Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΝΕΑΣ ΒΥΣΣΗΣ
Έθιμα λαϊκού εορτολογίου
Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
Την σαρακωστη την κρατουσαν ολοκληρη μον’ άμα ήταν κάποιος άρρωστος ή καμιά έγκυος δεν την κρατούσε την σαρακοστή . Οι αλλ’ ολ’ την κρατούσαν. Δεν έτρωγαν την πρωτ ‘βδουμάδα που ξεκινούσαν και την τελευταία ούτι λαδ΄. Τα Χριστούγεννα δεν την κρατούσαν όλη, 40 μέρες όπως το Πάσχα. 40 μέρες δεν έτρουγαν κρέας όχι λαδ΄. Ψαρ΄μερικοί έτρουγαν αλλά τότι ψάρια δεν ήταν πολλά. Παλιά όλοι κρατούσαν νηστεία τώρα όσοι θέλουν.
Το δεκαήμερο ( 25 Δεκέμβριου – 5 Ιανουάριου)
Κείνες της 12 μέρες, του βραδ’ ρούχου δε δα άπλωνες γιατί δα περνούσαν τα καλικατζάρια και δα τα μάζηβαν. Κείνες μέρες ήταν μέρες γιορτής. Τα Χριστούγεννα οπωσδήποτε θα σφάζαμε το γουρούνι την παραμονή και θα ήταν πλούσιο το τραπέζι, μπιμπίνα (γαλοπούλα) δα κόβαμε, του μπέμπη (γαλοπούλα) και δα τον έκαμναμι γεμιστόν. Κάναμε λουκάνκα.
Μαζευόμασταν ολ’ μαζί κι τρώγαμε. Από βραδύς κάναμε νηστίσιμο. Τα Χριστούγεννα επειδή νηστεύαμε, κάναμε φασουλάδα και ελιές και φακές.
Την παραμονή όμως πρωτοχρονιάς 9 λουϊού (λογιών) φαΐ δα έκαμναμι. Μαγειρεύαμε μόνο από βραδύς, την άλλη μέρα δεν κάναμι.
Θα πηγαίναμι στην εκκλησία και θα ερχόμασταν να τα ζεστάνουμε, να τα φάμε. 9 λουϊού φαγητά: θα ήταν του μπουρμπαρ΄ ΄έντερα γεμισμένα γουρουνιών με κιμά και κρέατα, θα ήταν πατσάς , μελίνα, μπακλαβού, τουρσί μι του μπέμπη, χοιρινό κρέας , τηγανητά κρέατα μαζί με το συκώτι γουρουνιού. Κρασιά, αυγά, σαλάτες θα τα θυμιάζαμι από βραδύς. Και την παραμονή των Χριστουγέννων θυμιάζαμι και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Βάζαμι στου τραπεζ ‘ ένα κόσκινο μι σιτάρ , μι σπόρου , μι καλαμπόκια, λεφτά εκεί μέσα, χρυσαφικά κι έπαιρναμι κι μια βίτσα και τα λίγαν τα κόλιντρα. Κείνα έπρεπε να τα θυμιάσουμε για να πάει καλά χρονιά. Κι έκοβαμι τη μιλίνα έβαζαμι φλουρί μέσα στην μιλίνα (τυρόπιτα), φλουρί βάζαμι καμιά δεκάρα τρύπια κι του κούβαμι. Πρώτα πρώτα θα βγάζουμι κομμάατ για τουν Αη Βασήλ κι μετά έβγαζαμι τα χουράφια, κι μετά όλους με τη σειρά στο σπίτι. Κι εκείνος που το τύχαινε του φλουρί έπρεπε να πάει την άλλη μέρα στην εκκλησιά για να αναψ’ κερί μ’εκεινη τη δεκάρα.
Παραμονή πρωτοχρονιάς μας έλεγαν κι τα κάλαντα. Τα Χριστούγεννα έλεγαν τα τεμπελέκια
Τα κάλαντα που λέγαμι στου χουριό. Την άλλη μέρα της πρωτοχρονιάς γίνονταν τραπέζ‘ πολύ πλούσιου κι μετά ξεκινούσαν να κάνουν γειτονιά (επισκέψεις) θα πήγαιναν στις κουμπάρ’, στ’ αδελφια, στις θείες.
