Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΑΣΗΜΕΝΙΟΥ
Αρχείο 1735
ΟΝΟΜΑ : Μαρία
ΕΠΩΝΥΜΟ : Καλφούδη
ΜΑΘΗΜΑ : Εισαγωγή στην λαογραφία και τον λαϊκό πολιτισμό
ΚΑΘΓΗΤΗΣ : Μ. Γ. Βαρβούνης
ΤΜΗΜΑ : Γλώσσας Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών
ΕΞΑΜΗΝΟ : Ε΄ ( πέμπτο )
ΙΔΡΥΜΑ : Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
ΕΔΡΑ :Κομοτηνή
Για την εργασία στο μάθημα της
λαογραφιας Α΄(πρώτο) εξάμηνο
Συλλογή υλικού για το χωριό
Ασημένιο Διδυμοτείχου
Ημερομηνία Παράδοσης : 11-2-2005
Ο ΡΟΥΧΙΣΜΟΣ ΜΙΑ ΕΠΙΠΟΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Την εποχή εκείνη είναι γνωστό πως οι άνθρωποι μη έχοντας την οικονομική δυνατότητα ν' αγοράσουν έτοιμα υφάσματα, τα έφτιαχναν οι ίδιοι με το μαλλί των ζώων που έτρεφαν.
Τα υφαντά τους ήταν από μαλλί που το έγνεθαν, το έκαναν κλωστή και το ύφαιναν στον αργαλειό. Το μαλλί το έπαιρναν από τα πρόβατα, τα οποία τα κούρευαν τον Μάιο. Το έπλεναν στο ποτάμι, το άπλωναν για να στεγνώσει και το έπαιρναν τούφες – τούφες και το άνοιγαν για να φύγουν τα σκουπίδια.
Για την κατεργασία του μαλλιού χρησιμοποιούσαν το λανάρι.
Αυτό ήταν ξύλινο σκεύος σε σχήμα (πι) και είχε ξύλινα δόντια, τραβούσαν το μαλλί και το έκαναν τλούπες ( κουβαρια ). Αυτές τις βάζανε στη ρόκα και τις γνέθανε στο αδράχτι και το σφοντίλι κι έφτιαχναν την κλωστή αυτή την έβαζαν στο τυλιγάδι και γινόταν η θυλιά.
Αν ήθελαν να βάψουν την θυλά τα έβραζαν στο καζάνι με φύλλα από δέντρα και ρίζες. Μετά την θυλιά το έβαζαν στην αναίμη και με το ροδάνι το μάζευαν σε μασούρια (καλάμια). Αυτά τα έπαιρναν και έπειτα χτυπούσαν στην αυλή τις βέργες. Έπαιρναν ένα-ένα το μασούρι τ' άδειαζαν και το έκαναν πολλά μέτρα. Έπειτα έβαζαν την τυλίχτρα κι εκεί μάζευαν την κλωστή σ΄ ένα αντί κι έπειτα το τοποθετούσαν στον αργαλειό.
Ο αργαλειός ήταν ξύλινος. είχε δύο μεγάλα ξύλα που ονομάζονταν μάνες .Το χτένι (περνούσε την κλωστή) , τις πατρίθις, τα μετάρια (περνούσε η κλωστή) και δύο αντιά το ένα μπροστά και το άλλο πίσω.
Το στιμώνι είναι υφάδι, μία ποιο χοντρή κλωστή. Το έβαζαν σε μικρά μασούρια που τα τοποθετούσαν σε σαΐτες.
Με τον τρόπο αυτό γίνονταν το ύφασμα. Αυτό το χρησιμοποιούσαν γα ρούχο αλλά και για το σπίτι (κουβέρτες, σεντόνια, χαλιά, στρώματα, παπλώματα, μαξιλάρια κτλ.). Αυτά τα έβαζαν σ' ένα δωμάτιο και τα έκαναν σορό. Με τον τρόπο αυτό φαίνονταν πόσο νοικοκυρά ήταν η γυναίκα του σπιτιού.
Ενδύματα – Υπόδεση – κόμμωση – Καλωπισμός
'Ενδυμα γυναίκας
Εσώρουχα δεν υπήρχαν φορούσαν το πουκάμισο.
Οι νέες φορούσαν το κινάρι.
Οι νιόπαντρες το κόκκινο κεντημένο στα μανήκια και στο κάτω μέρος με άσπρα κεντήδια.
