Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ
ΙΙΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Β.ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
α. Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
Σαράντα μέρες νηστεύαμε. Εκείν’ το βράδυ (παραμονή Χριστουγέννων) περιμέναμε να φάμε.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
Έβραζες τη Βαρβάρα από βραδύς. Σταφίδες έβαζαμε, καρύδια χτυπούσαμε και σουσάμι τηγανίζαμε. Πρωί πρωί στη γειτονιά θα μοιράσεις. Αν ήσουν νιόπαντρη ή αρραβωνιασμένη στη νουνά θα πας πρώτη πρώτη να φάει Βαρβάρα. Κείνη θ’ αδειάσει το πιάτο σ’ και θα βάλλει μέσα από τη δική της
(Τζιρμάνη Σοφία)
Β. Το Δωδεκαήμερο ( 25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)
Χριστούγεννα γουρούν’ θα κόψουμε, θα το καθαρίσουμε. Καβουρμά έλεγαμε. Μπουμπάρια θα κάνουμε. Σουτζούκια (λουκάνικα) θα κάνουμε απ’ τα γουρούνια. Χριστούγεννα τρεις μέρες χορό έκαναμε. Θα βγουν τα όργανα. Τραγουδούσαμε και να μην είχε κλαρίνο τέσσερις γυναίκες. Τραγουδούσαμε δυο-δυο τρεις μέρες απ’ του πρωί που θα φάμε. Θα βγούμε, μέχρι να νυχτώσει τραγούδια έλεγαμε. Γιος μου είδε έρχεται στο σπίτι μας καμήλα. Φοβήθηκε, δεν αφήσαμε να έρθει στην αυλή μας. Δύο άτομα ήταν που κουνιούνταν σαν καμήλα. Μια, δυο δραχμές θα δώσεις, αν έχεις σουτζούκια (λουκάνικα). Τέτοια πράματα. Όπως είναι μια καμήλα, έβαζαν σακί, έβαζαν ξύλα από μέσα, έβαζαν στη ράχη τ’. Είχαν κουδούνια πάνω. Ντυμένο με ζωνάρι για λουρί, έραβαν και γυρνούσε από σπίτ’ σε σπίτ’. Όποιος ήθελε έχωνε στην αυλή τ’, όποιος δεν ήθελε, έβγαινε, ό,τι έχει ευχαρίστηση έδιναν. Έφευγαν, μετά πήγαιναν να γλεντήσουν.
Του Αϊ- Βασίλ’ το βράδυ σούρβο (κάλαντα) έλεγαμε. Γυρνούσαμε. Από ένα παλούκι για δυο καρύδια. Ο φτωχός ένα καρύδι. Χαιρόμασταν ότι καρύδι μαζεύουμε. Ξυλοκέρατα, τόσα εκείνα. Αν έδινε μισό τσιγκούνης λέγαμε είναι. Όποιος θα ‘ρθει πιο μπροστά στο σπίτι σου. Με ‘κείνο το βέργα που είχε έπαιρναμε ένα ξυλαράκι και με ΄κεινο θα λουστούμε τα μαλλιά μας να είν’ μακριά σαν το ψηλό το δέντρο.
Του Αγιο-Βασίλ’ πίτα κάνουμε. Γυρνάμε τρεις φορές το ταψί. Έβαζαμε τ’ αμπέλια, του σπίτ’, κότες, ζώα, όλα μέσα τ’ αραδιάζαμε καθ’ έναν τι θα πέσει. Μεσ’ στη χαρά είμασταν.
Τα φώτα θα πάρει τρία-τέσσερα κιλά κρέας, θα ζεματίσ’. Θα κάνει φρατζόλες, θα βάλλει μέσα το σταυρό, να δούμε ποιόναν αγαπάει και θα πάει. Αυτή που πέφτει σταυρό, αυτή θα κάνει την άλλη χρονιά φραντζόλες. Θα κάτσει σταυρός στο σπίτ’ ένα χρόνο. Ήρθε τα Φώτα πάλι, θα βγει μετά την Εκκλησιά, θα μεράσ’ φραντζόλες. Τα Θεοφάνια έπαιρναμε τις εικόνες, πήγαιναμε στο χωριό στα νερά. Εκεί πηγαίναμε, έπλυνισκαμε τις εικόνες. «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον». Αυτό φώναζαν οι παπάδες, ο λαός. Το σταυρό που έριχνε παπάς στο νερό, όποιος ήταν νιόγαμπρος, κείνος έπεφτε στο νερό. ‘Όποιος θα πάρει, θα πάρει αγκαλιά κι ύστερα όλη μέρα θα γλεντήσουν. Περιμέναμε μετά να ‘ρθει στο σπίτι μας παπάς με το σταυρό να ευλογήσ’.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
δ. Απόκριες
Τις Απόκριες πάλι μαζεύομασταν κι όσοι πάλι νιόνυφοι ολόκληρο το χωριό γυρνούσε, φιλούσαν τα χέρια τ’. Συγχωρεμένα γίνονταν. Μια δεκάρα θα δώσουν τρύπιο, μεσ’ στη χαρά. Καρναβάλια είδαμε εδώ, στο καινούριο το χωριό. Εκεί όλη νύχτα μέχρι του πρωί, από σπίτ’ σε σπίτ’ γυρνούσαν. «Συγχωρεμένα, συγχωρεμένα» λέγανε. Κι αν ήταν κακιωμένοι, κείν’ του βράδ’ θα συγχωρεθούν.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
ε. Κινητές εορτές
Στη Σαρακοστή για το Πάσχα νήστευαμε. Πένθος είχαμε για, Χριστός θα σταυρωθεί. Χέρι με χέρι πιάνομασταν δυό γυναίκες και δυό άντρες έρχονταν σε έκοβε γιατί πένθος είχαμε. Χορό δεν είχαμε, τίποτα, γιατί πενθούσαμε το Χριστό.
