Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΑΡΔΑΝΙΟΥ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ
Έθιμα του λαϊκού Εορτολογίου
Χριστούγεννα
«Σαν και τώρα που έρχονταν οι γιορτές, εκάμναμε άλλα έθιμα που τώρα δεν τα κάνουν. Τη βδομάδα πριν έρθουν τα Χριστούγεννα φτιάχναμε τα κουλούρια, γιατί θα έρχονταν τα παιδιά να τραγουδήσουν. Με ψωμί τα φτιάχναμε, αλλά ήταν γλυκό τότες το ψωμί. Τα αλοίφαμε από πάνω τα κουλούρια με λαδάκι και ρίχναμε ζάχαρη. Γένονταν πολύ νόστιμα. Εμείς τα κεντούσαμε κιόλας από πάνω. Βάζαμε στο τέλος και μία σειρά σταφίδες. Σαν απόψε, όταν ξημέρωνε η γέννηση του Χριστού, εκάμναμε μια πίττα, που τη λέγαμε «Πίττα της Παναγίας». Τη φτιάχναμε με σουσάμι και βάζαμε και φλουριά.
Όταν έρχονταν αυτή η βδομάδα για τα Χριστούγεννα είχαμε μια αγωνία… είχαμε το γουρούνι! Εσφάζαμε το γουρούνι, το καθαρίζαμε, εκάναμε τις «μπάμπες». Τις γεμίζαμε τις μπάμπες την Παραμονή και την άλλη μέρα το πρωί, τα Χριστούγεννα δηλαδή, τις τρώγαμε. Όλα αυτά, τη μπάμπο, τις κουλούρες, την Πίττα της Παναγίας, τα κάναμε την Παραμονή.
Τα Χριστούγεννα, νωρίς το πρωί, παέναμε στην Εκκλησία. Τη μπάμπο την είχαμε έτοιμη στα τραπέζια. Μόλις γυρνούσαμε απ’ την Εκκλησία την τρώγαμε. Μετά ψήναμε κανά ψητό για το μεσημέρι. Αλλά, είχαμε γουρούνια τότες. Το κοιτάζαμε, το φροντίζαμε, το ταϊζαμε ό,τι να ήταν και το είχαμε για τα Χριστούγεννα. Την παραμονή των Χριστουγέννων έρχονταν πολλά μπουλούκια (=παρέες) παιδιά, δέκα με δώδεκα μπουλούκια και έπρεπε να κάνεις δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε κουλούρες. Και όταν είχες και μια ελεύθερη κοπελίτσα στο σπίτι μέσα, εμείς για παράδειγμα όταν είμασταν νέες, πηγαίναμε και παίρναμε σταφίδες και γλυκό και κάναμε κουλούρες μεγάλες και τις κερνούσαμε. Όταν έρχονταν τα παλληκάρια, ηλικία μας, για να πουν τα κάλαντα, μας τραγουδούσαν κι εμάς «σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε ήταν και μια κοπέλα…» και μετά εμείς τους δίναμε την κουλούρα και τα λεφτά. Μόλις έφευγαν από το σπίτι και έβγαιναν στο δρόμο, έτσι όπως ήταν η κουλούρα ζεστή και γλυκιά, την έκοβαν κομμάτια και την έτρωγαν. Τα παιδιά μάζευαν τις κουλούρες. Είχαν ένα μεγάλο ξύλο και τις περνούσαν εκεί. Δύο παιδάκια βαστούσαν τις κουλούρες και οι υπόλοιποι τραγουδούσαν.
‘Εφτιαχναν πολλά στιχάκια τότε. Προπάντως εκεί που είχε κορίτσια, έλεγαν πολλά στιχάκια: «Σ’ αυτό το σπίτι το ψηλό, το κιτρινοβαμμένο, μπαίνει και βγαίνει μα κοπέλα…». Θυμάμαι μερικά που έλεγαν για τα κορίτσια μας:
Μάννημ τη θυγατέρα σου
Μάννημ’ την ακριβή σου
Μάννημ ‘ την έχεις ακριβή,
γραμματικό τη δώσεις.
Δώστη κι χίλια πρόβατα, τριακόσια δαμαλίτσια.
Δώσ’τη κι ένα χρυσάλογο με τη χρυσή τη σέλα.
Σέλα π’αξίζει εκατό, κι μαύρος τα διακόσια
και τα τσκαλοπατώματα τα χίλια πεντακόσια.
Πολλά είπαμι για τη θυγατέρα σας.
Θιος να την φυλάει
Ένα άλλο πάλι που μας έλεγαν ήταν:
Κόρη στου τρίτου κάγκελου
τουν ήλιου συνορίζει.