Μετά ήταν τα Φώτα. Την παραμονή των Φώτων περνούσε ο παππάς απ’ όλα τα σπίτια και φώτιζε. Με το βασιλικό και σένα μπακαρτσούθ νερό κι εκεί μέσα τον έριχνες και τα λεφτά, του φιλούσες το χερ, τον έδινες κι’ αλλά λεφτά, γιατί εκείνα που ‘ριχνες στου μπακαρτσουθ’ (ποτήρι) ήταν για το παιδί που κρατούσε την αγιαστούρα. Και νηστεία ήταν από βραδύς. Πάλι θυμιάζαμι τελευταία μέρα να φύγουν τα κακά πνεύματα.
(Κστιδου Χρυσούλα)
Στα τεμπελέκια (κάλαντα Χριστουγέννων) προ ήμερων μαζευόταν τα παλληκάρια κι έκαμναν τις πρόβις. Ύστερα ανήμερα των Χριστουγέννων ντύνουνταν τα παλληκάρια έβαζαν τα μαντήλια και τουν καμαλάρ τουν έβαζαν μια καρκάτσα.
Καρκάτσα ήταν κάτι που φορούσαν παλιά κόσμους να μην κρυών κι τη γυρνούσαν ανάπουδα τουν κριμνούσαν καμήλις, μηγάλα κουδούνια κι στου πρόσουπου πότι τουν μουτζούρουναν, έπερναν κατ’απ’το τηγάν ή απ’του φούρνου μουτζούρα κι τοου μαύριζαν τα μούτρα τ’.
Άλυτες τουν έβαζαν καρτσούνα. Καρτσούνα έχ μέσα σπόρια, όπως ειν’ του κουλουκίθ στρογγυλό κι εχ’ μια μουτσούνα στη άκρα μια τσαμπούρα κι απ’ εκειν’ ήταν κούφια Ε, έβαζαν σπόρια μες’ την καρτσούνα κι του την έδιναν. Κείνους ήταν καμιλιάρς. Είχε κι μια μεγάλ’ ντουντούκα κι τους φυλάει κείνους. Μετά παίζαν στα σπίτια να τα πουν. Στου δρόμου άμα έβλεπαν κάνα κουρίτς έληγαν:
«Ποια είναι ‘κείνη που κατηβαίνει
άσπρα ντυμένη, άσπρα φορεί.
Να μην ειν’ εκείνη που αγαπούσα
κι επιθυμούσα να την ιδώ (δω) “
- ‘’Μην πας στα ξένα, έλα με μένα
μην πας στουν πόλεμου μες’ την φωτιά
θα παρατήσω π’ αυτόν τουν κόσμου
θα πα’ να ζήσω μες’ τα βουνά .
Με γης, με χόρτα θα αναθρέφουμαι
με λιοντάρια θα πολεμώ»
Απ’ τη μες’ κι κατ’ τα λόγια το’ λέγαν κουρίστα. Έτς’ απαντούσαν γιατί δα έφευγε απ’ κει έλλιϊσκαν κι τ’ άλλου άμα έβλεπαν 2-3 κορίτσα :
«Για διες κουρίτσια που ‘διάμει (είδαμε)
στα πράσινα λιβάδια (2)
δεν φαίνουνταν απ’ το φλουρί
κι απ’ τα μαργαριτάρια (2)»
κι τα κουρίτσα τα καημένα ριχνόνταν μεσ’ το χιον’
γιατί ’κειν’ (εκείνοι) δεν τ’ άφηναν να πηράσουν. Μετά τραγουδούσαν στα κουρίτσα:
Αντίκρισα τον ερώτα σ’ ένα στενό σοκάκι
στάθηκα και τον ρώτησα πως πιάνεται η αγάπη
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει
από τα χείλη στην καρδιά , ριζώνει και δεν φεύγει
Κι αν ρίζωσε κλωνάρισε, έκανε ένα λουλούδι
κι οποίος το μοσχομύρισε αγάπη δεν χορταίνει “
τα τεμπελέκια όταν περπατούσαν στου δρόμου
έλκισκαν πολλά τραγούδια, έληγαν:
“εψές, ου τα μεσάνυχτα
που τα πουλιά λαλούσαν
κι τουν καημένου του Σωκράτ βαριά τουν τυραννούσαν του αχ, του βαχ που φωνάζει τ ‘άκουσε κι αδελφός του:
τι έχεις βρε Σωκράτη μου κι βαριαναστενάζεις ;
Στην πόλην η αγάπη μου , στης εβνταλής σουκάκι ,
κι εμένανε με βάρεσαν δεξιά μεριά στην πλάτη
Άμα θα διείς να έρχουνται τέσσιρα παλικάρια
χτύπα το κεφαλάκι σου με πέτρες και λιθάρια
κι όταν θα με πηγαίνουνι στης εκκλησίας την πόρτα
τότε να βάνεις μια φωνή να μαραθούν τα χόρτα
κι άμα θα με πηγαίνουνε στης εκκλησίας τη μέση
τότε να βάλεις μια φωνή κι εκκλησιά να φέξει
κι όταν θα με πηγαίνουνι στο μνήμα να με θάψουνε
τότε να βάλεις μια φωνή μικροί μεγαλ’ να κλάψουν
κι όταν τα κοκαλάκια μου μάσουν στο πανέρι
τότε μελαχρινούλα μου να κανείς άλλου ταίρι
Αυτά τα ΄ληγαν στου δρόμου
Έληγαν κι τ’ άλλου όταν κοντεύαν στο σπιτ κοντά:
«Δεν ακούς περιστερούδα μου
ήρθα στο μαχαλά σου
χρυσή κουρδέλα σ’ ηφερα
να δέσεις τα μαλλιά σου.»
