Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΝΕΟΥ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙΟΥ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Τα Χριστούγεννα
Με τον Άη Δημήτρη του Οκτώβρη τις γιορτές του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου όλοι ετοιμαζόμασταν να υποδεχτούμε την μεγάλη χαρά της χριστιανοσύνης τη γέννηση του θεανθρώπου. Το Νοέμβρη γιορτάσαμε με χαρά τα Εσοδεία της Θεοτόκου, την Αγία Αικατερίνη ,τον άγιο Στυλιανό και στις 30 του μήνα τον άγιο Ανδρέα. " Αντρειώνει όταν ο χειμώνας και το κρύο δυνάμωνε " λέγαμε .
Μετά ακολουθούσε ο Δεκέμβριος και γιορτάζουμε με στιχάκια: ‘’O Αι-Σάββας σαβανώνει η άγια Βαρβάρα βαρβαρώνει και ο Άη Νικόλας παραχώνει και έτσι δείχναμε πως έσφιγγε το κρύο’’ . Στις 12 του Δεκεμβρίου στη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα οι άνδρες έσπερναν σιτάρι στο χωράφι για να πάει καλά η σοδειά της χρονιάς.
Εμείς καθαρίζαμε συ γυρίζαμε ασπρίζαμαι και στρώναμε το σπίτι με διάφορα υφαντά . Όλα ήτανε γιορτινά γυαλίζαμε και τις κατσαρόλες. Στο χωριό το χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχε πιάτο γουρουνίσιο κρέας. Σε κάθε σπίτι όλο το χρόνο τρέφαμε γουρουνάκι με το οποίο θα κάναμε όλα τα παραδοσιακά φαγητά. Τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο νοικοκύρης του σπιτιού μαζί με τους γείτονες μαζεύονταν στην αυλή για να σφάξουν το γουρουνάκι. Αφού το σφάζανε το κρεμούσανε. Με το κρέας που φτιάχναμε "μπάμπω" καβουρμά και "πηχτή". Τα εντεράκια του τα τσουτσούδια του τα ξεραίνανε και τα τρώγαμε. Τα εντόσθια τα τηγανίζαμε ενώ το λαρδί το κρατούσαμε αλατισμένο σε μία κάσα για λίπος. Ανοίγαμε και φύλλα για να κάνουμε "μηλινες" . Κάναμε κι άλλα γλυκίσματα όμως ξερά σύκα, καρύδια, κάστανα και χαρουπιά. Καθώς περνούσαν τα χρόνια φτιάχναμε και σαραγλί μπακλαβά και κουραμπιέδες. Σαράντα μέρες πριν κρατούσαμε νηστεία. Την παραμονή μαγειρεύουμε φασόλια αλάδωτα και στρώναμε τραπέζι με νηστίσιμα και κρασί.
Όλοι μαζευόμασταν γύρω από το "σινί". Η μάνα έπαιρνε το νι από το αλεύρι έβαζε πάνω του ένα κάρβουνο αναμμένο και με αυτό θυσίαζε το εικόνισμα . «Καλώς ήρθε ο αφέντης ο Χριστός " έλεγε . Έπειτα θύμιαζε το "σορφα" , όλους ανθρώπους του σπιτιού και τα ζώα του στάβλου . Όσα φασόλια έμειναν τα βάζαμε στο εικονοστάσι για να τα φάει ο Χρήστος μας. Τα φασόλια αυτά τα κρατούσαμε μέχρι την Πρωτοχρονιά το βράδυ και ανήμερα ταΐζαμε μ’ αυτά τις κότες για να γίνουν πολλά αυγά την νέα χρόνια.
Την παραμονή του Χριστουγέννων τα μικρά παιδιά κρατούν στο χέρι τους ‘’τορβάδες’’ και λέγανε τα κάλαντα εμείς τους δίναμε μήλα, χαρουπιά, καστανά, φυσικά, ξυλοκέρατα Και όποιος μπορούσε έδινε καμιά δεκάρα η μισό φράγκο.
