Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ

ΙΙΙ. Πνευματικός βίος

Β. Έθιμα λαϊκού εορτολογίου

Α) Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

Β) Δωδεκαημέρου (25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου)

«Η σαρακοστή ξεκινάει μέσα προς τέλη Νοέμβρη

Στο χωριό όμως ξεκινά με τα εισόδια της  Θεοτόκου 21 Νοέμβρη ,όπου είναι και η πολιούχος μας . Ξεκινά η νηστεία που δεν τρώμε κρέας, γαλακτοκομικά , λάδι και αυγά, αλλά τρώμε ψάρια. Κάποιοι που ήταν πολλοί θρήσκοι πήγαιναν και έκαναν εκείνη την περίοδο μετάνοιες στην εκκλησία . Η προετοιμασία όμως των Χριστουγέννων είχε να κάνει με το πορτοφόλι της κάθε οικογένειας Τότες σταματούσανε όλες οι αγροτικές ασχολίες , και οι γυναίκες ασχολούνταν με την καθαριότητα, με τα φαγητά που έπρεπε να ετοιμάσου, επίσης σφάζαμε ένα γρούνι, μαζευόμασταν παρέα και τα πίναμε, κάναμε μεζέδες, σαρμαδάκια, ρέγκες και σαλάτες. Αφού σφάζαμε το γουρούνι, κάναμε λαρδί, τσιγαρίδες και λίγδα. Το λαρδί ήταν το λίπος του γουρουνιού που το βάζαμε στα δοχεία με αλάτι και το παστώναμε  Οι τσιγαρίδες ήτανε λιωμένο λίπος που το βάζαμε σε ξύλινα δοχεία κρύωνε αυτό και γινόταν άσπρο σαν βούτυρο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων μετά την νηστεία συμμετείχαμε στην Θεια Κοινωνία και η νηστεία κρατούσε μέχρι την άλλη μέρα. Τα παιδιά βγαίναν στους δρόμους και λέγανε τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Το απόγευμα της ίδιας μέρας βγαίναν με τα φαναράκια για να τραγουδήσουν το Χριστός γεννάται σήμερον και οι νοικοκυρές τα δίνανε σύκα, καρύδια και φρούτα. Σπάνια χρήματα δίνανε οι πλούσιες οικογένειες. Το δέντρο μας ήταν ένας θάμνος που το στολίζαμε με ότι είχαμε. Το βράδυ της παραμονής στρώναμε το τραπέζι με νηστήσιμα φαγητά κυρίως με φασόλια και όσπρια, καθόμασταν γύρο από το σοφρά όλη η οικογένεια και ο πατέρα θυμιάτιζε και ευλογούσε το τραπέζι και εμάς. Αυτό το λέγαμε καντίλκα. Ανήμερα των Χριστουγέννων μετά την Θεία Λειτουργία ανταλλάζαμε ευχές. Το φαγητό μας τότες ήταν το καλύτερο. Τρώγαμε πατσά που τον κάνανε σε πήλινα τσουκάλια και σιγοβράζανε στους φούρνους.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σφάζαμε τον κόκορα και κάναμε σούπα. Οι νοικοκυρές  κάνανε σιροπιαστά γλυκά και την βασιλόπιτα. Η βασιλόπιτα ήταν ένα μεγάλο κουλούρι και ενδιάμεσα είχε μικρές μπαλίτσες για να πάρει η οικογένεια από μια μπαλίτσα , αλλά έπρεπε να αφήσουμε και μια για τον Χριστό και μια για την Παναγία. Μάλιστα η γιαγιά έκανε και ένα σημάδι επάνω και το έδινε στο παιδί που είχε αδυναμία για να τύχει εκείνο το φλουρί. Αυτό το κάνανε το βράδυ που μαζεύονταν όλοι μαζί γύρο από τον σοφρά.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς δεν κάναμε επισκέψεις. Η δεύτερη όμως μέρα ήταν η μέρα του ποδαρικού. Το πιστεύαμε πολύ και δεν υπήρχε κανείς α μην το κάνει. Αυτός που θα έμπαινε πρώτος στο σπίτι, επισκέπτης, θα έφερνε τύχη ή ατυχία. Γι΄ αυτό λέγαμε στα μικρά παιδιά να έρθουν επειδή είναι αναμάρτητα και έτσι αν έκαναν ποδαρικό θα πήγαινε καλά η χρονιά. Το παιδί ξεκινούσε πρωί πρωί και πήγαινε πρώτα στην δημόσια βρύση , εκεί που τώρα είναι το πλατάνι «καζίνο» με ένα σταμνί και έπαιρνε το «βουβό»  νερό. Μέχρι κιόλας να φτάσει στο σπίτι του δεν έπρεπε να μιλήσει σε κανέναν ακόμα και αν είχε πολύ κόσμο στους δρόμους αφού όλοι πήγαιναν να πάρουν το «βουβό» νερό. Το παιδί μας έδινε να πιούμε από αυτό για να έχουμε υγεία και καλή σοδειά. Με αυτό ραντίζαμε όλους τους χώρους του σπιτιού, τις αποθήκες με τα τρόφιμα και τις σοδειές αλλά και τα ζώα. Ο νοικοκύρης όμως έδινε σε αυτών που έκανε το ποδαρικό λίγο αλάτι στην χούφτα του για να το ρίξει στην σόμπα ή στο τζάκι τρις φορές  και να πει ταυτόχρονα τρις φορές: όπως σκάει το αλάτι έτσι να σκάσουν οι εχθροί ή έτσι να σκάσουν τα αμπάρια με σοδιά  ή να σκάσουν οι τσέπες σας με λεφτά. Αν πήγαινε καλά η χρονιά ξαναλέγανε στον ίδιο να έρθει αν γινότανε αν όμως δεν μας πήγαινε καλά τον θεωρούσαμε γρουσούζη και δεν τον  ξαναλέγαμε. Επίσης κόβαμε ρόδια από τις ροδιές της γειτονιάς και τα σπάζαμε για να πάει καλά η χρονιά.