Όταν έφτανα κοντά έληγαν
“Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο
στα παλικάρια και στα κορίτσια ,
στις παντρεμένες, αρραβωνιασμένες
σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε
κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
όλους τους Αγίους, τους Αποστόλους
Τρεις Άγγελοι για το μωρό τρέχουν,
τρεις Απόστολοι μαμή γυρεύουν
κι ώσπου να πάνε, κι ώσπου να έρθουν
η Παναγιά μας ξελευθερώθει
μέσα στις δάφνες, μες’ τα λουλούδια
κάνει τον ήλιο και το φεγγάρι
κάνει το σπίτι.
Σπίτι, τον νοικοκύρη την φαμελιά του
με τα εγγόνια και τα προσογγόνια»
Κι ύστερα λεν:
“Άνοιξει κυρά μ’ την πόρτα σου
την πόρτα ς’ την καρένια
έχω δυο λόγια να σε πω
κι ‘κείνα τα ζαχαρένια
ανοιξ’του παραθύρι σου,
το κρυσταλλένιο τζάμι ,
να σου τα πω τα λόγια μου
κι σφάλισε το πάλι»,
κι ύστερα μπαίνουν μέσα στου σπιτ’ κι αρχήνηβαν
“Αρχήν τα δόξα το Χριστό ,
Χριστός τώρα γεννιέται ,
γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς απάνω,
στο μόσχο και στο λίβανο και στη πολλή θυμίαμα
στο μόσχο έχουν άρχοντες
και την πολλή θυμιάμα”
Μετά έλεγαν για την οικογένεια. Έληγαν :
“Πούλλα είπαμι για το Χριστό , να πούμε τον αφέντη”. Πάντα έλεγαν πρώτα για τον αφέντη :
“ Ήρθαμε για να παίξουμε στ’ αφέντη μας τις πόρτες
που εχ’ αυλές μαρμαρωτές και σπίτια χρυσωμένα ,
και τα παραθυρέτσεα του μαρμαρμαροκεντέμενα
που μέσα χύνει το φλουρί
κι απέξω του λουγάρι ,
στου λουγουριού μας τον αχνό κοιμάται γιος-αφέντης
κοιμάται νειριάζεται πόσες χιλιάδες έχει ,
μι το κιλό τα μέτρησε μες’ του σαμπέτ τα βάζει ,
μι ‘κειν’ παλιουμέτρημα κηρναει τα παλικάρια
κέραστ’ αφέντη μ’ κέραστα να πιούν για την υγειά σου
να πιούν να ξεβραχνιάσουνε να λεν καλά τραγούδια”.
Υστέρα έληγαν :” πολλά είπαμι για τον αφεντ’.
Να πουμι για την κυρά μας .”
Κυρά ‘ργυρη, κυρά Χρυσή, κυρά μαλαματένια.
Κυρά μ’ όταν στουλίζεσαι έχεις μεγάλη.
Έχεις τον ήλιο πρόσωπο κι του φεγγαρ’ ακέριο .
Το άστρο του αυγερινού καθάριο δαχτυλίδι”.