Κάλαντα
Χριστούγεννα πρώτου γέννα πρώτη γιορτή του χρόνου ελάτε για να μάθετε πόσο Χριστός γεννάται γεννάται και να τρέφεται με μέλι και μεγάλα το μέλι τρώνε οι άρχοντες το γάλα ή αφεντάδες και το μελισσοβότανο να αλείφονται οι κυράδες εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε πάρα σας αγαπούσαμε και ήρθαμε να σας δω. Δώστε μας και τον κόκορα δώστε μας και την κότα δώστε μας και πεντέξι αυγά να πάμε σ’ άλλη πόρτα εδώ που τραγουδήσαμε πετρά να μη ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού 1000 χρόνια να ζήσει .
Μόλις σουρούπωνε, τα παλικάρια μαζεύονταν παρέες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι μαζί με έναν μουσικό και έπαιζε λίρα ,έναν άλλον που έπαιζε το βιολί και τραγουδούσαν :
"Χριστός γεννάται, σαν νιο φεγγάρι σαν νιο φεγγάρι, σαν παλικάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο στον κόσμο όλο, στην οικουμένη. Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες η Παναγιά μας καρδιοχτυπούσε καρδιοχτυπούσε παρακαλούσε τους Αγίους όλους και Αποστόλους. Σαν ήλιος φέγγει σαν νιο φεγγάρι νιο φεγγάρι σαν παλικάρι’’.
Χαράματα οι δρόμοι γέμισαν από κόσμο. Όλοι πηγαίναμε να προσκυνήσουμε την γέννηση του Χριστού και να ψάλλουμε το "Χριστός γεννάται δοξάσατε" και να λάβουμε κοινωνία .Όλοι στο τέλος χαιρετιόμασταν αγκαλιαζόμασταν και λέγαμε χρόνια πολλά και του χρόνου.
Η Πρωτοχρονιά
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς όλα τα παιδιά έβγαινα στους δρόμους και λέγανε αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος . Εμείς ανοίγαμε φύλλα για την βασιλόπιτα με το φλουρί. Το βράδυ όταν μαζευόμασταν ο πατέρας χάρισε το σημείο του σταυρού τρεις φορές και χάριζε το κομμάτι του Χρήστου ,του σπιτιού ,των ζώων ,των χωραφιών και της οικογένειας. Ανήμερα κάναμε σούπα με τον κόκορα. Αν το "καράσι" του κόκορα ήταν γεμάτο σημαίνει ότι χρόνια θα πήγαινε καλά. Τα αγόρια γυρνούσανε στους δρόμους και λέγανε "Σουρβά σουρβα για χαρά για σταφίδια , για πάρα γερό κορμί ,γερός Σταύρο όλο γεια και δύναμη σαν ασήμι σαν κράνα όσες τρύπες στο δρυμάνι τόσες θυμωνιές στο’ αλώνι και του χρόνου όλοι γέροι και καλόκαρδοι .
Τα Θεοφανία
Τις πέντε του Γενάρη η καμπάνα χτυπούσε χαράματα. Όλοι είχαν νηστέψει και πήγαιναν στον "ταχινό αγιασμό " . Μετά την εκκλησία ο ιερέας περνούσε από κάθε σπίτι του χωριού και φώτιζε ενώ ένα παιδί τον ακολουθούσε με το μπακιράκι στο χέρι γεμάτο αγιασμό . Τα παιδιά γυρνούσαν και έλεγαν τα κάλαντα των φώτων :
<<Σήμερα είναι τα φώτα τα φωτεινά και αύριο της κυράς μας της Παναγιάς θέλω να ανέβω στον ουρανό να βαφτίσω κυρίου παιδί να το θέσω μόσκο και Λίβανο να το θέσω Θεό αληθινό >> .
