Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ
Οι κάτοικοι του Καλαμπακίου ήταν Θράκες και Μικρασιάτες , οι οποίοι ήρθαν εδώ μετά την καταστροφή του 1922. Ήταν λογικό να φέρουν τα ήθη και τα έθιμα τους και τος δικές τους παραδόσεις ,εξάλλου με αυτές ζούμε και τώρα. Ένα από τα πολύ δυνατά και ισχυρά έθιμα ήταν το κουρμπάνι. Όπως γνωρίζουμε η λέξη σημαίνει θυσία, από την ομώνυμη τουρκική λέξη. Αναφέρεται σαν θρησκεία γιατί την ημέρα αυτή σφάζουν ζώα και κατά άλλους τα (χ) στα δείπνα αγάπης που έκανε η χριστιανική θρησκεία, άλλοι στο ότι ο απλός κόσμος είναι φιλόξενος.
Αυτήν την ημέρα γιορτάζει ο άγιος Αθανάσιος στις 18 Ιανουαρίου. Παλιότερα στην Ανατολική Θράκη στο Κρυόνερο υπήρχε ένα εκκλησάκι λίγο έξω από το χωριό Κρυόνερο και γίνονταν εκεί η θυσία αυτή το κουρμπάνι. Στο Καλαμπάκι όταν μεταφέρθηκαν οι συγχωριανοί μας οι Κρυονερίτες το κάνουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου γιατί δεν έχουν εκκλησία του αγίου Αθανασίου. Τώρα έχουμε ένα εκκλησάκι, ένα προσκυνητάρι του αγίου Αθανασίου. Αυτή η γιορτή , αυτό το πανηγύρι , δεν έπαψε ποτέ να γίνεται. Μια φράση που χρησιμοποιώ πολύ συχνά είναι ότι οι Καλαμπακιώτες τα πανηγύρια και τα έθιμα τους δεν τα αναβιώνουν, απλώς τα βιώνουν. Σε εμάς τα έθιμα βιώνονται συνεχώς κατ’ έτος και επί πάρα πολλά χρόνια.
Τώρα αυτό το πανηγύρι το κάνει μία ειδική ομάδα που τους λένε Κουρμπατζίδες. Ορίζονται και από μόνοι τους όσοι θέλουν να εμπλακούν σε αυτήν την διαδικασία και προσπαθούν να μαζέψουν τα υλικά και την οικονομική επιβάρυνση που επιβάλει, ένα πανηγύρι. Γιατί στοιχίζει, όταν θέλεις να ταΐσεις πολύ κόσμο χρειάζεσαι κρέατα, πρέπει να αγοράσεις τα δημητριακά που χρησιμοποιούνται και αυτά είναι το σπασμένο σιτάρι που αλωνίζουν. Υπάρχουν δηλαδή πολλές ενέργειες που πρέπει να γίνουν και τις αναλαμβάνουν και τις αναλαμβάνουν οι Κουρμπαντζίδες. Βγαίναν καμιά βδομάδα πριν σε γύρα όπως την λέγουν στο χωριό, περνούσαν από όλα τα σπίτια και ζητούσαν την βοήθεια των κατοίκων . Ο κόσμος τους έδινε χρήματα αλλά κυρίως από το βιός του .από την παραγωγή που είχαν: Καλαμπόκι, στάρι αυγά οτιδήποτε μπορούσε να πουληθεί ή να χρησιμοποιηθεί την ημέρα της γιορτής. Έτσι αφού προετοιμάζονταν καλά ,μάζευαν τα ξύλα, αφού γινόταν η αγορά των μοσχαριών και αγελάδων που έπρεπε να θυσιάσουν, φτάνουμε πλέον στο βράδι της παραμονής του αγίου Αθανασίου.
Στον αύλειο χώρο της εκκλησίας υπήρχε ένα κιόσκι. Περισσότερο ήταν ένα κτίσμα με μια σκεπή ,επάνω ανοικτή στο οποίο στήνανε τα καζάνια, τις φωτιές. Πλένανε και καθαρίζανε τα ζώα και είχανε την ευλογία του παπά. Συμμετείχε και η εκκλησία. Διάβαζε το ζώο μπροστά που ήταν ζωντανό και το ευλογούσε για την θυσία που θα γινόταν. Το πρωί που σχολούσε η εκκλησία , περνούσε ο κόσμος για να πάρει ένα μεζέ, ένα κομμάτι κρέας, ένα απλό κέρασμα. Οπότε χτυπούσε η καμπάνα για να καλέσει τους συγχωριανούς να έρθουν με τα πιάτα τους να πάρουν το κρέας. Ήταν μια πάρα πολύ όμορφη εκδήλωση, μια εκδήλωση που ένωνε όλο το χωριό. Το να βρίσκεσαι σε στενό μέρος και να περιμένεις στην σειρά, όλα αυτά έχουν μια ομορφιά και συγχρόνως έχουν και μια κοινωνική συναναστροφή. Πιστεύω ότι ο βασικός σκοπός όλου του πανηγυριού , ήταν αυτός, δηλαδή να συνενωθεί όλος ο κόσμος στον ίδιο χώρο.