Η αμέσως επόμενη γιορτή μας ήταν τα Θεοφάνεια. Την παραμονή των Φώτων 5 Ιανουαρίου γινόταν ο αγιασμός τον υδάτων και μεταφέραμε τον αγιασμό από την κολυμβήθρα με διάφορα μπουκαλάκια στο σπίτι και το βάζαμε στο εικονοστάσι και τον χρησιμοποιούσαμε όταν αρρωσταίναμε και στο μάτι. Ο παπάς έψελνε το πρωί στο σπίτι και κρατούσε ένα κουβαδάκι με τον αγιασμό και ένα ματσάκι βασιλικό και ευλογούσε τα σπίτια. Όταν τον βλέπαμε να έρχεται εμείς στηνόμασταν στην πόρτα από τον μεγαλύτερο στον μικρότερο. Μετά το βράδυ στρώναμε το τραπέζι και τρώγαμε. Μάλιστα την παραμονή ρίχναμε γύρο γύρο από το σπίτι και τις αποθήκες στάχτη για να φύγουν οι καλικάτζαροι. Οδηγούσαμε και τα ζώα στην στέρνα που έριχναν τον σταυρό. Τα φώτα τώρα μετα την Θεία Λειτουργία οι πιστοί και οι παπάδες έπαιρναν τον αγιασμό και πήγαιναν όλοι μαζί στην στέρνα με την εικόνα την Παναγίας.

 Κάποιοι νέοι ετοιμάζονταν να βουτήξουν στο νερό το κρύο για να πιάσουν τον σταυρό που έριχνε ο παπάς στην στέρνα.