Οι ηλικιωμένες άσπρα πουκάμισα στο με κόκκινα γράμματα στο κάτω μέρος και στα μανίκια.
Οι νέες φορούσαν φουστάνι κεντημένο με κεντίδια στην κάτω πλευρά, στη μασχάλη και στον λαιμό (κόκκινο)
Οι νιόπαντρες φορούσαν ντουλαμά, ο οποίος ήταν κεντημένος με τον ίδιο τρόπο όπως και πάνω και ήταν κι αυτός κόκκινος.
Οι ηλικιωμένες φορούσαν ντουλαμά ο οποίος ήταν φτιαγμένος με γαϊτάνια και ήταν βυσινής ή μαύρος.
Οι νέες φορούσαν χρωματιστές ποδιές κόκκινες ή βυσσινή.
Οι νιόπαντρες το ίδιο με τις νέες.
Οι ηλικιωμένες μαύρες.
Οι καλές ποδιές ήταν από βελούδο και λέγονταν καντιφένιες και φυσικά όλες ήταν κεντημένες.
Ακόμα όλες φορούσαν τα μπρουμάνικα που ήταν κάτι σαν γάντια πριν τα μανίκια. Οι ηλικιωμένες φορούσαν και τις σαλταμάρκες (ζακέτες) οι οποίες ήταν είτε κοντές με γαλάζια και σιρίτια είτε μακριές με πολύχρωμα γαϊτάνια και ήταν σε χρώμα μαύρο.
Μαντίλες
Οι γυναίκες φορούσαν τις μαντίλες καθημερινά. Αυτές οι μαντήλες είχαν χρώμα άσπρο. Στις γιορτές όμως οι γυναίκες κάθε ηλικίας είχαν διαφορετικές. Οι νέες και οι νιόπαντρες φορούσαν το ράντιο, δενόταν πίσω από τ΄αυτιά και ήταν χρωματιστές με πούλιες . Ενώ οι ηλικιωμένες φορούσαν μονόχρωμες βυσινί ή καφέ.
Κάλτσες
Οι κάλτσες ήταν βαμβακερές, μάλλινες πλεχτές στο χέρι και ήταν πότε μονόχρωμες και πότε πολύχρωμες.
Υποδήματα
Μέσα στο σπίτι φορούσαν υφασμάτινα ή πλεχτά τερλίκια. Για την δουλειά φορούσαν τσαρούχια που τα 'φτιαχναν από δέρμα γουρουνιού. Τα καλά τους τα λεγόμενα κουντούρια πότε ήταν βελούδινα και πότε ήταν δερμάτινα.
Κόμμωση
Τα μαλλιά τους ήταν μακριά τα οποία τα έπιαναν είτε 2 πλεξούδες είτε 1. Τις οποίες τις στόλιζαν με χάντρες και κορδέλες καθώς και με πιάστρες και λουλούδια.
Ένδυμα άντρα
Οι νέοι φορούσαν ποκάμισο κεντητό στα μανίκια και στο λαιμό και ήταν λευκό.
Οι γέροι εσώρουχα βαμβακερά.
Και οι δύο φορούσαν το ποτούρι (παντελόνι)
Οι νέοι φορούσαν το γιλέκι το οποίο ήταν κεντημένο με γαϊτάνι.
Οι γέροι φορούσαν το αντίρι το οποίο ήταν απλό και μαύρο.
Μόνο οι ηλικιωμένοι φορούσαν το γιαμπουρλούκι το οποίο ήταν ένα είδους παλτό με κουκούλα. Αυτό συνήθιζαν το φορούν οι τσομπάνηδες.
Κάλυμμα του κεφαλιού
Οι νέοι φορούσαν καπέλο ενώ οι ηλικιωμένοι το σαρίκι.
Στα πόδια φορούσαν τα μπιαλια, τα οποία ήταν πάντα από μαλλί ή βαμβάκι και τα τύλιγαν στα πόδια.
Υποδήματα
Καθημερινά φορούσαν τα τσαρούχια και στις γιορτές τα σκαρπίνια.
Καλλωπισμός
Σε κάθε κοινωνία οι γυναίκες ήθελαν να είναι το ωραίο φύλο. Γι' αυτό τον λόγο εκτός από τα λουλούδια και τις χάντρες που έβαζαν στα μαλλιά και στα ρούχα, φρόντιζαν να πλένουν το πρόσωπό τους με γάλα και χαμομήλι και τα μαλλιά τα μαλλιά τους με πυλό.