράδες . Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει & ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. Ανοίξτε τα πουγγάκια σας τα κατακλειδωμένα και δώστε μας τον κόπο μας απ’ το χρυσό πουγκί σας. Αν είστε απ’ τους πλούσιους φλουριά μην τα λυπάστε, αν είστε απ’ τους δεύτερους τάλιρα και δραχμίτσες  & αν είστε απ’ τους πάμφτωχους ένα ζευγάρι κότες. Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε μόνο σας αγαπήσαμε & ήρθαμε να σας δούμε.

Δεν φταίει μπάρμπα μ’ το κρασί

δε φταίει το ποτήρι,

μόν’ φταίει η θυγατέρα σου που στέκει στο 

παραθύρι.

Αν δε μου δώσεις τη μικρή θα πάρω τη 

μεγάλη,

& αν δε μου δώσεις και αυτή, 

θα πάρω κάποιαν άλλη.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει

& ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!

Μετά αφού γυρίζανε όλο το χωριό, άλλαζαν ρούχα, μαζευόντουσαν στην πλατεία & έπιαναν το χορό.»

(Μαρία Μπιμπισίδου & Στέριος Κεσκινίδης)

 

«Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς όλ’ οι άνδρες ετοιμάζονταν να παίξουν χαρτιά για την καλή τύχ΄ της χρονιάς. Έπαιζαν σχεδόν όλοι. Οι γυναίκες την Βασιλόπιτα την έπλαθαν και την έψηναν το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Νύχτα σηκωνόμασταν για να φτιάξομε την πίτα. Βάζαμε στην πίτα το φλουρί αλλά έβαζαμε καλαμπόκ’ & σιτάρ’ για να δούμε αυτή τη χρονιά ποιος θα σκάψει τα καλαμπόκια & ποιος θα θερίσ’ τα σιτάρια, έβαζαμε ένα κομμάτ’ από σκούπα για να δούμε ποιος θα καθαρίσ’ το σπίτ’, ένα κομμάτ’ άχυρο για να δούμε ποιος θα ταΐσ’ τα ζώα και για ότι άλλο είχαμε στο σπίτ’ κάτι βάζαμε και στην πίτα. Μετά την Εκκλησία, πήγαιναμε εκεί που ήταν η πεθερά- εκεί που ήταν η μεγάλη σε ηλικία- για να κόψουμε την πίτα. Όταν πήγαιναμε της φιλούσαμε το χέρ’ και της δίναμε ένα πορτοκάλι. Μετά έκοβαμε την πίτα, αφού πιο μπροστά μαζευόμασταν όλοι γύρω απ’ το τραπέζ’. Ο αρχηγός της οικογένειας ή ο πιο μεγάλος σε χρόνια έκοβε την πίτα & ξεκίναγε απ’ το κομμάτι του Χριστού, μετά το κομμάτ’ της Παναγιάς, του Αϊ- Βασίλη, του σπιτιού, της γιαγιάς, του παππού, μετά του μεγαλύτερου αδερφού · & έδινε σ’ όλους με τη σειρά. Μόλις έκοβαν την πίτα, οι άνδρες πήγαινανε στα καφενεία & οι γυναίκες μαζευόντουσαν στην πλατεία για να μιλήσουν γι’ αυτούς που κέρδιζανε τα τυχερά. Το φαγητό της ‘μέρας αυτής ήτανε το κεφάλ’ του γουρουνιού.»

 

«Την παραμονή των Φώτων όλες οι γυναίκες συγυρίζαμε το σπίτ’, γιατί μετά θα πέρναγε ο Παπάς για να ευλογήσ’ το σπίτ’ και τις αποθήκες. Έπρεπε να τα έχουμε όλα καθαρά. Την ημέρα των Φώτων όλοι πήγαιναν στην Εκκλησία και μετά θα πήγαιναμε να δούμε ποιος θα βρει τον Σταυρό. Ο Σταυρός ήταν ένας μικρός ασημένιος Σταυρός και γίνονταν αυτός που τον εύρισκε νουνός της χρονιάς. Ο νουνός ετοίμαζε μια μεγάλ’ πίτα, έβαζε μέσα τον Σταυρό και την πήγαινε στην Εκκλησία. Εκεί την έκοβαν σε μικρά κομμάτια. Μόλις τέλειωνε η Λειτουργία, όλοι έπαιρναμε ένα αντίδωρο, & ένα κομματάκ’ πίτα. Σ’ όποιον έπεφτε ο Σταυρός, αυτός γίνονταν ο νουνός της καινούριας Χρονιάς και κράταγε τον Σταυρό στο εικονοστάσ’ του σπιτιού τ’. Μετά πήγαινε και κέρναγε τους άλλους».