Αικατερίνη Κυρίου – Ζορμπα ετών 83

Δ)ΑΠΟΚΡΙΕΣ 

Ε) ΚΙΝΗΤΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Απ’  όταν ανοίγ’  το τριώδιο αρχινάει το καρναβάλ. Την Κυριακή της αποκριάς όμως γλεντούσαμε για τα καλά. Ντύνονταν καρναβάλια ο κόσμος , στολίζανε τα κάρα και τα αλόγατα, ντύνονταν νύφη και γαμπρός ή κουβαλούσανε τάχα μου έναν πεθαμένο με το κάρο για να κάνουμε την κηδεία ή ντύνονταν γύφτοι και έβαζαν στα κάρα καζάνια και φώναζαν ότι γινόταν μπακιριό. Με τα κάρα γυρνούσανε όλο το χωριό. Το πρώτο Σάββατο του ψυχού έκαναν κάποια κόλλυβα, τα διάβαζαν και τα μοίραζαν. Το Σάββατου του ψυχού ήταν κ η εβδομάδα της Τυρινής που φτιάναμε πίτα και την μοιράζαμε. Από την επόμενη την Κυριακής της Αποκριάς άρχιζαν να κόβουν το κρέας.  Την Κυριακή της Τυρινής ήταν ο εσπερινός της Συχώρεσης όπου ζητούσανε συχώρεση από τον νουνό και την νουνά, το πατέρα , την μητέρα , τον πεθερό και την πεθερά που πηγαίναμε με πορτοκάλια σε αυτούς. Το βράδυ όλοι μας καθόμασταν  στον σοφρά και η μάνα είχε βράσει αυγά και ο πατέρας μας έδινε από το πιτόξυλο όπου κρέμονταν το αυγό από μια κλωστή. Αυτή ήταν η χλατσκα ή χάσκο και έδειχνε πότε ξεκινάει η νηστεία. Έλεγαν με το αυγό να κλείνει το στόμα για την έναρξη της Σαρακοστής, με το αυγό να ανοίγει μετά την Ανάσταση, μετά το αυγό έδινε καρυδένιο χαλβά. Όταν τελείωνε το παιχνίδι ανάβαμε την κλωστή που κρέμονταν από το πιτόξυλο και την καίγαμε για να καεί το κακό.

Η επόμενη μέρα ήταν της Καθαρά Δευτέρας . Ήταν η μέρα που έπρεπε να καθαριστούν όλα. Εμείς οι νοικοκυρές βάζαμε το καζάνι στην κατσκα (σιδερένιος τρίποδας) και εκεί βράζαμε και πλέναμε πιάτα, ντετζερέδες , ταψιά και τηγάνια. Τα τρίβαμε με στάχτη ή με σόδα ή με άμμο και τα φτιάναμε μπουζ. Μετά είχαμε τα άσπρα ρούχα που και αυτά τα βράζαμε και τα φτιάναμε μπουζάτα. Στο βραστό νερό μέσα στο καζάνι ρίχναμε σταχτόνερο και το αφήναμε να ξεσταλιάζει. Έτσι κάνεμ μαλακό το νερό για τα ρούχα που τα πλέναμε σε ξύλινες σκάφες που εκεί τρίβαμε την πολύ βρωμιά. Με τον κόπανο χτυπούσαμε τις κουρελούδες , τις βελέντζες και τα άλλα στρωσίδια. 