Με κάποιες λοιπόν μικρές διαφορές, συνεχίζεται το έθιμο και αυτά τα χρόνια. Οι μικρές διαφορές είναι ότι το χωριό μεγάλωσε, ο κόσμος που μας επισκέπτεται είναι περισσότερος, ενώ βρίσκονται αυτή την ημέρα στο Καλαμπάκι πολλοί μικροπωλητές που κάπου πρέπει να φάνε και επομένως ,οι ποσότητες του κρέατος είναι πολλαπλάσιες. Αυτόν τον καιρό δεν μας φτάνουν 1600-1700 κιλά κρέας τα οποία βράζουν σε παραπάνω από 15 καζάνια. Έφτιαχναν μεγάλες ποσότητες κάποιες φορές δεν έφταναν τα ξύλα οπότε στήσαμε πλέον σε πολλά καζάνια αέριο. Προς τιμή του συλλόγου και προς τιμή των νέων παιδιών του χωριού που ακόμα συνεχίζουν να βοηθάνε. Αγκαλιάζουν τον σύλλογο, έχουν μπει μέσα σε αυτήν την ομάδα και πολύ νέα παιδιά, τα οποία βοηθάνε στο μαγείρεμα, στο στήσιμο των ξύλων, στο μοίρασμα του κουρμπανιού. Είναι πάρα πολύ ωραίο ότι φαίνεται πως έχει περάσει και στα χέρια των νεοτέρων που θα το κρατήσουν και πρέπει να κρατηθούν οι παραδόσεις.
Στο Καλαμπάκι ο άγιος Αθανάσιος είναι ένα καθαρά θρησκευτικό πανηγύρι αλλά και λαογραφικό με την έννοια των χορών και των παραδόσεων αλλά και των μικρών εθίμων που γίνονται. Επειδή είναι χειμερινός ο καιρός στα παλιότερα χρόνια εγώ δεν μπορών να θυμηθώ ημέρα πανηγυριού του αγίου Αθανασίου που να μην χιονίζει. Τώρα βλέπω ότι αλλάζουν οι καιροί. Αυτό το πανηγύρι είχε περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα όπως είπα με το να προσφέρεται το φαγητό σαν δείπνο αγάπης ( ή όπως θέλουμε ας το ονομάσουμε). Αμέσως μετά την θεία λειτουργία οι Κουρμπαντζίδες έκαναν μια σειρά και χόρευαν τον χορό του πανηγυριού και έτσι χορεύοντας πηγαίνουν από την εκκλησία στην πλατεία. Εκεί στην πλατεία παρέδιδαν τον χορό στους κατοίκους. Χορεύανε οι κάτοικοι με τα γνωστά μας όργανα , νταούλι και γκάιντα. Αργότερα μπήκαν οι ζουρνάδες οι οποίοι πλέον έγιναν παραδοσιακοί, γιατί έτσι πλέον διασκεδάζουμε σε αυτό το πανηγύρι με τους ζουρνάδες και τα νταούλια και χορεύουν όλους αυτούς τους υπέροχους θρακιώτικους χορούς, την Μπαιντούσκα, τα Ζωνάρια. Ένα αστείο και μύθος είναι ότι πρέπει να χορέψεις ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά πρώτοι στον χορό γιατί αλλιώς οι κότες τους δεν θα γεννούσαν πολλά αυγά. Προσθέτουν κάθε φορά και ένα μικρό μύθο. Ένας μύθος λέει πως όπως ήταν το παλιό χωριό μέσα στα βουνά και εκεί ήταν το εκκλησάκι, έρχονταν κάποια ελάφια και θυσιάζονταν . Μια χρονιά όμως το ελάφι άργησε να έρθει, έπρεπε να γίνει το φαγητό και οι Κουρμπατζίδες , δεν το άφησαν να ξεκουραστεί και έκτοτε δεν έρχεται το ελάφι και για αυτό αγοράζουμε τα γελάδια. Σε όλα βλέπεις μέσα και στο λαϊκό συναίσθημα μπορεί ένας ωραιότατος μύθος και γίνεται παραμυθία.