Για έβγα ήλι μ’για να βγω για να λάμψει
για να λάμψω
Και συ θα λάμψεις, ήλιε μου, μαραίνεις χορταράκια.
Κι εγώ θα λάμψω ήλιε μου θα μαράνω σας τα παλ-
ληκαράκια
Κι έλαμψε η θυγατέρα σου κυρά και μάρανε εμάς τα
παλληκαράκια
(Χρόνια Πολλά)
Αλλά έλεγαν και για το αντρόγυνο του σπιτιού καμιά φορά από κανα στιχάκι, για να το συμπαθήσουνε και να το δώσουνε πιο πολλά λεφτά. « Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγήσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού 1000 χρόνια να ζήσει». Ένα άλλο πάλι έλεγε:
Π’ αρχόντου σπίτι βγαίνουμι
Σ’ αρχόντου θε να πάμε
Σ’ αυτό το σπίτι το ψηλό, το κιτρινοβαμμένο
Αρχόντς με την αρχόντισσα τη σκάλα
κατεβαίνουν
τη σκάλα και τη δρομουσιά και στην
αγιά κλεισούρα
Κύρη μας, πού ‘χεις γυναίκα όμορφη
και γαϊτανοφρυδούσα»
Αυτά τα έλεγαν έτσι, για να τους καλοπιάσουν, για να πάρουν καμιά δραχμή παραπάνω
Σαν σήμερα που είναι Χριστούγεννα απόψε, σ’ όλα τα καφενεία θα είχε γκάϊντα. Θα χόρευαν εδώ στην πλατεία. Θα έπιναν το κρασί, θα έπαιρνε κάθε άντρας ένα κομμάτι χοιρινό από το σπίτι του και θα το έψηναν στην πλατεία ή στα καφενεία. Ξέρεις τι χορός γένονταν στην πλατεία; Σηκώνονταν παντρεμένες γυναίκες, ανύπαντρες, άντρες και χόρευαν… Τρεις μέρες κρατούσε το γλέντι. Κρύο ξεκρύο, δεν το ‘βαζαν κάτω. Τυλίγαμε τα παιδιά με σπάργανο και τα παίρναμε μαζί μας. Μαζί και οι πεθερές και εβγαίναμε να δούμε το χορό. Μεθούσαν οι άντραι. Ήταν όλοι αισιόδοξοι. Κάθε Κυριακή γίνονταν χορός στην πλατεία, αλλά τώρα, στις γιορτές, πολύ περισσότερο».
Πρωτοχρονιά
«Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ θα εκάμναμε την Πίττα, τους λουκουμάδες. Οι άντραι θα πήγαιναν στα καφενεία για να παίξουν κανα σκαμπίλι. Γυναίκες με τις κόρες ετοιμάζανε τα φαγητά, ψήνανε τις πίττες και το βράδυ μέχρι την ώρα δώδεκα παίζαμε όλοι σκαμπίλια. Στις δώδεκα με την αλλαγή του χρόνου, κόβαμε την Πίττα.
Το πρωί πηγαίναμε στην Εκκλησία και μετά τρώγαμε την Πίττα. Άλλες τώρα κάνανε, μονάχα τη γλυκιά, τη Βασιλόπιττα. Εμείς, από τότες ακόμα, το έχουμε σαν έθιμο, κάνουμε και την άλλη πίττα με τα σημάδια: επαίρναμε κρύο φρέσκο νερό από βραδίς από τη βρύση και επλάθαμε την πίττα. Μετά εβάλναμε σημάδια. Τα παιδιά είχαν χαρά: « Τι θα βρούμε αύριο στην πίττα!». Πρώτο σημάδι που εβάλναμε ήταν το σπίτι. Για το σπίτι βάζαμε σαν σημάδι ένα κομματάκι κεραμίδι. Ύστερα εβάλναμε τις κότες με λίγο καλαμπόκι, τις γελάδες με λίγο αχυράκι, τα πρόβατα, τα χωράφια με λίγο στάρι. Στο τέλος τη δραχμή, που τη βάζαμε στη μέση της πίττας. Τ’ άλλα γύρω-γύρω.
Ανήμερα Πρωτοχρονιάς, σαν ερχόμασταν από την Εκκλησία, ο πιο μεγάλος άντρας στην οικογένεια γυρνούσε την πίττα τρεις φορές, μοιράζαμε τα κομμάτια και την τρώγαμε.. Όταν ας πούμε σε τύχαινε η δραχμή, σε έλεγαν «φέτος θα έχεις πολλούς παράδες», όταν τύχαινε το σπίτι « φέτος δε θα βγεις καθόλου απ’ το σπίτι». Αν περίσσευε ένα κομμάτι στο τέλος, λέγαμε «αυτό είναι του Αϊ –Βασίλη».
