Τοπικές ενδυμασίες από ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΘΡΑΚΙΩΤΕΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗΣ Ν. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΝΤΟΛΑΣ
ΑΚΑΔ.ΕΤΟΣ :2002-2003
ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ : ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ Ι
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ :ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
«Οι γυναίκες τότες φορούσανε μακριά φουστάνια, κάτω απ’ το γόνατο και οι άντρες παντελόνια φαρδιά. Το χειμώνα βγάζανε και φορούσανε τα μάλλινα τους και το καλοκαίρι ντυνότανε πιο ελαφριά. Τα παντελόνια τους οι άντρες, βράκες τα λέγανε, αλλά δεν ήταν βράκες ακριβώς, ήτανε κάτω από το γόνατο. Είχανε μαύρο χρώμα και τα δένανε με ένα κόκκινο ζωνάρι που εκεί βάζανε τα τσιγάρα τους και τα πράγματά τους.
Από πάνω φορούσανε το μαύρο το γιλέκο που είχε μια τσέπη και εκεί βάζανε το ρολόι τους. Τα πουκάμισά τους ήτανε άσπρα και δεν είχαν γιακά. Ξέχασα να πω ότι κάτω στα μπατζάκια τους είχανε από ένα κομμάτι βελούδο για διακόσμηση.
Βράκες καμιά φορά φορούσανε και οι γυναίκες αλλά τις περισσότερες φορές φορούσανε τα φουστάνια τους και το γιλέκο από πάνω και είχανε και μια ζώνη στη μέση πιο λεπτή από του άντρα, με μια πόρπη στη μέση. Η ζώνη στη γυναίκα ήτανε περισσότερο για διακόσμηση. Τις βράκες τις φορούσαν οι γυναίκες πιο πολύ μέσα στο σπίτι. Οι άντρες, όταν πήγαιναν να οργώσουν το χωράφι, φορούσανε τα τσαρούχια. Ήτανε ας το πούμε τα παπούτσια της δουλειάς. Αλλιώς, φορούσανε τις τουλούμπες που ήτανε πέτσινα παπούτσια. Ήτανε πετσί από πάνω και από κάτω και αυτοί που είχανε λεφτά, φορούσανε από πάνω τις γαλόντζες που ήτανε κάτι σαν λάστιχα για να μην φαγώνονται και λερώνονται οι σόλες, γιατί τότες δεν υπήρχε άσφαλτος και τσιμέντα, ήτανε χώματα και λάσπες. Οι γυναίκες φορούσαν κι αυτές τσαρούχια γιατί τότες πήγαιναν και οι γυναίκες στο χωράφι, φορούσαν επίσης παπούτσια πέτσινα χαμηλά και κάτι άλλα με λίγο τακουνάκι χοντρό και τσόκαρα. Οι άντρες τις καθημερινές φορούσανε την τραγιάσκα και τις Κυριακές φορούσανε το ρεπούμπλικο, ντυνότανε και πιο καλά. Οι γυναίκες φορούσανε τα τσεμπέρια (μαντήλες) τις καθημερινές. Τα μαλλιά, τα παλικάρια δεν τα αφήνανε ούτε πολύ μακριά, ούτε πολύ κοντά. Είχανε το σβέρκο καθαρό και τα χτενίζανε προς τα πίσω. Οι γυναίκες πάλι, αφήνανε τα μαλλιά τους μακριά μέχρι τη μέση και τα κάνανε ή μία πλεξούδα ή δύο πλεξούδες ή τα πιάνανε ουρά ή τα αφήνανε έτσι. Τις Κυριακές και τις γιορτές τα πιάνανε κότσο. Τότες δεν υπήρχανε αυτά που λέμε τα καλλυντικά. Οι άντρες οι πιο πολλοί δεν ξυριζότανε καν, υπήρχε πολύ φτώχεια. Όταν πηγαίνανε στον μπαρμπέρη , ξυριζότανε κιόλας, αλλά εκεί δεν πηγαίναν συνέχεια αραιά και που αν τύχαινε κι αν είχανε χρόνο και λεφτά. Οι γυναίκες, επειδή τότες η γυναίκα έπρεπε να είναι νταρντάνα, να έχει κάτασπρο δέρμα και κόκκινα μάγουλα, βάζανε πούδρες και βάφανε τα μάγουλά τους με ροδοπέταλα γι να τα τονίσουν περισσότερο. Μετά πάλι, πέρνανε τριαντάφυλλα και βάζανε τα πέταλα για 40 μέρες στο νερό και εκείνα τραβούσαν το ζουμί και κάνανε κολόνιες τα κορίτσια. Αυτά εδώ επειδής τα κάνανε μόνα τους τα κορίτσια, τα λέγανε φτιασίδια. Την άνοιξη, τον Μάιο βγαίνανε τα τριαντάφυλλα τα μαϊσια. Έτσι τα λέγανε, γιατί αυτά βγαίνουνε μόνο το Μάιο, λοιπόν μ’ αυτά κάνανε και κολόνιες και γλυκό κουταλιού»
(Δημήτριος Διττόπουλος)