Την Μεγάλη Σαρακοστή φορτώναμε στα κάρα όλα στρωσίδια και κατεβαίναμε κάτω στο ποτάμι (στο εργοστάσιο)και αφιερώναμε μια ολόκληρη μέρα. Ασβεστώναμε κιόλας για το Πάσχα και σε όλη την διάρκεια  της  Σαρακοστής από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την νύχτα της Ανάστασης νηστεύαμε πολύ. Τρώγαμε ψάρι μόνο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου όπως έλεγε η εκκλησία μας και την Κυριακή των Βαίων. Αυτές τις μέρες κάναμε και το σαραγλί, με καρύδια ,σουσάμι ,κανέλα σε φύλλα κρούστας, τις γεμιστές πιπεριές που άρεσαν πολύ στα παιδιά , κάναμε  πατατοσαλάτες με αποξηραμένες κόκκινες πιπεριές , ζεσταμένες και ψιλοκομμένες. Η Καθαρά Δευτέρα ήταν και η προετοιμασία για τα καπνά. Οι πιο πολλοί ετοιμάζαμε τα ουτζάκια(σπορεία) για την σορά του καπνού. Από το 1950 και μετά όταν φύτευαν πεύκα στο βουνό, στις πρόποδες του Φαλακρού, αρχίζαμε να   για να πετάξουμε τον χαρταετό. Από τις αρχές του Φλεβάρη τα παιδιά κατέβαιναν στο ποτάμι για να κόψουν καλάμια για το σκελετό της φλέβας του χαρταετού και μετά κολλούσαν με ζυμάρι τις κόλλες. Στις ουρές κρεμούσαν χάρτινα φαναράκια και κάθε γειτονιά είχε δικό της χώρου όπου πετούσαν τις φλέβες τους και δεν άφηναν κανέναν να πλησιάσει και γινόταν και διαγωνισμοί για το πιο θα κάνει την μεγαλύτερη φλέβα και θα έχει τον πιο πολύ σπάγκο που τον κλέβανε τα καλοκαίρια από τις λιάστρες των καπνών.

Η νηστεία διαρκούσε 4 μέρες και την λέγαμε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Επειδή τότε δεν είχε ημερολόγια για να μετράνε το πέρας της νηστείας , κάναμε ένα μετρητάρι ,την κυρία Σαρακοστή. Οι γιαγιάδες ζωγράφιζαν σε ένα χαρτί την κυρία Σαρακοστή που είχε τα βλέφαρα της χαμηλωμένα, δεν τις έβαζαν στόμα γιατί αντιπροσώπευε την νηστεία και τα χέρια της σταυρωμένα σε στάση προσευχής από τις πολλές προσευχές. Τα πόδια της ήταν 7 και αυτά ήτανε το καθένα μια βδομάδα από τις 7. Αυτή την βάζανε κάτω από το εικονοστάσι και κάθε Σάββατο κόβανε ένα ένα από ένα πόδι μέχρι που έφτανε το Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας, εκείνο αφού το τύλιγαν σε μικρό μπαλάκι το βάζανε μέσα στο ψωμί της Ανάστασης και όταν το έκοβε ο πατέρας μοίραζε τις φέτες και αυτός που το τύχαινε ήταν ο χαρούμενος. Το Σάββατο του Λαζάρου ήταν του θανάτου και της ζωής και τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους και λέγανε τα κάλαντα , αλλά μόνο τα κορίτσια και μάλιστα οι μεγάλες που αυτές τις λέγανε Λαζαρίνες.  Την παραμονή ξενυχτούσαν στα χωράφια για να μαζεύουν λουλούδια με τα οποία στόλιζαν το καλαθάκι την άλλη μέρα και ντυμένες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και οι νοικοκυρές τις έδιναν φιλοδώρημα  αυγά , φρούτα ή άλλα φαγητά. Το βράδυ πηγαίναμε στα σπίτια φίλων και τρώγαμε νηστήσιμα φαγητά που κάναμε εμείς οι γυναίκες. Η Μεγάλη Εβδομάδα ήταν προετοιμασία για το Πάσχα. Εκείνη την εβδομάδα στρώναμε το σπίτι, το ετοιμάζαμε όλη την βδομάδα, αλλά και τα φαγητά, τα τσουρέκια , τα αυγά και άλλα.  Τα τσουρέκια τα κάναμε την Μεγάλη Τετάρτη. Την μαγειρίτσα ή τζιγεροσαρμά όπως την λέγαμε το Μεγάλο Σάββατο κάναμε και παπούδα που ήταν τα ίδια υλικά με αυτά την μαγειρίτσας αλλά στεγνά και με ρύζι και τα τυλίγαμε όλα μαζί σε σκέπη κατσικιού (μπόλια) και μετά το βάζαμε στο ταψί και ρίχναμε μίγμα αυγού και γιαουρτιού. Το βράδυ όμως της Τετάρτης βάζαμε πάντα στα σύρματα ένα κόκκινο κιλίμι , έξω στην αυλή δηλαδή και το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης το μαζεύαμε και μετά πηγαίναμε στην εκκλησία . Όταν γυρνούσαμε βάφαμε τα αυγά κόκκινα και βάζαμε το πρώτο στο εικονοστάσι για την Παναγία. Άμα έπεφτε χαλάζι ή αν είχε μπόρα το βγάζαμε έξω αυτό το αυγό και όταν σταματούσε το ξανά βάζαμε μέσα και μάλιστα με αυτό το αυγό πριν το βάλουμε στο εικονοστάσι ,την πρώτη φορά όμως μόλις βαφότανε κάναμε ένα σταυρό στο μέτωπο μας με αυτό και το νερό το πετούσαμε σε μια γωνιά. Το απόγευμα πηγαίναμε στην εκκλησία που κατέβαζαν τον σταυρό , τον φιλούσαμε και καθόμασταν όλη την νύχτα εκεί, ψάλλαμε και στολίζαμε τον επιτάφιο.

