Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΜΑΝΗΣ

ΙΙΙ Πνευματικός Βίος

Β, Έθιμα του λαϊκού Εορτολογίου

Πριν τα Χριστούγιννα, στου 40μερο που νήστεβαν κανείς δεν έτρουγι κρέα, τυρί κι γάλα αλλά κι αυτά που να τα βρει. Όλ’ νύστευαν όλις τις μέρες. Υπήρχαν κι μέρες που δεν τρώγαμι ουτ’ λάδ! Την Παραμονή των Χριστουγέννουν όλα τα πιδούδια έβγαιναν στους δρόμουν πήγηναν απου σπιτ’ σ’ σπιτ’ κι φώναζαν «Κόλιντα – Κόλιντα» . Τότες συ έπριπι να βγεις κι να τα δώσεις πορτουκάλια, μανταρίνια, μήλα αντι κι κανάνενα κουλουράκ’. Του βράδ’ κάθι σπιτ’ έστρουνι παν’ στου σουφρά ιννιά νηστίσιμα φαγητά κι έτρουγαν ολ’ μαζί.

Του προυϊ τα Χριστούγιννα σκώνουνταν οι γυναίκις κι μι ζυμαρ’ έφτιαχναν το ζυγύ, τ’ αλέτρι κι άλλα αντικείμινα. Τα έβαζαν στου φούρνο κι τα φύλαγαν ως τα Φώτα. Όταν έρχουνταν παραμουνή των Φώτων, τα παιρναν κι τα ίβαζαν μες στ’ άχυρο για να τα φαν’ τα ζώα κι να είνι καρπρά και γιρά.

Πρωτ’ κι δεύτερ’ μέρα Χριστούγιννα είκουσι παλλικαριά έπιρναν ένα δίσκου είχαν μια τσίορτα κρασί κι γυρνούσαν από σπιτ’ σι σπιτ΄κι έλιγαν ένα τραγούδ’ για κάθι μέλος τς οικουγένειας.

Να για τς νέους έλιγαν: Ένας η νιος ή κούτσικος

παένει ν’ αρραβωνιάσει

ρίχνει και την τσουκνίτσα τ’

τρία διπλά στον ώμο

ρίχνει και στην τσεπίτσα τ’

καν δυο καν τρεις χιλιάδις.

Την Τριτ’ μέρα απ’ τα Χριστούγινναν γένουνταν τα καρναβάλια. Έβγινι όλους κόσμους στη πλατεία του χουριού οι χόρευι’ αν, τραγουδούσαν, πειράζουνταν, φώναζαν κι πιρνούσαν πουλύ καλά.

Παραμουνή Προυτουχρουνιάς είχαμι τα σούβρα. Τα πιδούδια ξανα έβγιναν στους δρόμους είχαν μια σούβρα (=βέργα), πήγηναν απου σπιτ’ σι σπιτ’ κι φώναζουν «σουβρα». Τότες νοικοκυρς έβγινι κι τσ’ έδινι κρέας. Αν πήγηνης σι κανέναν συγγινις σ’ έδινι λουκάνκα. Όταν ξημέρουνες ολ’ πάεναν στην Εκκλησία κι μιτά μαζεύουνταν στου σπιτ’ κι έκουβαν την πίττα για να δουν σι πιον θα πεσ’ του φλουρί. Κι σι όποιουν έπιφτι αυτούς έλεγαν θα είνι πουλύ τυχιρός.

Τρεις μέρις μιτά τα Χριστούγιννα κι την Προυτουχρουνιά γινόταν μιγάλου γλεντ’ στην πλατεία που μαζεύουνταν όλους κόσμους κι χόριβι, διασκέδαζει έπινι κι χόριβαν.

Παραμουνή των Φώτων παππάς γυρνούσι απου σπιτ’ σι σπιτ’ κι τα άγιαζει. Κειν’ την μέρα ήταν κι νηστεία.

Ανήμηρα των Φώτων επειδής  ‘μεις δεν είχαμι πουταμ’ μαζιβόμασταν στην πλατεία του χουριού κι είχι παππάς ένα σταυρό κι μια κούπα κι αυτός που θα έδινι τα περισσότιρα λιφτά για την εκκλησία έριχνι του σταυρό μες στη κούπα. Υ’στηρα φίληβι στου σπιτ’ τ’ τουν παππά. Τα φώτα έφτιαχναν την «Μπάμπω».