Την Πρωτοχρονιά το πρωί που θα σηκώνονταν η νοικοκυρά, τα σημάδια πού ‘χαν περισσέψει από την πίττα που έφτιαχνε το βράδυ, τα είχε μαζεμένα σ’ ένα κουτάκι. Πήγαινε και πλένονταν με κρύο φρέσκο νερό, έριχνε τα σημάδια καταγής και έλεγε « όπως τρέχει αυτό το νεράκι καθαρό, να τρέξει η υγεία, να έχουμε υγεία, να έχουμε χαρά και καλό μπερεκέτι (=σοδειά)» Όπως τρέχει δηλαδή αυτό το νεράκι καθαρό, να είμαστε όλοι καθαροί και γεροί.
Μετά, όταν έρχομαν από ‘κει που πλενόμουνα, άναβα τη φωτιά και καθόμουνα εδώ, έπαιρνα τη μασιά, ανακάτευα τα ξύλα και έλεγα «Έτσι όπως ανάβει και φωτίζει αυτή η φλόγα, έτσι να ‘μαστε γεροί και να έχουμε μπερεκέτι». Αυτό το έκανε και η μάνα μου κι εγώ συνεχίζω και τώρα να το κάνω. Όποιος έρχονταν μετά επισκέπτης, δεν είχαμε τέτοια κεράσματα που έχουν τώρα, κερνούσαμε ένα κρασάκι για το καλό και ένα κομμάτι πίττα. Δεν εκάμναμε τόσα γλυκά που κάνουν τώρα».
(Ευαγγελία Παναγιωτίδου-Δημήτρης Παναγιωτίδης)
Η γιορτή των Φώτων
«Πηγαίναμε στην Εκκλησία το πρωί του Άϊ- Σταυρού, παίρναμε αγιασμό «για τα ποντίκια», έτσι το λέγαμε τότες, και τον ρίχναμε σ’ όλο το σπίτι, παντού, για να φύγουν τα ποντίκια. Ο παπάς λιβάνιζε το σπίτι για να φύγουν οι Καλικαντζαραίοι. Από την προηγούμενη μέρα καθαρίζαμε το σπίτι, τινάζαμε και περιμέναμε να ‘ρθει ο παπάς να μας φωτίσει, να μας λιβανίσει για να φύγουν οι Καλικαντζαραίοι. Απόψε έρχονταν και τα παιδάκια και μας έλεγαν τα κάλαντα: «Σήμερα τα Φώτα και οι Φωτισμοί και χαρά μεγάλη…»
Τα παλιά τα χρόνια τέτοια μέρα εκάμναμε και «λαλαγκίτες» και εδώναμε και στα παιδιά από μία λαλαγκίτα(=κρέπα), γιατί ήταν και νηστεία. Τα δίναμε και ένα κομμάτι παστό από τα γουρούνια που σφάζαμε. Βαστούσαμε χώρια και ένα κομμάτι για τον παπά. Τα δίναμε και μια κουλούρα και λίγες δραχμές. Όπως τα Χριστούγεννα, έτσι και τώρα των Φώτων, κάναμε κουλούρες. Μοναχά τον ‘Αϊ-Βασίλη δεν κάναμε , τότες τα δίναμε φρούτο, μήλα καρύδια.
Των Φώτων γυρνούσαν και οι παντρεμένοι, όχι τα παιδιά μοναχά. Έπαιρναν τη γκάϊντα, πήγαιναν στα σπίτια και τραγουδούσαν, έπιναν το κρασί που τους κερνούσαμε. Αν είχαμε και ψητό χοιρινό, τους κερνούσαμε και απ’ αυτό. Έλεγαν με τη σειρά τα κάλαντα. Οι γκάϊντες βαρούσαν και οι νοικοκυρές με το δίσκο στο χέρι σέρβιραν. Τι καλά που ήταν εκείνα τα χρόνια…
Ύστερα έρχονταν άλλη παρέα, τα παλληκάρια. Και όταν είχαμε και κορίτσια στο σπίτι, έλεγαν και γι’ αυτά τραγούδια. Τα παλληκάρια τα δίναμε πιο πολλά λεφτά από τους παντρεμένους. Και αυτά έλεγαν «Σ’ αυτό το σπίτι έχει κορίτσια, πιο πολλές δραχμές μας έδωσαν!». Ένα στιχάκι που μας έλεγαν εμάς στο παλιό το σπίτι ήταν : «σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε το κιτρινοβαμμένο, εδώ θα ‘ρθει ένας καιρός να μπαίνω και να βγαίνω». Έφτιαχναν πολλά στιχάκια. Πόσα έλεγαν μέχρι να βγουν από την αυλή… Μόνα τους τα ταίριαζαν. Πήγαιναν και στ’ άλλα τα σπίτια που δεν είχαν κορίτσια αλλά δεν τους έδωναν πολλά. Εκεί που είχε κορίτσια όμως τα φρόντιζαν πολύ τα κεράσματα, κεντούσαν κιόλας από πάνω τα κουλούρια.