Αν έχει η οικογένεια παλικάρι έληγαν :
“Το παλληκάρι το όμορφο πηγαίνει να αρραβονιάσει
στη μια τσέπη του φλουρί, στην αλλ’ μαργαριτάρι
στολντάει να βγάλει το φλουρί βγάζει μαργαριτάρι “
Αν το παλικάρι ήταν ν αρραβωουνιας’ έληγαν:
“Πιτρίτσιμ’ πέτρα πελεκάς με το ‘να σου το χέριο
πιτρίτσιμ’ πουν ‘το χέρι σου και πελεκάς με το ‘να .
Ξανθιά κόρη κι αν μίλησα μου το ‘κοψε το ένα,
κι αν τη μιλούσα κι άλλη μια μου το ‘κάθε κι τ ‘άλλου” .
Αν είχαν μαθητή στου σπιτ’ έληγαν:
‘Γραμματικός κι αν έκατσε, έκατσε για να γράψει ,
απ’του πουλύ του γράψιμου κι την πολλή συλλόγια
συντρόμαξε του δάχτυλου κι έχυσε τη μελάνη.”
Αν είχαν πιδί στου στρατό έληγαν :
“ Ο στρατιώτης ο κάλος στον πόλεμο δα πάει
να ριξ’ ουβιδις σαν βροχή κι σφαίρες σαν χαλάζι
για να γλυτώσει Χριστιανούς , να ‘χουν χαρά μεγάλη”
Αν είχαν κουρίτς στο σπίτι έληγαν :
“Προξενητάδες έφτασαν μέσα από την πόλη
εδώ πατάν εκεί ρωτούν που να βρουν τέτοια κόρη
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή, τέτοια μακρομαλλούσα
που ‘χει ματιτ’ ς’ σαν ελιά το φρύδι σα γαϊτάνι
και ‘κεινο το καμπανοφρυδο σαν φράγκικο δοξάρι ,
ή έληγαν για τα κουρίτσια :
“ Μια πέρδικα στο μαχαλά κοντεύει να πετάξει ,
μετάξι κι αν καλάμιζι ,σύρμα κι αν μασουρίζει
στους ουρανούς το μάζευε, στους κάμπους το τυλίξει
και μεσ’ τη θάλασσα στήνει τον αργαλειό της
μαλαματένιος αργαλειό , μαλαματένιο χτένι ,
μαλαματένια πέρδικα που κελαηδεί και φαίνει “
Μιτά στο τέλους έδιναν ευχές για του σπιτ’
“ Κι τι τραγουδ να ευρουμι ν ‘άρεσε στ’ αφεντικό μας
οσ’ άστρα στον ουρανό, τα φύλλα απ’ τα δέντρα
τόσα καλά να δως’ Θεός στου σπιτ’ του νοικοκύρη
να ζήσει χρόνια εκατό και χίλιες εβδομάδες
να ζήσει κι άλλες εκατό για να της ξαγιορτασει
σαυτό το σπίτι που ’ρθαμι πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει“
κι όταν έβγηναν έληγαν:
“ ‘Π’ αρχοντικό σπιτ βήκαμε (βγήκαμε)
σ’ αρχοντικό δα πάμι”
Άμα παιζαν σι κάνα σπιτ’ κι δεν τις ανοίγει
τότι έληγαν κι χτυπούσαν τις νταιρέδις (ντεφι)
“ Αρκούδα μας η μαλλιαρή μη μαλλιαρά πουδάρια
δεν την βαστάει κωλαρουχ’τ’ς’ να βγει στα παλικάρια
τα’ ληγαν τα τεμπηλέκια κι μάζευαν δραχμές
(Στεργιδου Αννα)
γ. Γιορτές του Φεβρουάριου
Γιορτές του Φεβρουάριου είνει πουλλές. Είναι Τρύφουνας που είνι για τα χωράφια. Τουν Τρύφουνα τουν είχαμε κι ‘κείνουν πολύ μεγαλ’ γιορτή. Ήταν προστάτης των χωραφιών . Τουν Τρύφουνα , παίζουν στα χωράφια κι έριχναν αγιασμό ‘κειν την μέρα για να βγαλ’ σπαρτά πουλλά. Ήταν του Αι Σιμιού ( Συμεών) που δεν έκανες δουλειά ‘κειν την ημέρα, τιπουτα δεν έκανες, γιατί αν έκαμνες νόμιζαν οτι θα βγάλουν σημάδια. Όλους κόσμος καθόταν . Μαγείρευαν από βραδείς . Δεν έκοβες, δεν έραβις ,τιπουτα.
