Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΑΣΒΕΣΤΑΔΩΝ

 

                                               Αρχείο 1709

 

ΟΝΟΜΑ : Κουρτούδη Δήμητρα

 

ΤΜΗΜΑ: Γλώσσας, Φιλολογίας και

                  Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών

 

ΑΡ.ΜΗΤΡΩΟΥ : 621

 

ΑΚΑΔ.ΧΡΟΝΙΑ :  2004-2005

 

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ : Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

 

ΧΩΡΙΟ : Ασβεστάδες – Έβρου

 

Β. ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ

 

α. Ένδυμα

 

     “ Οι άνδρες φορούσαν το πουκάμισο που ήταν βαμβακερό . Είχε φαρδιά μανίκια και όρθιο γιακά. Άλλα ήταν άσπρα, άλλα καφασωτά και άλλα πολύχρωμα. Από πάνω φορούσαν το γιλέκι, που ήταν από μαύρη μάλλινη τσόχα ή όταν είχε κρύο το τσαμπατάνι που είχε μακριά μανίκια και ήταν πιο ζεστό. Από κάτω φορούσαν το βρακί από υφαντό βαμβακερό ύφασμα σε γαλάζιο χρώμα που κάτω στα πόδια ήταν πιο στενό. Το χειμώνα όμως φορούσαν το σαλβάρι. Φτιαγμένο από μάλλινο υφαντό αδήμιτο σε μαύρο χρώμα. Στη μέση ήταν σουρωτό, φαρδύ πάνω και κάτω στενό. Στη μέση δενόταν με βρακοζώνες . Είχαν κι ένα παλτό φτιαγμένο από μάλλινη τσόχα με γούνα από μέσα, σε καφέ χρώμα, μακρύ μέχρι τη γάμπα. Εμείς οι γυναίκες φορούσαμε το φστάνι. Βαμβακερό ύφασμα σε μπλε ή πράσινο χρώμα. Είχε πολλά κεντήματα στα χέρια, στον ποδόγυρο και στις κορφουλήθρες. Οι ανύπαντρες, οι αρραβωνιασμένες και οι νιόπαντρες φορούσαν και τα μπουχασένια που ήταν γιλέκο με μανίκια από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα. Μερικές φορές φορούσαμε και το πουκάμισο. Λινό ύφασμα, πιο μακρύ απ΄το φστάνι, λευκό και κόκκινο με χρωματιστές λουρίδες στα χέρια. Τα μανίκια ήταν φαρδιά. 'Ολο ήταν κεντημένο στο χέρι και με πούλιες. Από πάνω φορούσαμε την τσούκνα. Υφαντό, μαύρο, μάλλινο, αμάνικο που έφτανε μέχρι τα γόνατα. Ακόμη , φορούσαμε μια ποδιά, τη μισάλα. Αυτή ήταν μάλλινη, υφαντή, κεντητή στον αργαλειό, στενή, μακριά ως το γόνατο με πολύχρωμες φούντες. Πάνω είχε σχέδια ζυγού, μήλα, περιστέρια, τσιγγέλια”.

 

β. Υποδήματα

 

     Oι άντρες συνήθως φορούσαν τα τσαρούχια. Ήταν χαμηλά παπούτσια από χοιρινό δέρμα με δερμάτινο κορδόνι που τύλιγε τα μπιάλια. Τα μπιάλια ήταν υφαντή λωρίδα που σκέπαζε τα πόδια. Οι γυναίκες φορούσαμε τα λαπτσίνια, που ήταν χαμηλά δερμάτινα παπούτσια, τα τερλίκια, τσόχινες παντόφλες στολισμένες με γαϊτάνια και τις κάλτσες. Αυτές ήταν μάλλινες , πλεχτές σε διάφορα χρώματα και σχέδια”.

 

γ. Καλλύματα του κεφαλιού και

    κόμμωση

 

     “ Στο κεφάλι φορούσαμε τη μαμούκα. Μια κίτρινη μαντίλα σε μάλλινο ύφασμα με λουλούδια και κρόσια. Απο πάνω φορούσαμε το μαντήλι. Αυτό ήταν ένα άσπρο ορθογώνιο βαμβακερό ύφασμα, κεντημένο στον αργαλειό με πολύχρωμες φούντες στις άκρες. Τα μαλλιά μας τα είχαμε πολύ μακριά και τα πλέκαμε πλεξούδες. Τα 'κόβαμε μόνο όταν πενθούσαμε. Οι άνδρες στο κεφάλι τους φορούσαν το σαρίκι, ένα μάλλινο ύφασμα με κρόσια και ρίγες μπλε-μαύρο. Τα μαλλιά τους τα ΄κοβαν γύρω- γύρω ενώ τα μικρότερα αγόρια τα έκοβαν όλα και άφηναν μια “πιρτσιά” ”.

 

δ. Καλλωπισμός

 

    “ Οι άντρες κρεμούσαν αριστερά στο κεφάλι τους ένα υφασμάτινο ορθογώνιο με πολλές ψιλές χάντρες και λέγονταν κρεμαστάρα. Οι νέοι φορούσαν ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό. Εμείς βάζαμε ασημένιες παράδες στο μέτωπο που λέγονταν τέλια. Ακόμη,  βάζαμε ανάμεσα στις πλεξούδες μας πολύχρωμες κλωστές, φούντες και πολύχρωμα σιρίτια. Στ' αυτιά μας φορούσαμε σκουλαρίκια, στο λαιμό κρεμούσαμε χρυσά φλουριά και ντούμπλες και στη μέση το ασημοζούναρο”.

 

 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
1709
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Κουρτούδη
Όνομα
Δήμητρα