Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΚΡΥΟΝΕΡΙΟΥ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ  ΘΡΑΚΗΣ

Τμήμα : Ιστορίας και Εθνολογίας

 

Μάθημα : Εισαγωγή στη Λαογραφία

Διδάσκων : κος. Βαρβούνης

Τίτλος Εργασίας : Συλλογή Λαογραφικού Υλικού του χωριού Κρυονέρι Καβάλας

 

Ονοματεπώνυμο : Χρόνη Ευαγγελία

ΑΕΜ : 553509

Εξάμηνο : Α’

Ακαδημαϊκό Έτος : 2012-2013

 

 

 

ΕΝΔΥΣΗ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ

(Διαχωρισμένο σε ανδρικό και γυναικείο)

 

Α. ΕΝΔΥΜΑ(Γυναικείο)

«Οι Σαρακατσάνες έφτιαχναν μόνες τους τις φορεσιές τους, αλλά και τα ρούχα των ανδρών και των παιδιών. Έγνεθαν το μαλλί, ύφαιναν και έφτιαχναν στο χέρι ότι χρειάζονταν για τα ρούχα τους. Οι φορεσιές τους ήταν ολόμαλλες για να αντέχουν στα βουνά, να μην σκίζονται και για να ζεσταίνονται στο πολύ το κρύο.

Οι «θκες» μας οι φορεσιές είναι πολίτικες. Η φορεσιά έχει τα εξής μέρη :

  1. Το «κατασάρκι», ένα μάλλινο άσπρο που φοριόνταν από τη μέση και πάνω για εσώρουχο. Ήταν σαν τσόχα χτυπημένο στη νεροτριβή.

 

  1. Το βαμβακερό πουκάμσο που ήταν άσπρο και υφαντό. Ήταν μακρύ και έφτανε μέχρι κάτω από τις γάμπες. Φοριέται απ’άν από το «κατασάρκι» απ’ είπαμαν πριν. Στον ποδόγυρο απ’ δεν σκεπάζονταν απ’ τη φούστα, είχε δαντελένια κεντίδια με «μέρτζα» (τριγωνικά μοτίβα). Ήταν ανχτό στα στήθια και είχε κεντίδια και στις δύο πλευρές του ανοίγματος (περίπου 5 εκατοστά). Αυτά τα κεντίδια είναι το «μπρουμάνικο». Τέτοια κεντίδια έχουν και τα «φρούτα», τα μανίκια που έφθαναν μέχρι κάτω από τον αγκώνα. Τα φρούτα είχαν διαφορετικά κεντίδια για τα κορίτσια και διαφορετικά για τις νιόπαντρες. Τα φρούτα για τις κοπέλες και για τις ηλικιωμένες είχαν αραιά κεντίδια ή στενά, και για τις νυφάδες ήταν ολοκέντητα με ένα σχέδιο που λεγόταν «μισιακό».

 

  1. Το «τσαμαντάνι» είναι γιλέκο που φοριέται πάνω από το πουκάμισο. Το πίσω μέρος μέχρι τις μασχάλες είναι υφαντό μάλλινο, σκούρο βυσσινί ή και άσπρο, χτυπημένο στη νεροτριβή. Το μπροστινό είναι φτιαγμένο με «κατσέλια» ή «γαϊτάνια», και έχει άνοιγμα που κουμπώνει με «κόπτσες». Τα κατσέλια είναι σφιχτά κορδόνια και τα γαϊτάνια είναι πλεξούδες, και ράβονται το ένα δίπλα στο άλλο και σχηματίζουν διάφορα σχέδια.

 

  1. Μετά φοράγαμαν τη φούστα (με πτυχές, κάτι σαν τις λεγόμενες πιέτες), που ράβεται στο τσαμαντάνι ή πιάνεται σε αυτό με κόπτσες. Είναι μακριά μέχρι τη γάμπα, φτιαγμένη με «λαγκιόλια» (δηλαδή τριγωνικά κομμάτια ενωμένα το ένα δίπλα στο άλλο), και στο κάτω μέρος είναι κεντημένη με κατσέλια ή γαϊτάνια. Το μπροστινό μέρος που μπαίνει η ποδιά είναι ίσως χωρίς λαγκιόλια.