Το Πάσχα «Χριστός Ανέστη», χαρά. Στην εκκλησία θα κάτσουμε μέχρι να σχολάσει. Θα κοινωνήσουμε πρώτα. Στα δικά μας τα χρόνια δεν έκαναν αρνιά. Μαγειρίτσες κάναμε. Γειτονιά θα μαζευτεί, πέντε έξι οικογένεια. Θ’ ανάψουμε φούρνο, θα ρίξουμε τα ταψιά στο φούρνο. Μετά χόρευαμε, χαρά είχαμε για. Χριστός Ανέστη. Όπως τα Χριστούγεννα, τα ίδια κάναμε Πάσχα. Όργανα παλαίστρες, να τα ίδια.
Πεντηκοστή το πρωί πήγαιναμε χωρίς να μιλήσουμε καρυδόφυλλα κι έριχναμε νερό στους πεθαμένους στα μνήματα. Γυρνούσαμε χωρίς να μιλήσουμε. Ύστερα πήγαιναμε στην εκκλησιά. Εκεί φυσικά γονατάς τρεις φορές στα καρυδόφυλλα. Μετά την εκκλησιά έλεγαν ψυχές γύρναγαν στα μνήματα. Απ’ του Χριστός Ανέστη έξω έβγαιναν και γυρνούσανε παντού. Μετά όμως ξανά μέσα.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
στ. Ακίνητες εορτές της άνοιξης
Του Αϊ-Γιώργη πηγαίναμε στη Λεπτή. Εκεί είχε μοναστηράκι, εκεί γιόρταζαμε. Άντρα αν έχεις επειδή είναι νέος θα πάν’ , θα πάρουν τριφύλλι. Θα φορτώσουμε τα ζώα, θα ζέψουμε που λέμε, θα πάρουμε το ταψί με το φαΐ. Εκεί θα πάμε, θα φάμε, θα πιούμε, θα γλεντήσουμε. Έκαμναν παλαίστρα. Τούρκοι πολλοί εκεί πάλευαν. Γύρω γύρω μαζεύονταν κόσμος, περίμεναν ποιος ποιόναν θα νικήσει. Ο νικητής αρνί έδιναν, λεφτά έδιναν δώρο; Ο δεύτερος ή ένα πουκάμισο ή ύφασμα θα έχει. Κι εκείνος τι κάλτσες είχε, τι μαντήλια. Τέτοια εμείς στα κεφάλια μας που βάζαμε, εκείνα. Ο δεύτερος, ο τρίτος. Πολλές φορές δυο τρεις άλλαζαν για να νικηθούν. Αυτές τα κατώτερα έπαιρναν. Αυτός που πρώτος έρχονταν βασίλευε.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
ζ. Γιορτές του καλοκαιριού.
Προφ΄ Ηλία κάτω στο παλιό χωριό γίνονταν, με το κάρο πήγαιναμε. Πολύ κόσμο είχε, χόρευαν, τα κορίτσια τραγουδούσαν. Απ’ του πρωί ως το βράδυ. Παλαίστρες είχαν, θα παλαίψουν.
Το Δεκαπενταύγουστο στην Κλεισσώ πηγαίναμε. Εκεί είχε πανηγύρι. Όργανα, παλαίστρες, χορούς. Φορτώναμε τα παιδιά στο κάρο κι εμείς απάν’. Ίσα το δρόμο, στο πανηγύρι πηγαίναμε.
(Τζιρμάνη Σοφία)
η. Γιορτές του φθινοπώρου
Έναν καιρό κουρμπάνι έκαναν. Έσφαζαν πρόβατο. Για τον Αϊ -Δημήτρη, αυτό έκαναν. Πήγαιναμε στον Αϊ-Δημήτρη, στην εκκλησιά, γέροντας έδινε λίγο κρέας στου πιρούν΄. Κρασί έδιναν. Το μπουκάλι γεμάτο ήταν, πέντε κιλά, δέκα κιλά. Ή μπακίρ (τσίγγινο κύπελλο) είχαμε, με το κύπελλο έπαιρναμε. Αυτός που έπινε: «Άιντε Αϊ -Δημήτρης βοηθός να είναι, όλουν τουν κόσμου να βοηθάει».
(Μαργαριτίδου Χρυσή)