Επειδή είχαμε πολλά σκυλιά σε κάθε σπίτι, τα παιδιά που γυρνούσαν τα κάλαντα έπαιρναν βέργες μαζί τους, γιατί τα σκυλιά τους κυνηγούσαν. Έκαναν μια χοντρή βέργα και σ’αυτήν περνούσαν την κουλούρα. Δυο παιδιά τη βαστούσαν, ένας από ‘δω άλλος από ‘κει. Όταν μαζεύονταν πολλά κουλούρια, πάεναν σ’ ένα σπίτι να τ’ αδειάσουνε για να μάσουνε άλλα. Την άλλη μέρα πουλούσαν αυτά που είχαν μαζέψει, κουλούρια και παστό, και έπαιρναν λεφτά. Εάν δεν τα έπαιρνε κανένας τ΄αγόραζε ο μπαμπάς του παιδιού.
Για τα Θεοφάνια, ανήμερα, είχανε συμφωνήσει από βραδύς τη γκάϊντα, την πλέρωναν για να πάει σε κάποιο καφενείο. Μετά την Εκκλησία ετρώγαμε στο σπίτι και όταν τελειώναμε, έπαιρναν οι άντραι από το σπίτι ψητό, γουρούνι και πάεναν στα καφενεία. Εκεί μαζί με το ψητό έπιναν και κρασί, ενώ η γκάϊντα βαρούσε. Και όταν γένονταν το κέφι, κατά το μεσημέρι- απόγευμα, που θα τέλειωναν και οι νοικοκυρές τις δουλειές, έβγαιναν έξω στην πλατεία με τη γκάϊντα και ….τί χορός γένονταν! Παντρεμένοι, παντρεμένες παιδιά ….όλοι! Τι χαρές γίνονταν τότε! Αφού λέγαμε να τελειώσουμε τις δουλειές να βγούμε στο χορό. Εμείς οι παντρεμένες τ΄αφήναμε τα παιδιά στις πεθερές και πηγαίναμε στο χορό. Μα κι εκείνες δε βαστούσαν, έπαιρναν τα παιδιά, τα κουκούλωναν και έβγαιναν μες στο κρύο για να διούν το χορό. Γίνονταν πολύς χορός. Χορεύαμε με την ψυχή μας!. Μέχρι και οι γιαγιές χόρευαν! Κάθε Κυριακή είχαμε χορό στο Αρδάνιο, αλλά προπάντως των Φώτων…ήτανε το κάτι άλλο!
Το πρωί, μετά την Εκκλησία, ερίχναμε στο ποτάμι το σταυρό. Στο ποτάμι, για Φέρες πηγαίνοντας έχει μια γέφυρα εκεί. Εκεί πέρα είναι. Το ποτάμι δεν είχε και πολύ νερό. Το παιδάκι που θα έπιανε το σταυρό μαζί με καναδυό άλλα γυρνούσαν μ’ ένα δίσκο στο χέρι όλο το χωριό και το εδώναμε λεφτά. «Να σας βοηθάει» τα λέγαμε.
Η γιορτή του Αγίου Ιωάννη (7 Ιανουαρίου)
Την άλλη μέρα που ξημέρωνε Αϊ –Γιάννης, κι εκείνη τη μέρα γένονταν πολύς χορός! Εμείς οι παλιοί είχαμε πιο πολύ τη γκάϊντα, μετά ήρθαν και τ’ άλλα όργανα: κλαρίνο, βιολί, ούτι. Οι οργανοπαίχτες έρχονταν τις μέρες που είχαμε γιορτή. Έρχονταν από άλλα χωριά, πιο πολύ απ’ την Κορνοφωλιά. Αλλά πατούσαμε πολύ χορό αυτές τις δύο μέρες των Φώτων και του Άϊ –Γιάννη: μπαϊντούσκες, ζωναράδικα, μαντιλάτα, συγκαθιστούς, καλαματιανούς, χασάπικα, συρτούς. Εμείς οι γυναίκες τρελαινόμασταν να χορέψουμε σταυρωτό χορό και εκείνη τη μέρα του δίναμε να καταλάβει!».