Στις 3 Φεβρουαρίου είχαμι τουν ΑΗ-Τρύφουνα που προυστάτιβι τ’ αμπέλια μας κι κάναμι αγιασμό σ’αυτό. Κι στις 2 Φεβρουαρίου είχαμι την Υπαπαντή του Κυρίου κι πηγαίναμι στην Εκκλησία.

Την Κυριακή απ’ τις Απόκριες γίνουνταν πουλύ μιγαλ’ χαρά στου χουριό. Πολ’ έβγιναν όλους κόσμους στην Πλατεία κι χόριβαν ακομ’ κι κοιν που δεν χόριβαν ποτις τς  γιατί πίστεβαν πως δεν θα γένουν τα βαμβάκια τς. 

Όταν ένα ζιγούρι ήταν αρραβουνιασμένο πήγηναν τς Απόκριες χαλβά κι δώρα στο σπιτ’ τς νυφ’ς για να την δουρίσουν. Αν είχις παράδες μπουρεί να τς έδινις κι κανένα φλουρί. Κι τα συμπυθέρια κάθουνταν κι έτρουγαν στου σπιτ’ τς νύφης.

Την Καθαρά Διφτέρα η νοικουκυρά κριμούσι παν’ στου ταβάν’ ένα κουμματ’ χαλβά, ο πατέρας γυρνούσι την κλούρα του χαλβά κι τα πιδιά αχαμνούσαν να τη φαν’. Όταν την έτρουγαν έκιγαν την κλουστή που κρέμουνταν χαλβάς.

Επίσης τότες γίνουνταν κι του έθιμου του Μπέη. Παλικάρια ντύνουνταν κι κουρόϊδιβαν τουν Μπέη κι τς ανθρώπους τ’. Ένα πιδί ντύνουνταν Mπέης κι γυρνούσι παν’ σ’ ένα γκατζολ’ κι απου κάτου ήταν άλλα πιδιά μασκαράδες που πείραζαν τουν κόσμου. Στο τέλους έκειγαν τα κέρατα κατ’ ξύλα που είχι στου κιφάλι τ’ για να δείξουν ότι ελευθερώθηκαν απ’ τους Τούρκους. 

Όλη τη Σαρακουστή του Πάσχα όλους κόσμους νήστιβι κι κανένας δεν χόριβι,  ούτ’ διαδκέδαζι. Τα κοπιλούδια έραβαν 3 στουλές που θα τις φουρούσαν τις 3 μέρες του Πάσχα.

Την Παραμουνή του  Λαζάρου  τα  πιδούδια   γυρνούσαν   από   σπιτ’   σι   σπιτ’  κι τραγουδούσαν. Οι νοικουκυρές τα δινάν απού καμιά δραχμή κι κανένα αυγό. Όλ’ τη Μιγάλη Βδουμάδα δεν έκαναν καμιά χαρά αλλά πινθούσαν. Την Μ. Πέμπτη  οι  νοικοκυρές  έβαφαν μον’  3 αυγά, ένα για τ’  αμπέλ’, ένα  για  του  χουραφ’ κι ένα για του σπιτ’.  Όλα  τ’ άλλα τα ‘φτιαχναν του Μιγάλου Σάββατο.  Του  βραδ’  πήγηναν  ολ’  στην  Εκκλησία κι  έβγαζαν  του Σταυρό. Υ’στηρα κάθουνταν οι κουπέλες κι στόλιζαν τον επιτάφειο κι οι πιο μιγάλες έψελναν θρηνώντας.

Την Μ.Παρασκευή πήγηναν λουλούδια του πρωί στον επιτάφιο κι του βραδ’ έψελναν τα εγκώμια κι γυρνούσαν όλ’ το χουριό μι τον Επιτάφιο. 

Του Μιγάλου Σαββάτου έκαναν τ’πασχαλιές κι του ψουμί. Οι πασχαλιές ήταν κουλούρις απου ψουμί που μαζί μι κόκκινα αυγά πήγηναν στην νουνά. Κι η νουνά τς φίλευε κι τς έδινι τς ευχές τς. Του βράδ’ πήγιναν στην Εκκλησία για την Ανάστασ’.

Κι την Κυριακή του Πάσχα έσφαζαν κι σούβλιζαν αρνιά κι χόριβαν κι διασκέδαζαν. Κι παλ’ για 3 μέρες γένουνταν πουλύ μιγαλ’ χαρά.

 

Κατηγορία

Τοποθεσία

Αρ. χειρογράφου
767
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Παπαγεωργίου
Όνομα
Βασιλική