Την Μεγάλη Παρασκευή όμως δεν κάναμε καμία δουλειά, ούτε κατσαρόλα στην φωτιά δεν βάζαμε. Πηγαίναμε το πρωί εκκλησία περνούσαμε κάτω από τον επιτάφιο 3 φορές και μετά τρώγαμε κάτι επιτέλους. Αργά το βράδυ γινόταν η περιφορά του επιταφίου και όταν τελείωνε λέγαμε ,καλή Ανάσταση να έχουμε.

Την Ανάσταση το βράδυ πηγαίναμε μισοί στην εκκλησία και μισοί στην πλατεία και συναντιόμασταν όλοι στην πλατεία που έφερναν αυτοί από τη εκκλησία το Άγιο Φως  και το παίρναμε σε φανάρια για να πάρουμε σπίτι μας. Ο παπάς ανέβαινε σε μια εξέδρα και μόλις έλεγε το Χριστός Ανέστη τσουγκρίζαμε τα αυγά και λέγαμε Χριστός Ανέστη και Αληθώς ο Κύριος ή Αληθώς Ανέστη.

Την Κυριακή τώρα ξυπνούσαμε το πρωί στήναμε την σούβλα και γλεντούσαμε με τραγούδια. Ψήναμε το αρνί και τρώγαμε μαγειρίτσα, κοκορέτσι , αυγά ,μαρουλοσαλάτα ή γριβάδι πλακί (ποταμίσιο ψάρι, χέλι) και μάλιστα από αυτό κάναμε ένα μεγάλο ταψί.

Την Παρασκευή της εβδομάδας της διακαινησίμου, δηλαδή την πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα, γιορτάζει το ξωκλήση της Ζωοδόχη πηγής που είναι δίπλα στο ποτάμι . πηγαίναμε εκεί για να πάρουμε ευλογία , πίναμε και νερό από την βρύση που έχει εκεί με το αγιασμένο νερό και παίρναμε μαζί μας και λίγο στο σπίτι και πλέναμε και το πρόσωπο μας τρεις φορές. Αφήναμε μάλιστα σε ένα δέντρο που έχει εκεί κοντά ένα ρούχο ,μια κλωστή, οτιδήποτε για να μας προστατεύσει και να μας δώσεις υγεία ,η Παναγία , η Ζωοδόχο πηγή. Εκεί αφήναμε και την λαμπάδα της Ανάστασης. Επειδή όμως ήταν λίγο μακριά πηγαίναμε με τα κάρα και παίρναμε μαζί μας και φαγητά και γλεντούσαμε.

Η Κυριακή του Θωμά μας έδειχνε το τέλος του Πάσχα και το ότι έπρεπε να ξαναγυρίσουμε πίσω στις δουλειές μας, στα χωράφια.