(Ευαγγελία Παναγιωτίδου)
Aπόκριες
«Πρώτα έβγαζε άρμα το χωριό μας για το καρναβάλι που γίνεται στα Φέραι. Τώρα έχει καναδυό χρόνια που δε βγάζει. Μια φορά μας έφεραν και αρκούδα στο χωριό, έχει καμιά δεκαριά χρόνια.
Κάθε όταν θα έρχονταν Αποκριά, από δυο -τρεις βδομάδες πριν, λέγαμε ένα τραγούδι και το χορεύαμε, από την πρώτη Κυριακή κάθε βράδυ, μόλις βασίλευε ο ήλιος, μέχρι τη μέρα που θα αποκριεύαμε. «Άντε να τελειώσουμε τις δουλειές να πάμε στο χορό!». Πού και πού έρχονταν και καμιά γκάϊντα, αλλά περισσότερο με αποκριάτικα τραγούδια χορεύαμε. Γίνονταν τότες χορός όχι σαν και τώρα που δε γίνεται τίποτα. ΄Ηταν και η εποχή που θα γινόταν τα βαμβάκια και λέγαμε «Άντε να σηκωθούμε να χορέψουμε να μας γίνουν τα βαμβάκια!». Το είχαμε για καλό. Γίνονταν καρναβάλια μικροί, μεγάλοι.
Μετά έφευγαν από ‘δω και πήγαιναν όλα τα γύρω χωριά στα Φέραι. Εκεί είχαν έθιμο να παριστάνουν τέσσερεις με πέντε άντρες την καμήλα και να κουβαλάνε από πάνω τους έναν άλλον άντρα που έκανε τον καμηλιέρη. Στο τέλος του Καρναβαλιού κρεμάνε τον καμηλιέρη και ο κόσμος στήνει χορό γύρω από την κρεμάλα. Μοιράζουν και φασολάδα. Αυτά τα κάνουν ακόμα.
Εμείς οι παλιοί είχαμε κι ένα άλλο: το βράδυ που θα αποκριεύαμε πηγαίναμε στο νονό πιο πολύ ή στον θείο, στον παππού, σε κάποιον που να ήταν πιο μεγάλος και «συγχωριόμασταν». Αυτό το κάναμε κάθε χρόνο. Λέγαμε « θα πάμε να συγχωρεθούμε». Και τότε, εκείνο το βράδυ, φτιάχνανε οι γυναίκες παστό και ψητό, όσοι είχαν ακόμα χοιρινό, έρχονταν και η γκάϊντα και γινόταν πάλι πολύς χορός.
Τις αποκριές το βράδυ μαζευόμασταν σ’ ένα σπίτι όλο το συγγενολόϊ και γινόμασταν μια παρέα. Όταν ήμουνα εγώ νέα και μαζευόμασταν στο σπίτι του μπαμπά μ’, θυμάμαι που σηκώνονταν οι μεγάλοι άντραι και χόρευαν το πιπέρι: «Πως στουμπίζω το πιπέρι; Με το πόδι το στουμπίζω, με το γόνατο του στουμπίζω» και γονάτιζαν και μετά συνέχιζαν «με τη γλώσσα το μαζεύω» και έσκυβαν για να δείξουν πως τάχατες το μαζεύουν με τη γλώσσα. Χορεύαμε, λέγαμε τραγούδια, είχαμε φαγιά. Εκεί που χορεύαμε έρχονταν και καρναβάλια.
Ντύνονταν και μεγάλες και μικρά. Αφού φοβόταν τα παιδιά τα καρναβάλια. Τότε θυμάμαι τα μεγάλα τα καρναβάλια έδερναν τα μικρά. Μια φορά είχε φοβηθεί ο γιος μου ο μικρός και δεν τ’ άφησα μετά τα Καρναβάλια να μπούνε. Γίνονταν όμως και κάτι σιχαμερά. Καρναβάλια! Φορούσαν κάτι άγριες μάσκες και κάτι παλιόρουχα, όχι σαν τώρα που ντύνονται όμορφα. Τα φοβέριζαν τα παιδιά. Έπαιρναν και κάτι μεγάλες, χοντρές βέργες για τα σκυλιά, αλλά μετά μ’ αυτές χτυπούσαν και τα άλλα καρναβάλια. Οι μεγάλοι έβγαιναν νύχτα. Τους μεγάλους φοβάσαν. Τα μικρά τα Καρναβαλάκια έβγαιναν την μέρα.