 

  1. Η ποδιά φοριέται πάνω από τη φούστα, στο μπροστινό ίσιο μέρος. Οι πολύ παλιές ποδιές ήταν μάλλινες κόκκινες με κεντίδια. Τέτοιες δεν φοράγαμαν ημείς, αλλά ηγώ θ’ μάμαι τη βαβά ‘μ (γιαγιά) απ’ φόραγε. Έτσι είναι και η πιο κοντή που τη λέγαμαν «παναούλα», και ήταν μικρότερη. Πιο καινούρια είναι η «φρουτοποδιά» που φοριόταν αργότερα κάτω από την παναούλα και φτιάχνεται από μεταξωτό ή βαμβακερό ύφασμα. Υπάρχει και η «ζυμοποδιά», που είναι μάλλινη κεντημένη, πιο μεγάλη από την παναούλα και με διαφορετικά σχέδια. Η ποδιά δένονταν στη μέση με υφαντή καλτσοδέτα.

 

  1. Τη μέση τη ζώναμε με ζωνάρι. Άλλες φόραγαν βυσσινί με μάλλινο ύφασμα από ανδρικό ζωνάρι και άλλες μαύρο. Ολόγυρα έχει ραμμένα κατσέλια ή γαϊτάνια για να δώσουν μεγαλύτερο φάρδος, και τα σχέδια είναι όπως και αυτά που έχει το τσαμαντάνι.

 

  1. Το πανωφόρι ή σεγκούνι είναι μάλλινο άσπρο υφαντό, χτυπημένο στη νεροτριβή. Είναι αμάνικο, κεντημένο από μπροστά και πίσω στις πλάτες. Στο πίσω μέρος στη μέση περίπου, έχει δύο μάλλινες βυσσινιές φούντες, πολλά βέβαια μπορεί να μην είχαν φούντες. Σαν καθημερνό πανωφόρι φόραγαν ακόμη το «γκουζόκι». Αυτό είναι υφαντό με πιέτες από την μέση μέχρι τα καπούλια (τους γοφούς), και με μανίκια που πέφτουν στην πλάτη, κεντημένα με φρέτζες.

 

  1. Στα χέρια φοράγαμαν μανίκια, που πιάνονταν με κόπτσα από το κατασάρκι, κατ’ απ’ τα φρούτα. Το μέρος από’ πιανε τον καρπό από την κάτω πλευρά, το λέγαμαν «χειρότι», και ήταν πλεκτό ή φτιαγμένο με κατσέλια ή γαϊτάνια. Όλο το υπόλοιπο ήταν από μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα.

 

  1. Στο λαιμό, πολύ πιο παλιά, φόραγαν άσπρο μαντίλι για να σκεπάζει το άνοιγμα στο τσαμαντάνι. Ημείς φοράγαμαν την «τραχλιά» ή «πετσέτα», απ’ αυτάν στολισμένη με φρέτζες και δαντέλα.

 

  1. Στ’ μέση, παν’ απ’ το ζωνάρι, φοράγαμαν ασμένια «πόρπη», τον γκουμπέ που περνιόταν σε δερμάτινη ζώνη στολισμένη με ασημένια και χρυσά καρφιά. Πολλοί τ’ λέγαν και «φώκη», εμείς βέβαια δεν είχαμαν τέτοια, αλλά οι πολύ πλούσιοι και αυτοί που πήγαιναν στις μεγάλες πόλεις φόραγαν τέτοιες, που φτιάχνονταν από δέρμα φώκιας και έλεγαν πως είναι καλό για να κάμνει η γναίκα παιδιά.»