«Την ημέρα του Ιωάννη του Βαφιτστή οι μεγάλοι έβρεχαν τους μικρούς στο κεφάλ’ και τους κόλλαγανε στο βρεμένο μέτωπο λεφτά. Ρεφενέ το ‘ λεγαμε αυτό».

δ. «Τις Απόκριες οι νύφες πήγαιναμε στην πεθερά μας και της πήγαιναμε πορτοκάλια ή άλλο φρούτο της εποχής. Η πεθερά μας εχ’ στρωμένο τραπέζ’. Δεν κάμναμε πολλές φορές καρναβάλ’ αλλά όταν γίνονταν αυτοί που ντύνονταν καρναβάλ’ πέρναγαν απ’ όλα τα σπίτια του χωριού. ‘Όταν πέρναγαν, τους κέρναγαμε πορτοκάλια και καρύδια.»

(Μπιμπισίδου Μαρία)

 

ε. «Το Πάσχα δεν έκαμναμε τίποτα διαφορετικό. Την Μ. Πέμπτη έβαφαμε τ’ αβγά, την Μ. Παρασκευή στόλιζαμε τον επιτάφιο & την Κυριακή του Πάσχα έψιναμε, σουβλίζαμε το αρνί. Από την Μ.Πέμπτη  και κάθε Πέμπτη μέχρι την Πεντηκοστή δεν έζευαμε τα ζώα, για να μην χτυπήσει τα χαλάζ’ τα σπαρτά το καλοκαίρ’. Τρεις μέρες όλοι χόρευαμε και γλένταγαμε».

« Τον Αϊ Γιώργη όλοι είχαμε αρνί. Το έσφαζαμε αφού πιο μπροστά το θυμιάτιζαμε. Έβαζαμε το αρνί να ψηθεί. Μόλις κοκκίνιζε αυτό, έκλειναμε το φούρνο με λάσπη και τον άνοιγαμε μια μέρα μετά, ύστερα απ’ την Εκκλησία. Κάθεμια έπαιρνε το ταψί τ’ς, έβαζε πάν’ στ’ αρνί ένα πράσινο κλωνάρ’ και πήγαινε στο σπίτ’. Την παραμονή του Αϊ Γιώργη τρεις κοπέλλες, αμίλητες, πήγαινανε σε τρεις βρύσες για να πάρουν νερό. Μπροστά πήγαινε η κοπέλα με τον κουβά και από πίσω τ’ς πήγαιναν οι άλλες δύο. Εάν ήθελαν να πουν κάτ’ το έλεγαν με νόημα, γιατί δεν έπρεπε ακόμα να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω. Στη βρύσ’ έστελναν τις πιο διαλεχτές της παρέας & τελευταία έμενε η καλύτερη. Δεν έπρεπε να γελάσουν, γιατί μετά θα έπρεπε να το φτιάξουν πάλ’ απ’ την αρχή. Το νερό που έφερνανε οι κοπέλες το ‘ριχναν σ’ ένα τσουκάλ’ και σκέπαζανε μ’ ένα κόκκινο πανί. Μετά αγόρια και κορίτσια σήκωναν το πανί και ‘ριχναν μέσα από κατ’. Την άλλη μέρα μετά την Εκκλησία και το τραπέζ’, μαζεύονταν όλοι στην Πλατεία, σκέπαζαν πάλ’ το τσουκάλ’ με κόκκινο πανί & έβαζαν ένα μικρό κορίτσι να τραβάει μέσ’ απ’ το τσουκάλ’ ένα-ένα τα πράγματα. Όποιανου ήτανε αυτό που έβγαζε του ‘λεγαν τι τραγούδ’ να πει. Την μέρα αυτή οι γεωργοί πήγαινανε να δουν τα σπαρτά τ’ς γιατί αυτή την  μέρα φαίνονταν αν το χωράφι’ θα γίν’ εύφορο ή όχ».