Έτσι το κάναμε στις απόκριες, στο σπίτι με παρέα, με συγγενείς. Ύστερα την Καθαροδευτέρα το είχαμε να πηγαίνουμε στο παζάρι των Φερών. Όταν γυρνούσαν από ‘κεί, πετούσαν και χαρταετό η νεολαία, αλλά εμείς οι παλιοί δεν τα ξέραμε αυτά. Αυτά ήταν πιο καινούρια.
Είχαμε και νηστεία τότες. Νήστευαν τρεις μέρες, Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη. Δεν έτρωγαν καθόλου. Προπάντων οι ελεύθερες νήστευαν, αλλά και οι άλλες, που ήταν παντρεμένες. Την Τετάρτη το πρωί χτυπούσε η καμπάνα και πήγαιναν αυτές που νήστευαν για να μεταλάβουν. Έκαμνε η μάνα των κοριτσιών αυτών που ήταν ελεύθερες μια αλμυρή κουλούρα για να δουν ποιο θα είναι το τυχερό τους. Βάζανε ένα κομμάτι κάτω από το μαξιλάρι τους το βράδυ για να δουν ποιον θα ονειρευτούν. Έκαμνε και λαλαγγίτες για εκείνη τη μέρα η μάνα και πίττα στεγνή με σουσάμι και καλούσε τις γειτόνισσες μετά την Εκκλησία στο σπίτι για να τις κεράσει, επειδή νήστευε το κορίτσι της. Τώρα έχουν τις λαγάνες και το χαλβά. Αλλά και τότες ήταν δύσκολο να βαστάξεις τρεις μέρες, θα αρρώσταινες. Ούτε νερό έπιναν. Δε μπορούσαν όλοι να το κάνουν. Ακόμη και τώρα, είναι μερικοί απ’ τον δικό μας το μαχαλά που τη βαστάνε αυτή τη νηστεία. Τη βαστούσε ο κόσμος τότε όλη τη νηστεία, ίσως επειδή πίστευαν και πιο πολύ. Μπορεί να μην είχαν πολλά φαγιά, όπως έχουν τώρα, αλλά ήταν όλα γνήσια».
(Δημήτρης Παναγιωτίδης- Ευαγγελία Παναγιωτίδου)
Η γιορτή της 25ης Μαρτίου
«Τη μέρα του Ευαγγελισμού είχαμε στο σχολειό γιορτή. Λέγαμε πότε θα ‘ρθει αυτή η μέρα για να καμαρώσουμε τα παιδιά μας στο σχολείο. Τα έβαλναν τότε πολλά ποιήματα. Έκαναν και θέατρο. Τον μεγάλο μου τον γιο τον κάνανε τσολιά κάθε χρόνο για τρία χρόνια. Εμείς είχαμε και αγωνία. Δεν είχαμε τότε λεφτά να τα πάρουμε τα παιδιά ρούχα. Τα τσολιαδίστικα τα είχαμε δανειστεί από αλλού. Μαζεύονταν πολύς κόσμος εκείνη τη μέρα στο σχολείο, στριμώχνονταν όλοι, ποιος θα πάει πιο μπροστά για ν’ ακούσει το παιδί του. Έβαζαν ψηλά σανίδια από κάτω και έφτιαχναν τη σκηνή, όπου θα έπαιζαν το θέατρο τα παιδιά. Δεν κάνανε πολύ παρέλαση, πήγαιναν από την Εκκλησία στο σχολείο. Για σημαιοφόρο βάζανε στην αρχή τον πιο ψηλό. Τα επόμενα χρόνια το άλλαξαν και βάζανε τον πιο καλό μαθητή».
(Ευαγγελία Παναγιωτίδου)
Πάσχα
«Η νηστεία για το Πάσχα βαστούσε ως την Κυριακή των Βαΐων. Την Κυριακή των Βαΐων τρώγαμε ψάρι. Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα κάναμε αγρυπνίες. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τ’ αυγά, όπως και τώρα. Τη Μεγάλη Παρασκευή σφάζαμε τ’ αρνιά. Το βράδυ της Ανάστασης πηγαίναμε ώρα 01:00΄στην Εκκλησία και ξημερωνόμασταν εκεί. Την άλλη μέρα το πρωί ερχόμασταν στα σπίτια μας. Θα τσουγκρίζαμε τ’ αυγά, θα κάναμε μαγειρίτσα. Μετά «γυρνούσαμε την Ανάσταση». Το απόγευμα είχε πάλι χορό στην πλατεία».