(Κανιδου Χρυσουλα)
Απόκριες
Μεσ’ του Μαρτ’ ήταν Απόκριες. Τις Απόκριες ντύνουνταν καρναβάλια. Τότι ξεκινούσαν κι νηστεία, δεν έτρωγαν ούτι λαθ’ την πρωτ ην βδουμάδα . Ντύνουνταν ολους ο κόσμους . Γυρνούσαν από σπιτ’σε σπιτ’ . Ντύνουνταν για να μη γνωρίζουντι, όχι όπως τώρα. Κουκουλόνουνταν μι τσεμπέρια, μι καλτσόνια, μαντίλις φρουρούσαν τα ρούχα τσ’ ανάπουδα, κάτι γούνις ,για να μην τους αναγνωρις’ κανείς. Τότι ντυνόνταν τα παλικάρια αν είχι του σπιτ’ κάνα κουριτς’ να παν να του διούν .Άνοιγαν , θα σ’κιρνούσαν, θα σ ‘έδιναν κάνα πορτοκαλ’, καρύδια, κάστανα, σύκα κι κιρνούσαν κάνα ούζου , πουτό για να σηκως’ γι’αλους τη μάσκα ή του τσιμπερ’ που φορούσε για να πιει κι να τουν δουν λιγω κι ισως τουν γνουρισούν ποιος είνι. Τις Απόκριες ακόμα το ‘χουμε να συγχουριούνταν. ’Κειν’ την ημέρα πηγαινουν απ’του πρωι στην εκκλησια κι μιτα την εκκλησια ξικινουσαν να παν να σγχωρεθούν .Οι πιο μικροί στους πιο μεγάλους πήγαιναν, στους συγγενής .Πήγαιναν να γειτονέψουν κι να σγχωρεθούν : Φιλούσι του χερ’ ο πιο μικρός του μεγαλύτερου , συνήθως οι γυναίκες τα ‘κάμναν αυτά .Πρώτα σγχωρούνταν απ’την πεθερά, μετά στην μάνα κι μιτα στις κουνιάδες , ξαδέρφις, θείες . Του βράθ΄ μαζεύονταν, επειδή την αλλ’ μέρα ξεκινούσε η σαρακοστή του Πάσχα. Θα έβραζαν αυγά κι θα έτρουγαν για να βουλώσουν το στόμα με αυγό βραστό , για να βουλόσουν το στόμα κι να μην ξαναφαν’ κρέας. Έτρωγαν κι χαλβά σε πίτα . Πρώτα έπιρναν τον χαλβά κι τουν κριμνουσαν τουν κριμούσαν απ’το ταβαν’ μι μια κλωστή. Τα πηδακια από κάτου προσπαθούσαν να τον πιάσουν μη το στόμα και να κερδίσουν κι να δαγκάσουν γιατί αυτό πιρίμεναν. Δεν είχαμε άλλα γλυκά. Περιμέναμε πότι θα’ρθει απουκρά για; να φάμι γλυκά: Δέναμι τα χεριά από πίσω κι προσπαθούσαμε γονατισμένοι να φ’αμι του χαλβά. Κι όποιος τουν δάγκωνε έλεγαν πως είναι τυχερός. Κι μετά ‘κειν’ την κλωστή που’ταν δεμένους χαλβάς την ανάβαμι μ’ ένα σπίρτου κι αφού την δέναμι κόμπου , κάθε κόμπος αντιπροσώπευε ένα άτομο της οικογενείας κι ξεκινούσαμε από τον πιο μεγάλο άνθρωπο, ο κάτω κόμπος προς το μικρότερο .Κι όπου σταματούσε κι ο κόμπος δεν καιγόταν εκείνος θα πέθαινε εκείνη την χρόνια. Κι φοβόμασταν μη σταματήσει η φωτιά σε μας. Αν καιγόταν όλη η κλωστή η χρονιά θα πήγαινε καλά για όλους.