Τα Θεοφάνια στις 6 Γενάρη όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία για τον μεγάλο αγιασμό. Με το τέλος της λειτουργίας όλοι κατεβαίναμε στο ποτάμι. Εκεί ο Πάπας έριχνε το σταυρό και όποιος ήθελε έπεφτε να τον πιάσει στα παγωμένα νερά.
Η Αποκριά
Η Αποκριά για μας ήτανε πολύ χαρούμενη γιορτή ένα από τα ωραιότερα έθιμα που φέραμε από την πατρίδα ήταν Οι πιτεράδες και οι σεϊμένηδες και οι μασκαράδες. Στο Σαμμάκοβο εμφανίζονται τη Δευτέρα της πρώτης αποκριάς την Πιτεροδευτέρα. Αυτοί πήραν το όνομά τους από τα πίτουρα που χρησιμοποιούσαν σαν ένα είδος πούδρας .Οι σεϊμανίδες πολύ ήταν φρόνιμος. Φορούσαν ένα άσπρο πτυχωτό σαν φουστανέλα. Στο πάνω μέρος έφεραν καμιζόλες όλες με κάτασπρα φαρδιά μανίκια γιλεκάκια κεντημένα πολύχρωμα και μπέρτες ραβδωτές στην πλάτη. Στη μέση είχαν δερμάτινη θήκη γεμάτη μαχαίρια και στο ώμο κρεμούσαν τα τουφεκιά στο κεφάλι φορούσαν φεσάκι κόκκινο με πλουμιστό τσεμπέρι. Το πρωί της Πιτεροδευτέρας τα παλικάρια ντύνονταν σεϊμανίδες. Τους ακολουθούσαν οι πιτεράδες και όλοι γεμίζοντας τους δρόμους τους κερνούσαν αυγό τυρί μεζέδες και κρασί και αυτοί λέγανε :
" Σήμερα ειν' Αποκριά έχουμε γλέντια και χαρά! Σήμερα είναι αποκριά στέκονται όλοι από μακριά! Όποιος σέρνει το χορό τώρα τρώει απίδι δροσερό . Όποιος είναι μέσ' τη μέση κρέμεται το βρακί τ' ίσα θα πέσει πότε κι όποιος είναι πίσω -πίσω να σταθεί να φιλήσω.’’
Προχωρώντας οι πιτεραδες έλεγαν σας παρακαλώ γυναίκες να με βάλετε στη μέση να φιλήσω οποία μου αρέσει σαν φιλήσω κορίτσια να του δώσω ένα φλουράκι θα φιλήσω παντρεμένη την πληρώνω την καημένη σαν φιλήσω καμιά χήρα τύχη που έχει κακομοίρα. Ακόμη πιτεράδες αναβιώνουν το έθιμο του "γάμου" κάποιος ντυνόταν νύφη και κάποια γαμπρός κουμπάρος άλλος και συμπεθέρια. Το βραδάκι όλοι μαζεύονται στην πλατεία όπου γινόταν ένα μεγάλο γλέντι. Την Κυριακή της αποκριάς ανταμώνουν τα σπίτια οι συμπέθεροι οι γονείς και τα αδέρφια εμείς φτιάχναμε "μακλινες ". Όλα τα βράδια της αποκριάς μαζευόμασταν στα σπίτια και γλεντούσαμε. κάθε νοικοκυριό μετά το φαγητό της το έπαιρνε και πήγαινε σε φιλικό και συγγενικό σπίτι για να γιορτάσουν . Τη δεύτερη αποκριά της Τυρίνης τυλίγαμε τις " βουριες " με τα τυριά και δεν τρώγαμε κρέας. Την Καθαρά Δευτέρα στην πλατεία του χωριού οι μπακάληδες και μαγαζάτορες, τα "ισνάφια’’ μουντζουρώνουν τα πρόσωπά τους καθώς και όλος όσους καθόντουσαν στο καφενείο.