Η γιορτή του Λαζάρου
«Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά δε γυρνούσαν τα κορίτσια τα κάλαντα. Μονάχα τα παλληκάρια. Τα κορίτσια γυρνούσαν τα Λάζαρα. Όπου είχε κανά μικρό παιδάκι ή καμιά πρωτάρα που γεννούσε, πολύ γυρνούσαν εκεί. Μαρ τα παιδιά τά ‘διναν έτσι τότες; Δεν τα ήφερναν δώρα. Και λέγαμε «θα πάμε στην τάδε είναι νέα έχει καλά φουστανάκια στο παιδάκι. Θα πάρουμε κάνα φουστανάκι από ‘κει να βάλουμε στο Λάζαρο». Έπαιρναν ένα καλαθάκι τα κορίτσια και γυρνούσαν και έλεγαν:
«Ήρθαν τα Λάζαρα
Ήρθαν τα Βάγα!»
κι έτσι κουνούσαν τον Λάζαρο. Τραγουδούσαν
«Παλληκάρια μας σταυροθατείτε
να σας ρωτήσουμε για τον αφέντη.
Φέρτον Λάζαρο να τον πάρουμε
να μας πάρει τους διαβόλους από μέσα»
Μάζευαν πολλά αυγά από τα σπίτια που έλεγαν τα Λάζαρα
Μετά τα μοίραζαν»
Η γιορτή του Άϊ-Γιώργη
«Για την ημέρα του Άϊ-Γιώργη σφάζαμε κουρμπάνι, ένα αρνί δηλαδή. Το σφάζαμε την προηγούμενη μέρα και όταν το σφάζαμε το θυμιάζαμε. Λίγο από το αίμα που έτρεχε το βάζαμε στο μέτωπο των παιδιών. Του κουρμπάνι το βάζαμε στου φούρνο- είχαμε φούρνους τότε που ψήναμε ψωμιά και τους ανάβαμε με τα ξύλα- και το ψήναμε. Έφερναν κι άλλες γυναίκες από το μαχαλά τα κουρμπάνια τους στο δικό μας το φούρνο.
Όταν ξημέρωνε η άλλη μέρα, του Άϊ-Γιώργη, πηγαίναμε στην Εκκλησία και, όταν ερχόμασταν το κουρμπάνι ήταν έτοιμο και , έτσι όπως ήταν ζεστό, το τρώγαμε. Το βράδυ είχε γλέντι. Οι πιο πολλοί φορούσαν άσπρα ρούχα αυτή τη μέρα, άντρες και γυναίκες.
Και κάτι άλλο κάναμε για το καλό: όποιος είχε μεγάλο δέντρο έξω από το σπίτι του, πηγαίναμε και κρεμούσαμε εκεί μια κούνια. Τη φτιάχναμε μ’ ένα σκοινί και ένα μαξιλάρι. Κουνιόμασταν μετά σ’ αυτήν, έτσι, για το καλό. Ένα κορίτσι θα κάθονταν στην κούνια και άλλα δύο, από δεξιά και από αριστερά, θα το κουνούσαν. Ενώ την κουνούσαν, θα τη ρωτούσαν «τον είδες τον αγαπητικό σου;» Εκείνη απαντούσε «ναι ναι τον είδα, πήγαινε στην πλατεία!.» Μετά τα κορίτσια της πετούσαν ένα βλαστήρι, ένα πρασινάδι που έκοβαν απ’ το δέντρο. Έρχονταν όμως και παντρεμένες και πολλές έλεγαν «άντε, να κουνηθούμε, να μας γίνουν τα βαμβάκια». Το είχαν δηλαδή για το καλό»
(Ευαγγελία Παναγιωτίδου)
Πρωτομαγιά
«Την Πρωτομαγιά το πρωί τα κορίτσια έπρεπε να πάνε να πάρουν νερό από το ποτάμι. Δεν είχαμε βρύσες τότες. Λέγαμε όλες οι κοπέλες «Τώρα να πάμε στο ποτάμι να πιάσουμε το Μάη! Κόβαμε ένα πρασινάδι από το δέντρο και το βάζαμε στ’ αφτί ή κάναμε και στεφανάκια. Αφού παίρναμε νερό, στηνόμασταν στην άκρη του ρέματος και χορεύαμε και τραγουδούσαμε « Τώρα Μάης τώρα θερτής…» Οι νοικοκυρές το πρωί της Πρωτομαγιάς – εγώ το έκανα αυτό και ακόμα το κάνω – έβγαιναν στην αυλή, έκοβαν πρασινάδια και τα έβαζαν στις πόρτες, στα χερούλια. Μετά μ’ ένα πρασινάδι χτυπούσαν ελαφρά τα παιδιά τους που κοιμόταν και έκαναν την ευχή «έτσι ζωηρό όπως είναι αυτό το φυλλαράκι, έτσι να ‘ναι και το παιδί μου γερό». Τώρα σουβλίζουν το αρνί την Πρωτομαγιά. Τότες, δε το είχαμε αυτό».