(Κανιδου Χρυσουλα)
Στο χωριό μας λέγαμι και πολλά αποκριάτκα τραγούδια :
“κάτω στουν τρανό του λάκκου ,μπρε, μπρε, μπρε
κάμουν τα καβούρια γάμου, αχ (2)
Μι κάλεσαν να πάω, μπρε (3
να χορέψω και να φάω, αχ (2)
βρισκω το λαγό χορεύει, μπρε (3)
αληπώ να μαγειρεύει, αχ (2)
κι ο σκαντζόχοιρος ο Γιούδας, μπρε (3)
π’ αγαπάει την αχηλώνα (χελώνα), αχ (2)
κι αχηλώνα δεν τον θέλει , μπρε (3)
κι στου βασιλέα πηγαίνουν ,αχ (2)
Πάρτουν, πάρτουν μουρ΄ γαϊδάρα, μπρε (3)
Δεν τουν θέλω τον σαλιάρη , αχ
Δεν τουν θέλω τον μυξιάρη , αχ
Σου λιμπίστηκ αχηλώνα, μπρε (3)
τα ποδάρια ς’ τα στραβούτσκα , αχ (2)
τον λαιμό σου τον σκουριάκου, μπρε (3) “
Κι άλλο ένα για τις Απόκριες:
“Μια καλή μαύρη , μια καλή
μια καλή νοικοκυρά .
Μια καλή νοικοκυρά έβανει να μαγειρεψ’
βάνει να μαγειρεψ’ λάχανα κι λάπατα
λάχανα κι λάπατα, την πήρει στια ανάπουδα
παίρου στια, μούρη, παίρου στια (φωτιά )
παίρου στια χωρίς πουδάρ’
παίρου στια χωρίς πουδαρ’ , τέντζερης χωρίς καπακ’
τα ‘βάνει (έβαλε), μαύρη , τα ‘βάνει
τα ‘βάνα κι τα έβραζε
τα βάνει κι τα βράζει μες’ τη μέση την αυλή
μεσ’τη με ,μαύρη, μεσ’ τη με
μεσ’ τη μέση την αυλή
μεσ’ τη μέση την αυλή κι έπεσει να κοιμηθεί
ψίλκαρους: μωρή , ψίλκαρους
ψίλκαρους την τσιμπήσει
ψίλκαρους την τσιμπήσει
κι απλούσι τουν πουδάρα τς’
κλωτσάει, μωρή , κλωτσάει
κλωτσάει τον τέντζερη
κλωτσάει τον τέντζερη χυθήκαν κι τα λάχανα
τα λάχανα τα λάπατα
φάτει χη, μουρή, φάτει χη
φάτει χήνες λάχανα
φάτει χήνες λάχανα, πιείτει πάπιοις το ζουμί. “
Τέτοια τραγούδια λέγαμι για τις αποκριές για να γελούμι.
(Στεργιδου Αννα)
Σαρακοστή του Πάσχα , Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή
Σαρακοστή του Πάσχα είναι 50 μέρες νηστεία. Την πρωτ’ εβδομάδα λουθ’ δε θα φας ούτε κι τη μεγαλ’ εβδομάδα δεν τρώγαμι. Και τις άλλες μέρες, άλλες 3 εβδομάδες. Τετάρτη και Παρασκευή δεν ήταν λαθ . Ήταν νηστίσιμα φαγητά .
Θα είχαμε ελιές και φάκες, φασουλάδα, χαλβά.
Τα παλιά χρόνια ήταν σπάνια, τώρα τρώμε. Την Σαρακοστή του Πάσχα την κρατούσαν σχεδόν όλες οι γυναίκες εκτός αν ήταν άρρωστες ή έγκυες.
Του Πάσχα ήταν πουλύ μεγαλ’ γιορτή. Τη μεγαλ’ εβδομάδα : την Μ. Παρασκευή ήταν ο επιτάφιος που όπως κι σήμερα θα πήγαιναν στην εκκλησία όλοι στον επιτάφιο, που ανάβουν τα κεριά . Ολ’ κρατούσαν από ένα κερί.
Το προηγούμενο βραδ’ παίζαν τα κουρίτσια στην εκκλησία όλο ‘το βραθ΄ και τον στόλιζαν με λουλούδια. Μετά την λειτουργία γυρνούσαν τον επιτάφιο γύρω στο χουριό κι μιτά τον κρατούσαν τον επιτάφιο από ‘δω κι από ‘κει 4 άτομα στην πόρτα της εκκλησίας κι ολ’ δα περάσουν από κάτω για να μην φοβούνται κάτω απ’τον επιτάφιο έπρεπε να περάσεις για να μην φοβάσαι. Το Σάββατο που είναι η Ανάσταση ολ’ θα παν στην εκκλησία 11:00 όπως χτυπάει καμπάνα, ολ’ θα βάλουν τα καλά τους, θα καίνε τα κεριά. Έλεγαν ότι πρέπει να βαστάξ’ να μην αποκοιμηθείς στην εκκλησία, γι’ αυτό μας ξυπνούσαν από νουρίς, τα παιδιά. Διαβάζει ο παπάς, θα ‘λεγε το Χριστός Ανέστη, τσουγκρίζουμε αυγά , παίρνανε μαζί μας στην εκκλησία και τα τσουγκρίζουμε εκεί κι άμα νικούσαμι τον άλλον τον περνάμε το αυγό κι λέγαμι “ τσίγκαρρ κι πάρσιμους” κι έκαμναμι κι αυγά με πίσσα .