Το Πρώτοτέταρτο
Το πρώτοτέταρτο ήταν ένα έθιμο που φέραμε από την πατρίδα το τηρούσαμε την πρώτη Τετάρτη της σαρακοστής όταν είχαμε αρραβωνιασμένο κορίτσια το σπιτικό μας. Από την Καθαρά Δευτέρα έως την Τετάρτη τη Σαρακοστή νηστεύαμε. Μετά τον εκκλησιασμό οι γονείς της νύφης " φίλευαν τα συμπεθέρια " . Τους πρόσφεραν νηστίσιμα φαγητά. Μετά το φαγητό ή οικογένεια του γαμπρού τραγουδούσε:
" Εμείς εδώ που ήρθαμε κερνά μας κερνά μας δεν ήρθαμε να φάμε δεν μας εκέρνεις να καλοπερνάς. Αργυρό το τραπέζι σας κέρνα μας κέρνα μας και ασήμι ταψιά σας δεν μας κερνάς να καλοπερνάς μόνο σας αγαπήσαμε κέρνα μας κέρνα μας και ήρθαμε να σας δούμε δεν μας κερνάς να καλοπερνάς . Μόσχο και τριαντάφυλλο κέρνα μας κέρνα μας ήταν τα φαγητά σας δεν μας Κερνάς να καλοπερνάς.
Η Σαρακοστή και το Πάσχα
Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι περίοδος νηστείας για τους Χριστιανούς της εκκλησίας μας κρατά από την Αποκριά μέχρι το μεγάλο Σάββατο. Τηρούσαμε με ευλάβεια τη νηστεία όλη τη Σαρακοστή οι πρώτες μέρες το Τριήμερο ήταν πιο νηστίσιμες. Πλέναμε τις κατσαρόλες με σταχτόνερο , τις γανώναμε για να είναι καθαρές από λίπη και κράτα , Μόνο του Ευαγγελισμού και των Βαΐων τρώγαμε ψάρι .Κάθε Παρασκευή παρακολουθούσαμε με ευλάβεια τους Χαιρετισμούς της Παναγιάς όπου ένα αγόρι κι ένα κορίτσι έλεγαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας το ‘’Ασπίλε ‘’κα όλοι μαζί λέγαμε τον Ακάθιστο Ύμνο .
Στις 25 Μαρτίου δεν κάναμε καμία δουλειά . Γιορτάζαμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και τον ξεσηκωμό του γένους .
Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά γύριζαν από πόρτα σε πόρτα φορώντας στα κεφαλάκια τους στεφάνια από δάφνες Κρατούσαν στα χέρια τους τον ταμπαρά , τραγουδούσαν , χόρευαν και εμείς τους δίναμε αυγά .Την Κυριακή των Βαΐων ο ναός του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη στολιζόταν με βάγια για το πέρασμα του Λυτρωτή . Ο ιερέας μοίραζε τα βάγια . Εμείς τα παίρναμε και τα κρατούσαμε φυλαχτά.
‘’ Βάγια , βάγια το βαγιό τρώνε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή κόκκινο αυγό και αρνί ,’’ λέγαμε .