Γιορτάζαμε και του Άη – Γιώργη που είναι κινητή γιορτή. Μαζευόμασταν και πηγαίναμε από βραδύς στο εκκλησάκι, διάβαζε ο παππάς και όταν τελείωνε γυρνούσαμε σε όλο το χωριό την εικόνα με την μπάντα. Μάλιστα την ημέρα αυτή γλεντούσανε πολύ οι Βλάχοι και παίρνανε τα κοπάδια τους και τα ανεβάζανε στα ορεινά.

Κυρίου- Ζάμπα Αικατερίνη, ετών 83

ζ) Γιορτές του καλοκαιριού

« Το καλοκαίρι είχαμε την γιορτή του προφήτη Ηλία και κάναμε και πανηγύρι. Το πανηγύρι γινόταν 19,20 Ιουλίου, 2 μέρες. Αυτό γινότανε στο δρόμο κουσί-ογλου που σημαίνει στα Τούρκικα τρέξιμο και ο δρόμος αυτός ήταν ανάμεσα στα σημερινά νεκροταφεία και στο εκκλησάκι. Σε εκείνο το δρόμο γινότανε αγώνες με άλογα για το πανηγύρι. Γύρο γύρο από το εκκλησάκι είχαμε εμποροπανήγυρη και ζωοπάζαρο από εμπόρους που ερχότανε από μακριά και πουλούσαν την πραμάτεια τους . Το βράδυ κάναμε μεγάλα γλέντια και μαζί μας και Τούρκοι κάτοικοι της Προσοτσάνης. Το πανηγύρι ήταν παντού γνωστό και υπήρχε κάθε χρόνο πολύς κόσμος και από τα άλλα χωριά με τα κάρα τους. Κάποιοι μάλιστα έκανα εντύπωση γιατί τα είχαν στολισμένα. Το βράδυ  της παραμονής δηλαδή 19 Ιουλίου μέναμε εκεί, στήναμε σεριά(σκηνές) και γλεντούσαμε ολονυχτίς. Μετά την άλλη μέρα χόρευαν οι σύλλογοι του χωριού που είχαμε (Βλάχοι, εντόπιοι και πόντιοι) και έκαναν και αγώνες πάλης σε έναν χώρο που κάναμε με άμμο. Τα παιδιά περίμεναν πως κ πώς να έρθει το πανηγύρι για να αγοράσουν παιχνίδια, να γελάσουν με τον καραγκιόζο (καραγκιόζη) και οι γονείς πάντα στερούνταν για να χαρούν τα μικρά. Χαιρότανε και οι νέες πολύ γιατι μπορούσανε να γνωρίσουν τον μελλοντικό γαμπρό και αυτό ήτανε ότι πρέπει, είχανε και τραβαδούρους που τραγουδούσανε στα σπίτια εκείνες τις μέρες, ακορντεόν, βιολιά ,γκάιντες  και μαντολίνα. Στα πιο μετά χρόνια είχαμε και τα καφενεία που μάζευε πολύ κόσμο. Η πανήγυρι του προφήτη Ηλία δεν σταμάτησε ποτέ ούτε στα χρόνια της βουλγάρικης κατοχής.

 Χαρίλαος Κυρίου, ετών 84

Καντάδες

Παλιά γειτονιά

Το δρομάκι το στενό σου

Η κάθε γωνιά

Για ένα πρώτο φιλί

Ανθούς και κλαδιά

Για ένα πρώτο φιλί

Μέσα στης Πλάκας τα στενά

Όσα τραγούδια λένε

Και το γλυκό ξημέρωμα

Σαν πρώτα λόγια κλαίνε

Έτσι είναι η ζωή

Μωρό μου πάντα έτσι είναι η ζωή

Όποιος δεν τη ζει 

Πικρά μετανοεί

Νιάτα που περνούν

Χαρές που φεύγουν

Πόνοι που περνούν

Μωρό μου 

έτσι είναι η ζωή

Αποστόλης Φρόγκαλος, ετών 83

« Στην Προσοτσάνη γλεντούσαμε τις νύχτες με χοροεσπερίδες. Η νεολαία πήγαινε το πρωί στα χωράφια και το βράδυ πηγαίναμε και κάναμε καντάδες στα κορίτσια  και αυτές έβγαιναν και μας κέρναγαν κρασί. Στο Πλάτανο είχαμε το καζίνο, το αρχαιότερο καφενείο στο χωριό και εκεί παίζανε κουμάρι και ερχότανε και από την Δράμα, την Καβάλα και από αλλού και ξενυχτούσαν κιόλας.