 

 

Β. ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ (Γυναικεία)

«Στα πόδια φοράγαμαν κάλτσες και πατούνες. Τις κάλτσες τις φοράγαμαν από το γόνα μέχρι τον αστράγαλο, και τις πατούνες με το κοντοτσούραπο τις φοράγαμαν στα παπούτσια. Το κοντοτσούραπο περιβάλλει τον αστράγαλο και μπαίνει απάν από την κάλτσα. Οι πολύ παλιές κάλτσες ήταν κόκκινες με πολλά σχέδια (γεωμετρικά). Αυτές απ’ φόραγα ηγώ, και οι γναίκες οι πιο νέες είχαν και αυτές τέτοια σχέδια, αλλά είχαν άλλα χρώματα: άσπρο, μαύρο, μπλε ή βυσσινί.

Τα παπούτσια για τις νυφάδες ήταν χοντρά, μπουμπέ με χοντρές σόλες και κεντίδια με μεταλλικά κουμπιά. Αυτά έμοιαζαν και με των ανδρών. Οι γυναίκες τα φόρεσαν τούτα όταν σταμάτησαν τα τσαρούχια. Εγώ ας πούμε, φόρεσα τσαρούχια όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι 6-7 χρονών. Μετά φόραγα τέτοια.»

 

Γ. ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΚΟΜΜΩΣΗ (Γυναίκες)

«Στο κεφάλι πολλές φόραγαν βυσσινί σκούφο, σαν φέσι με φούντα και από πάνω μπόχο. Άλλες πάλι μόνο μπόχο. Ο «μπόχος» είναι ένα μάλλινο μαντήλι με κρόσσια. Τον μπόχο τον δίπλωναν τριγωνικά, ρίχνοντας τις άκρες στην πλάτη, τον έβαζαν στο κεφάλι με το κέντρο πάνω από το μέτωπο και πιανόταν με καρφίτσα χρυσή ή ασημένια από τα μαλλιά.

Τα μαλλιά τους τα χτένιζαν ανάλογα με το αν ήταν παντρεμένες ή ανύπαντρες. Οι παντρεμένες έκαναν δύο πλεξούδες που ξεκίναγαν μπροστά από τα αυτιά και τις έκαναν κόμπο μπροστά στο μέτωπο. Οι ελεύθερες ξεκίναγαν τις πλεξούδες πίσω από τα αυτιά και τις τύλιγαν και τις δύο μαζί με δύο κορδέλες, μια μπλε και μία πράσινη, που ήταν ενωμένες με μία άσπρη κορδέλα πιο λεπτή από τις άλλες που ραβόταν πάνω στο ένωμα. Αφού τύλιγαν τις πλεξούδες με τις κορδέλες, τύλιγαν τις πλεξούδες γύρω από το κεφάλι και επάνω τους στήριζαν τον μπόχο με μία καρφίτσα.»

 

 

Δ. ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ (Γυναίκες)

«Οι Σαρακατσάνες εκείνη την εποχή ούτε βάφονταν, ούτε έβαναν κρέμες. Επειδή ήταν στα βνα, δεν είχαν τέτοιες πολυτέλειες, ούτε όμως και προλάβαιναν να ασχοληθούν με αυτά γιατί όλη μέρα ασχολιόνταν με τις δλειές. Κάποιες φορές μόνο, όταν από το κρύο και τον αέρα ξεραίνονταν το πρόσωπό τους, έβαναν λίγο γιαούρτι για να μαλακώσει.

Για ομορφιά εκείνα τα χρόνια οι Σαρακατσάνες έκαναν κυρίως στο πρόσωπό τους ένα μικρό σταυρό (κάτι σαν τα σημερινά τατουάζ). Αυτό το έκαναν ζεσταίνοντας και σχηματίζοντας το σχήμα του σταυρού, αυτό έμενα πάνω τους για πάντα. Δεν ήταν όμως μόνον για ομορφιά αλλά και για να ξεχωρίζουν οι χριστιανές γυναίκες Σαρακατσάνες από το υπόλοιπες.