Το απόγευμα των Βαΐων στην εκκλησία γινόταν ο Μεγάλος εσπερινός και μετά άρχιζε η Μεγάλη Βδομάδα. Από μέρες ετοιμάζαμε τα σπίτια μας, τα καθαρίζαμε, τα πλέναμε, σιδερώναμε για να αστράφτουν όλα
.Τη Μεγάλη Τετάρτη , του Αγίου Νύρου τα μικρά παιδιά, οι κοπέλες και οι γυναίκες κρατούσαμε ένα κουπάκι αλεύρι και το πηγαίναμε στο ευχέλαιο.Τη Μεγάλη Πέμπτη, βγάζαμε στο παράθυρο μας ένα κόκκινο πανί που συμβόλιζε τη σταύρωση του αίματος του Χριστού. Όση ώρα κρατούσε η λειτουργία εμείς βάφαμε τα αυγά .Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης πηγαίναμε λουλούδια στο Χριστό. Ανάβαμε το κερί και παρακολουθούσαμε την ακολουθία . Οι γυναίκες ξενυχτούσε δίπλα στον Σταυρωμένο . Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής τα κοριτσάκια μαζεύανε λουλούδια , η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα και οι γυναίκες στολίζαμε τον Επιτάφιο. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ψέλναμε τα Εγκώμια . Η ώρα της περιφοράς του Επιταφίου ήταν ιερή . Όταν ξημέρωσε το Μεγάλο Σάββατο , ήταν χαρμόσυνη μέρα. Η νονά έστελνε τα δώρα στο βαφτιστικό της και εμείς στέλναμε γλυκά . Έθιμό ήταν να ανταλλάσσουν κουλούρια της Λαμπρής και οι αρραβωνιασμένοι. Το βράδυ της Ανάστασης η εκκλησία γέμιζε κόσμο . Κρατούσαμε στα χέρια μας τις λαμπάδες και όταν ο παπάς έψελνε το ‘’ Δεύτε λάβετε φως ‘’ , οι λαμπάδες άναβαν . Με το ‘’Χριστός Ανέστη ‘’ τσουγκρίζαμε τ’ αυγά.Η επόμενη μέρα ήταν η Λαμπρή. Όλοι είμαστε χαρούμενοι και το μεσημέρι τρώγαμε τσουρέκι και ψήναμε το αρνί. Τη δεύτερη μέρα, του Αι- Γιάννη , προσφέραμε αρνιά που τα βάζαμε σε δημοπρασία και τα χρήματα πηγαίνουν στην εκκλησία .
Την Παρασκευή ήταν της Ζωοδόχου Πηγής . Οι κάτοικοι και ο ιερέας έκαναν λειτουργεία στον Άγιο Θεόδωρο και παρακαλούσαν για βρακί .’’Σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση, κάνεις δεν έλεγε «Καλημέρα» παρά μόνο ‘’Χριστός Ανέστη . Αληθώς Ανέστη ‘’.
Το έθιμο του Κλήδονα
Το έθιμο αυτό το γιορτάζαμε στις 23 και 24 Ιούνιου, του Αί-Γιαννιού . Την ημέρα της παραμονής του Αι – Γιάννη, όλοι οι νέοι και οι νέες έκαναν ένα μικρό μπουκέτο ανθοδέσμη την ‘’ κίτκα’’ και την έβαλαν σ΄ ένα αρχείο ‘’ του κλήδονα ‘’ στο οποίο άδειαζαν το αμίλητο νερό που έφερνε ένα μικρό αγόρι. Το βράδυ της παραμονής άναβαν φωτιές στους δρόμους και τις πηδούσαν τρεις φορές και φώναζαν :
‘’Ξέβα κακόχρονα σ’ έμπα καλόχρονε ‘’
Τα ξημερώματα τα κορίτσια μαζεύονταν στο σπίτι ήταν φυλαγμένος ο κλήδονας. Τότε μία κοπέλα τον ξεσκέπαζε και έλεγε :
‘’ Ανοίγουμε τον κλήδονα να βγει η χαριτωμένη και να φέρει την αγάπη μας, που ΄ναι ξενιτεμένη ‘’.
Τότε ένα τυχερό αγόρι ή κορίτσι τραβούσε μία-μία ανθοδέσμη, το ‘’ριζάκι’’ δηλαδή ένα κορίτσι διάβαζε το ‘’μπεγέτι ‘’,ένα στιχάκι που ήταν το μυστικό της ανθοδέσμης. Μέσα στο στιχάκι έβρισκαν σε ποιον άνηκε το μπουκέτο κι αν ήταν κορίτσι το έπαιρνε, αν ήταν αγόρι του το έστελναν πίσω μαζί με το στιχάκι.