(Ευαγγελία Παναγιωτίδου)
Πανηγύρι στο Αρδάνιο
Το Αρδάνιο κάνει πανηγύρι την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής. Σ’ εμάς γινόταν πολύ καλό το πανηγύρι. Ένας από το χωριό μας το είχε ταγμένο να κάνει ένα μοναστηράκι και είπε «εδώ θα κάνουμε πανηγύρι». Τρία χρόνια μετά διαδόθηκε ότι γίνεται πανηγύρι στο Αρδάνιο, τη Ζωοδόχο Πηγή. Έσφαζε αυτός από βραδύς μοσχάρια. Την άλλη μέρα το πρωί τα έβαζε σε καζάνια, τα έβραζε και από ‘ κει φιλεύονταν όλος ο κόσμος. Αυτά γίνονταν απάνω στο λόφο, εκεί που έκανε το μοναστήρι.
Γίνονταν πολύ μεγάλο πανηγύρι. Στο Αρδάνιο γινόταν το καλύτερο πανηγύρι και ήθελε ο κόσμος να’ ρθεί. Απ’ όλα είχε το πανηγύρι: οι δρόμοι ήταν δεξιά και αριστερά γεμάτοι με πραγματευτάδες, που πουλούσαν φαγώσιμα, ποτά, ρούχα, παιχνίδια. Έρχονταν πολύς κόσμος απ’ όλα τα γύρω χωριά και τα Φέραι. Βαρούσανε τα όργανα, τα νταούλια, οι γκάϊντες. Σ’ όλα τα καφενεία είχε όργανα.
Τώρα το πανηγύρι το κατέβασαν στην πλατεία. Τότε έπιανε όλο το χωριό!. Ξεκινούσε απ’ το μοναστήρι, όπου έβραζαν τα καζάνια, πάνω στο λόφο και κατέβαινε στα δρομάκια του χωριού.
Δε θα ξεχάσω τους Πόντιους που έρχονταν και χόρευαν στην πλατεία. Κάποιος έπαιζε τη λύρα και οι υπόλοιποι χόρευαν. Κάποιοι δικοί μας ζήλευαν που ήξεραν τόσο καλό χορό. Μερικοί παλιοί θυμούνται ακόμα δύο Πόντιους, αδέρφια ήταν, που χόρευαν πολύ καλά.
Πραγματικά, γίνονταν πολύ μεγάλο πανηγύρι. Μέχρι και παλαιστές έρχονταν! Στήνανε παλαίστρα και κάνανε αγώνες πάλης. Ήταν καθιερωμένο στο τέλος του πανηγυριού να γίνεται η πάλη. Παλαιστές, δεν ήταν επαγγελματίες όμως, πάλευαν με τις ώρες. Φορούσαν το «χισπέτι» που ήταν μια δερμάτινη περισκελίδα για να προστατεύει τα απόκρυφα και τη μέση τους. Άλειφαν και το σώμα τους με λάδι, ώστε να γλιστρούν και να μην τραυματίζονται με τυχαίες βίαιες λαβές.
(Δημήτρης Παναγιωτίδης)
«Εμείς οι νοικοκυρές είχαμε πολλές ετοιμασίες όταν είχε πανηγύρι το χωριό. Περιμέναμε πολλούς μουσαφιρέους, ξέραμε ότι θα έρχονταν πολλοί για να τους φιλέψουμε. Τα φαγητά τότες τα φτιάχναμε σ’ έναν μεγάλο τέντζερη. Εμείς περιμέναμε πώς και πώς να τελειώσουμε τις δουλειές μας για να βγούμε στο πανηγύρι!. Τα κορίτσια πού να κάτσουν να σε βοηθήσουν εκείνη τη μέρα! Ήθελαν να βγουν στο πανηγύρι να γνωρίσουν κανέναν. Κι εμείς οι μάνες όμως θέλαμε να βγούμε να διούμε με ποιους μιλάνε τα κορίτσια μας, με ποιους κάνουν παρέα!. Την Παραμονή έρχονταν πιο πολύς κόσμος. Τώρα δε γίνεται σχεδόν τίποτα. Και η νεολαία όμως είναι αλλιώς. Έρχονται να δουν το πανηγύρι, αλλά μπορεί να μην σε επισκεπτούν καν ή μπορεί να ‘ρθουν για έναν καφέ μόνο»
(Ευαγγελία Παναγιωτίδου)