«Την Παραμονή της Πεντηκοστής, το Σάββατο το βράδ’, μόλις βασίλευε ο ήλιος, δυο άντρες βγάζανε απ’ το πηγάδ’ της γειτονιάς τους νερό  & αυτό γίνονταν σε κάθε πηγάδ’ του χωριού. Βγάζανε απ’ το πηγάδ’ 40 κουβάδες νερό, αμίλητοι· μετά σκέπαζανε το πηγάδ’ μ’ ένα κόκκινο πανί & κάθουνταν όλ’ νύχτα δίπλα στο πηγάδ’ μέχρι να σχολάσ’ η Εκκλησία. Μετά πήγαιναν γυναίκες, έβγαζανε το πανί & μ’ ένα καθρέφτ’ μεγάλο κοίταζαν μεσ’ στο πηγάδ’. Και στον καθρέφτ’ έβλεπαν τους νεκρούς του χωριού που γύριζανε στον Άδη, γιατί απ’ την Ανάσταση του Χριστού οι νεκροί γύριζαν έξω. Κάθε φορά ακούγονταν κλάματα & τσιρίγματα.»

« Την Πρωτομαγιά δεν έζευαν τα ζώα, γιατί ήταν εργατική μέρα όπως και τα ζώα. Το πρωί η νοικοκυρά έφτιαχνε ένα στεφάν’ από λουλούδια και το κρέμαγε στην πόρτα του σπιτιού. Πιο παλιά, με την κοπριά απ’ το ζώο έκαμναν σταυρό στο ζώο & στην πόρτα απ’ το στάβλο για να ‘χει καλή τύχ΄.»

«Στις 29 Αυγούστου γιορτάζ’ το χωριό μας την Αποκεφάλιση του Ιωάννη του Προδόμου. Τότε το χωριό γιορτάζ’ τρεις μέρες. Στην Πλατεία του χωριού μαζευόντουσαν μικροπωλητές & έστηναν τα τσαντήρια τ’ς γύρω απ’ την Πλατεία & στη μέσ’ της Πλατείας γίνονταν ο χορός. Χορός τρικούβερτος γίνονταν με γκάϊντες – τώρα στο πανηγύρ’ δεν έχομε- αλλά έχομε νταούλια, κλαρίνα & βιολιά».

« Την παραμονή για την Αγία Βαρβάρα χτυπούσαμε το σιτάρ’, το έβαζαμε στο νερό να μαλακώσ’ και μετά το χτυπούσαμε στο ντουετζέκ. Μετά το έβαζαμε στο ταψί & το βγάζαμ’ έξω και το κρατούσαμε για να φύγ’ η φλούδα απ’ το σιτάρ’. Ύστερα το έβραζαμε μαζί με σταφίδα, σύκα, μήλο. Μετά βάζαμε και το σουσάμ’ και το καρύδ’ για στόλισμα. Και μετά το μοιράζαμε. Αυτό το λέμε Βαρβάδα. Μετά αυτό το πήγαιναμε στην πεθερά και στη νονά. Ύστερα θα πήγαινες και θα γονάτζες στη σόμπα του σπιτιού, θα’ παίρνες το τσιμπιδιάρ’(=αυτό που ανακατεύουν τη φωτιά) θ’ άνοιγες τη σόμπα, θ’ ανακάτευες τη φωτιά και  θα ‘λεγες: «Σού μου σιντέτ (=πολλή τύχη),

Σού μου σαλ’κ(=πολλή υγεία),

Σού μου μπερεκέτ (=πολλή σοδειά),

Σού μου πούλια, ζόκ’ (= πολλές κότες, πουλάκια),

Σού μου καλαμπόκε(=πολλά καλαμπόκια),

Σού μου φλιορίνιε (=πολλά φλουριά),

Σού μου παράνιε(=πολλά λεφτά),

Σού μου ντρίθ(= πολύ σιτάρι)

Αυτά τα ‘λέγαμε για να ‘χει καλή τύχη η χρονιά που θα ‘ρχόνταν».

(Στέριος Κεσκινίδης & Μπιμπισίδου Μαρία)

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
779
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Μπιμπισίδου
Όνομα
Χριστίνα