Το θρακικό έθιμο του Καλόγερου ή «Καλογεροδευτέρας» ή «Καλογέρικα»
Αυτό είναι ένα μοναδικό θρακιώτικο έθιμο , το έθιμο του Καλόγερου ή «Καλογεροδευτέρας» ή «Καλογέρικα». Κάθε χρόνο γίνεται την Δευτέρα της μικρής αποκριάς (που είναι μια εβδομάδα πριν την Καθαρά Δευτέρα). Βασικά είναι ένα αποκριάτικο έθιμο και μπορώ να πω πως έχει έντονες διονυσιακές καταβολές. Στην Καλογεροδευτέρα οι κάτοικοι ζητούν την ευγονία της γης τους. Πώς να ήταν αλλιώς; Στο Καλαμπάκι οι κάτοικοι ήταν τελείως εξαρτημένοι από την γη. Το πρωί της Δευτέρας στο Καλαμπάκι συγκεντρώνονταν 20 με 30 παλληκάρια και διαλέγουν μεταξύ τους έναν ο οποίος θα ήταν ο «καλόγερος». Στην συνέχεια ντύνουν τον «καλόγερο» με προβιές και στην μέση του έχει περασμένα κουδούνια από πρόβατα συγκεκριμένα. Επίσης βάφει το πρόσωπο του με στάχτη και στο κεφάλι φοράει μια κουκούλα ζώου ενώ στα χέρια του κρατάει δύο ξύλα , τα στουμκάκια, απαραίτητα για την δράση του καλόγερου. Τώρα ο καλόγερος έχει κάποιους συνοδούς. Αυτοί οι συνοδοί είναι ντυμένοι με τα ποτούρια. Τα ποτούρια είναι θρακιώτικη ενδυμασία του Κρυονερίου .Στην παρέα υπάρχει πάντα ένας μεταμφιεσμένος σε τσιγγάνο ενώ την συντροφιά συνοδεύει και μια ξύλινη καμήλα. Αυτή η παρέα δημιουργεί πολύ θόρυβο και γυρνάει σε όλα τα σπίτια του χωριού και πάντα τους συνοδεύει μια γκάιντα .Σήμερα όμως δεν γυρνάνε όλο το χωριό γιατί έχει πάρει πολύ μεγάλη έκταση. Όταν μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού για περισσότερη φασαρία, χτυπάνε με ξύλα ότι αγροτικό αντικείμενο βρουν. Παλιά όταν ο νοικοκύρης έβγαινε και έβλεπε τους καλόγερους να χτυπούν το κάρο του έπρεπε να πληρώσει ακριβά για να μην του κάνουν ζημιά. Επίσης τον έσπρωχναν και τον πείραζαν για να τους δώσει μεγαλύτερο «μπαξίσι». Οι νοικοκυρές συνήθως έδιναν χρήματα και αυγά κάτι που γίνεται και σήμερα. Παράλληλα κερνάνε και τον καλόγερο και τον συντροφιά του μεζέδες και τσίπουρα ή ούζα. Το μεσημέρι αφού ολοκληρωθεί η γύρα στις γειτονιές που έχουν καθοριστεί και αλλάζουν κάθε χρόνο, μαζεύονται στον χώρο του πολιτιστικού συλλόγου, εκεί βράζονται και προσφέρονται τα αυγά που μαζεύτηκαν . Μετά νωρίς το απόγευμα ,καταλήγουν στην πλατεία ,εκεί μαζεύονται όλοι οι κάτοικοι για να κάνουν το έθιμο της σποράς. Εκεί η παρέα του καλόγερου χρίζει βασιλιά έναν κάτοικο , τον καλύτερο νοικοκύρη. Ταυτόχρονα φτάνει ένα άροτρο στο οποίο οι μεταμφιεσμένοι παίρνουν την θέση των βοδιών. Ο βασιλιά τότε κρατάει το αλέτρι και ένα ξύλινο κουτάρι και τους κεντρίζει για να «οργώσουν» την γη. Έτσι σέρνουν το αλέτρι στην πλατεία κάνοντας τρεις περιφορές. Κάποια στιγμή οι μεταμφιεσμένοι που παριστάνουν τα βόδια, πέφτουν κάτω και κάνουν ότι δεν μπορούν να κουνηθούν και να οργώσουν. «Μάτι, μάτι» φωνάζουν οι υπόλοιποι και ο βασιλιάς πρέπει να ξεματιάσει τα ζώα. Πρέπει όμως να γνωρίζει σωστά τα λόγια γιατί αλλιώς τα βόδια δεν σηκώνονται με τίποτα. Μετά ο βασιλιάς πετάει το καλαμπόκι με στάχτη στους παρευρισκόμενους, στο οργωμένο χωράφι. Παλιότερα όσοι παρακολουθούσαν έχοντας τα χέρια λερωμένα από τις μουτζούρες της σόμπας , αλληλομουντζουρώνονταν. Κατά την διάρκεια της σποράς ο βασιλιάς φωνάζει
- Φέτος το σταρ 500 φράγκα
- Φέτος το κριθάρ 400 φράγκα
- Φέτος του καλαμπόκ 300 φράγκα
Και τελείωνε
- Φέτος τσάμπα το μ….
Η τελευταία ευχή συνδέεται άμεσα με την ανάγκη που υπήρχε τον καιρό που οι άνθρωποι ήταν ολότελα εξαρτημένοι από την γεωργία, για την συνεχή ανανέωση και ύπαρξη πολλών εργατικών χεριών για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δύσκολης δουλεία του κάμπου. Πέρα λοιπόν από την γονιμότητα της γης απαραίτητη ήταν και η γονιμότητα των συζύγων τους. Το έθιμο τελειώνει με κέφι και χορό στην πλατεία του χωριού .
(Αθανασία Θεοδωρίδου)