Ένας μάλιστα πέθανε πάνω στο χαρτί από την ασιτία.

Αποστόλης Φρόγκαλος, ετών 83

Το καλοκαίρι επίσης είχαμε και τον Κλήδονα. Αυτό το έθιμο γινότανε 24 Ιουνίου, τότε που γεννήθηκε ο Άγιος Ιωάννης που τον λέγαμε Πρόδρομο γιατί προετοίμαζε το λαό να υποδεχτεί τον Κλήδονα(Ριζικάρή). Την παραμονή του Αι- Γιαννιού οι ανύπαντρες κοπέλες μαζευότανε ένα σπίτι του χωριού και λέγανε σε μία, συνήθως Μαρία , που και οι δυο γονείς της ζούσαν ένα φέρει από το πηγάδι το αμίλητο νερό. Γύριζε σπίτι και έβαζε το νερό σε μια μπακίρα, υδροφόρο, που κάθε κοπέλα έριχνε ένα αντικείμενο, συνήθως ένα πράσινο ή κόκκινο μήλο, ένα κόσμημα ή ένα κλειδί και αυτό το λέγανε ριζικάρι.  Μετά αυτό το δοχείο το σκεπάζανε με κόκκινο ύφασμα, που το δένανε σφιχτά με ένα κορδόνι για να κλειδώνετε και το βάζανε στην ταράτσα ή σε ένα άλλο μέρος, ανοιχτό και το αφήνανε όλη νύχτα κάτω από τα αστέρια. Ανήμερα του Αι – Γιαννιού πριν βγει ο ήλιος οι κοπέλες φέρναν μέσα στο σπίτι το δοχείο και οι γειτονιές άναβαν φωτιές (φωτιές του Αι Γιάννη) και συναγωνίζονταν για το ποια γειτονιά θα παρουσιάσει την καλύτερη και μεγαλύτερη φωτιά η οποία πίστευαν πως διώχνει το κακό και ξεκινάει κάτι καινούργιο.. Το απόγευμα μαζευότανε πάλι οι ανύπαντρες κοπέλες , μαζί και οι παντρεμένες, συγγενείς, φίλες , γειτόνισσες για να είναι μάρτυρες σε αυτό που θα κάνουν Καθότανε στο κέντρο μια κοπέλα και έβγαζε ένα ένα τα αντικείμενα που θα ήταν και το ριζικό της κάθε κοπέλας Μια άλλη έλεγε ταυτόχρονα τυχαίες μαντινάδες που της ερχότανε όταν έβλεπε τα αντικείμενα, χωρίς όμως τα ήξερε σε ποια κοπέλα άνηκε το καθένα. Αυτή η μαντινάδα ήτανε και το ριζικό της κάθε κοπέλας. Όταν βγάζανε όλα τα ριζικά η κοπέλα έριχνε το νερό σε ένα πηγάδι πάντα σταυρωτά και τότε τα αγόρια άρχισαν να πηδάνε τρεις φορές πάνω από τις φωτιές. Αυτό σήμαινε πως τα αγόρια θα ήταν πιο δυνατά γιατί πίστευαν ότι η φωτιά , όπως και τώρα συμβόλιζε την κάθαρση. 

Κυρίου- Ζάμπα Αικατερίνη, ετών 83

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2601
Έτος καταγραφής
2012-13
Επώνυμο
Κουνέλη
Όνομα
Κωνσταντίνα