Τρυπούσαμι ένα αυγό, έβγαζαμι από μέσα το αυγό, αφήναμι του τσεφλ’κι του γεμίζαμι πίσσα , λασπ’ γίνονταν σκληρό και δεν έσπαζε κι μιτα του βάφαμι. Την Μεγαλ’ Πέμπτ’ που έβαφαν κι οι μάνις μας αυγά. Έπαιρναν μπουγιά απ’ του μπακάλ’ κι έκαμναν κι σχέδια .Έβαζαν ένα φύλλο από τριανταφυλλιά κι το ‘δναν με καλτσόνι. Του βουτούσαν στη μπουγιά, τ ‘άφηναν να στεγώσ ' κι έβαζαν το καλτσόν κι του φύλλο κι γίνουταν σχέδιου. Τα αυγά που κερδίζαμι τα τρώγαμι. Τα πιδιά πήγαιναν στις γιαγιάδες, θα τα ‘δουναν καμιά δραχμή, αυγό θα τα δούναν τσουρέκι. Τσουρέκια φτάχνουμι του Πάσχα .
Μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή είναι της Αϊνέληψης (Αναλυψεως). Τότι κάναμι ρυζόγαλα. Τα κάνουμι ακόμα κι μοιράζουμι κι στη γειτονιά ρυζόγαλο. Έτσι το είχαμι της Αϊνέληψης θα κάναμε ρυζόγαλο και θα το μοιράζαμι. Το κάναμε μάλλον για τις ψυχές για τους πεθαμένους. 40 μέρες μόλις γινόταν κι πήγαινε ο Χριστός στους ουρανούς εμείς κάναμε ρυζόγαλο κι μοιράζαμι στη γειτονιά για να φαν κι οι πεθαμένοι.
(Κανιδου Χρυσουλα)
Γιορτές του καλοκαιριού.
Η μεγαλύτερη γιορτή στου χωριό ήταν Αγία Παρασκευή, στης 26 Ιουλ’ .
Έχουμε ένα εκκλησάκι, έξω απ’ του χουριό πάνω στο βουνό της Αγ Παρασκευής . Έχει δίπλα ένα αγίασμα, νερό κι επειδή η Αγ Παρασκευή προστατεύει τα μάτια παίρναμε και πλέναμε τα μάτια μας μ ‘αυτό. Γινόταν μεγάλο πανήγυρι στο βουνό πάνω. Πηγαίναμι μι τα κάρα , μι τα βουδάμαξα. Κάναμε κειν’ την ημέρα γεμιστά, ντολμάδες με πιπεριά κι ντομάτις με ρύζι. Κι πηγαίναμι κι τα τρούαμι εκεί κι κοιμόμασταν κατ’ διπλά απ’ του εκκλησάκι. Κι μη ζουρνάδες κι μη γκάιντες κι μη νταούλια γίνονταν χουρός
Ετσ΄ περιμέναμι την Αγ Παρασκευή για να αγοράσουμι γκουρμά, βραχιλ’ στου χερ’ , κι καμιά κούκλα πουλύ σπάνια,. Γκουρμά κι κανέναν κουλιέ, καμιά ντουντούκα, κανα φισιμό, καραμούζα απ’ τους παναυρετζήδες.
(Κανίδου Χρυσούλα)
Στις 24 Ιουν’ γίνουνταν “ Κανελίτσα”. Ήταν μια γιορτή κι του είχαμι έθιμο να του κάναμι. Μαζευόμασταν καμιά δεκαριά μικρά κουρτσούδια , ντύναμι του ένα του κουριτς’ νυφ’ κι το βγάζαμι απού ένα μπαχτσέ μι τα λουλούδια.