Επίσης, για ομορφιά φόραγαν κοσμήματα. Στο στήθος φορούσαν αρμαθιές φλουριά και μεγάλο ασημένιο κουστέκι. Φορούσαν τα «κατσαμέρια», κάτι σαν σκουλαρίκια που πιάνονταν από τα μαλλιά δίπλα στα αυτιά με ασημένιες αλυσίδες, με φλουράκια χρυσά ή ασημένια και πολύτιμες πέτρες. Μαζί με αυτά, πολλές φόραγαν και σκουλαρίκια στα αυτιά.»

Α. ΕΝΔΥΜΑ (Ανδρικό)

«Οι άνδρες καθημερινά αντί για φουστανέλα φορούσαν το σεγκούνι, που είναι άσπρη, μάλλινη, υφαντή φουστανέλα με λίγα λαγκιόλια, τα οποία στα ενώματα είχαν κορδόνι από κατσέλι ή γαϊτάνι.

Το σεγκούνι ήταν ανοιχτό στο μπροστινό μέρος. Στο άνοιγμα οι μηροί καλύπτονταν από πουκάμισο, το οποίο ήταν μακρύ μέχρι το γόνατο, όπως και το σεγκούνι που πιάνονταν στη μέση με κόπτσες ή ράβονταν στο τσαμαντάνι και ένιδε την εντύπωση φορέματος. Το τσαμαντάνι έφτανε μέχρι τη μέση. Ήταν φτιαγμένο από υφαντό μάλλινο ύφασμα γενωμένο, δηλαδή χτυπημένο στη νεροτριβή. Το μπροστινό μέρος έκλεινε με κόπτσες στο ύψος της μέσης και ήταν φτιαγμένο από μαύρα κατσέλια ή γαϊτάνια. Από το στήθος μέχρι και τη μέση είχε μπροστάρι που κούμπωνε μέσα αριστερά, κοντά στη μασχάλη. Στη μέση φορούσαν «ζωνάρι» και «σιλάχι», όπως και με την φουστανέλα.

Για πανωφόρι, με το σεγκούνι φορούσαν την «γκουζόκα». Η γκουζόκα είχε μανίκια και φοριόταν εφαρμοστή μέχρι τη μέση. Δεν κάλυπτε ολόκληρο το στήθος. Ήταν φτιαγμένη από το ίδιο ύφασμα με το τσαμαντάνι. Εκτός από την γκουζόκα, φορούσαν και την κοντοκάπα, ένα μαύρο αμάνικο πανωφόρι μακρύ μέχρι τις γάμπες με διακοσμητικά μανίκια να πέφτουν στις πλάτες.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σταμάτησαν να φορούν κάλτσες με το σεγκούνι και φόρεσαν το μποτούρι ή αλλιώς μπουτούρι, που έμοιαζε με το θρακιώτικο παντελόνι, με μόνη διαφορά ότι στο μπροστινό κάτω μέρος το παντελόνι έκανε μία μύτη, που ήταν αντίστοιχη της κάλτσας. Πολύ αργότερα φόρεσαν την «κιλότα» με τσουράπια πλεκτά μέχρι το γόνατο.»

 

Β. ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ (Ανδρικά)

«Καθημερινά στις δουλειές τους οι άνδρες Σαρακατσάνοι φόραγαν τα παραδοσιακά τσαρούχια. Ως πιο επίσημο παπούτσι (π.χ. για τους γάμους ή τις γιορτές) φόραγαν παπούτσι παραπλήσια με τα σημερινά, απλά εκείνα ήταν διακοσμημένα με χρωματιστά κουμπιά.»

 

Γ. ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΙΟΥ (Ανδρικά)

«Στο κεφάλι φόραγαν στην αρχή λαχούρι. Αργότερα φόρεσαν το «στραγγάνι», ένα μαύρο στρογγυλό καπέλο με τρία κουμπιά κάθετα και τρία οριζόντια που σχημάτιζαν σταυρό.»

 

«Ευαγγελία Τάσου – Χρόνη»

Τοπική ονομασία ενδύματος

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
2675
Έτος καταγραφής
2012-13
Επώνυμο
Χρόνη
Όνομα
Ευαγγελία
Εικόνες