Δυο κοριτσάκια το κρατούσαν, το ένα απου’δω του άλλου απου ‘κει κι οι άλλες έστρωναν μια ψάθα μι τα σάγια που τ’απληκαν, έβαζαμι τρία “καλενιτσούδια” τα λήγαμε ‘κείνα μονάχα τραγουδούσαν κι καθόταν γύρου - γύρου. Έβαζαμι ένα μπακρ μέσα μι του καπακ’ ή τσίγκινους ή μι τα λουλούδια κι εικεί μέσα τουν γέμιζαν λουλούδια κι όσα κουριτσάκια έκαναν την κανελίτσα έδεναν του δαχτιλίδιτς΄ απού βραδύς. Απού βραδύς , την παραμουνή, ξέχασα να σι πω ,έπαιρναμι ένα σιντόν (σεντόνι) του κρατούσαν τέσσερις απού μια γουνιά κι οι άλλες όλοις ήταν απού κατ’ .
Κι αυτές που του κρατούσαν ήταν από κατ’. Κι πιρνούσαμε απού σπιτ σι σπιτ στα πηγάδια, μας έριχναν νοικοκυρές απ’ έναν κουβά νερό , μας έβρεχαν κι έληγαμι του τραγουδ’ :
“Κανελίτσα μου μπρος στο στέφανο
μάνα μ’ έστειλα για κρύου νιαρό (νερό)
να πουτήσουμι του Βασιλικό
κι του μάραντου.”
Σε κάθε σπιτ το λήγαμε αυτό κι μας έβρηχαν κι όταν γυρνούσαμε σπιτ’ έτρημναμι, κρυούμναμι. Την αλλ’ την ημέρα κάναμι την Κανελίτσα απ’ το μπαχτσέ
έληγαν το τραγουθ’:
“Κι Βασιλιάς θα καν’ χαρά
χαρά κι παναϋρη (πανηγύρι)
καλνάει κι τουν Κουνσταντή
γαμπρό για να τουν κάνει .
Κι δεκαπέντι κάστρα
καλνάει κι τουν Κουσταντή
γαμπρό για να τουν κάνει
κι Κουνσταντής απ’ τη ντροπή τ’
γίδρους (ιδρώτας ) τον περιχέτι. (λούζει)
Κι Βασιλοπούλα τον κοιτά σ’
‘π’ όνα ( από ένα) ψηλό σαράι .
Τον ριχν’ έναν χρυσό τσουβρέ ,
τον ιδρούτ να σφουγγίσει “
Κι τη ήφηραν τη νυφ μέχρι την ψάθα κι την έβαζαν κάθουνταν. Κι ύστηρα μια νιόπαντρη αν ήταν καν’ την ώρα ανοίγει του μαστραπά κι έληγει :
“Άνοιξει κλήδου μ’ άνοιξει
ν’ ανοίξ’ του ριζικό σου
κι όσα καλά της Βενετίας
ούλα δικάς να είνει “
Κι άρχισαν ύστηρα τα ζευγάρια πρώτους στίχους
που ‘γα έληγαν ήταν :
“Μας άνοιξαν τα μαστραπά
να πούμι τα τραγούδια
να μας ακούσουν έμουρφης
κι τα παλικαρούδια “
Κι του Αι Πουστόλ (Αγίου Αποστόλου) , στις 30 Ιουνίου μαζευόμασταν σ ‘ένα σπιτ , συνήθους εκείνου του κουριτσάκ που ένουνταν (γινόταν) νυφ’, πηγαίναμι ότι είχαμι , άλλους τυρί, άλλους αυγά, άλλους γάλα κι φρούτα μαζεύαμι κι το λέγαμι: “ Κανελιτσάτκα θα φάμι“. Μας έφτιαχναν τυρόπιτες κι κουβαλούσι καθένας ότι είχει κι γιορτάζαμι ‘κειν την ημέρα . Χορεύαν ολ’ μέρα ‘κείνα τα κοριτσάκια.
(Στεργίδου Άννα)
Γιορτές του Φθινοπώρου
Του φθινοπώρου είχαμι του Σταυρού μεγαλ’ γιορτή, στις 14 Σεπτέμβριου του Σταυρού. Θα πηγαίναμι στην εκκλησία τότις. Ήταν νηστεία ‘κειν’ την ημέρα που δεν τρώγαμι ούτε λουθ’, ούτε κι τώρα τρώμι
(Κανίδου Χρυσούλα)