Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Νέα Ανδριανή Κομοτηνής
ΈΘΙΜΑ
<<Την Παραμονή των Χριστουγέννων θα σηκωθούμε, θα τραγουδήσουμε, θα γυρίσουμε το χωριό. Τα αγόρια γύριζαν από το βράδυ, όχι τα κορίτσια. Την ημέρα γύριζαν τα μικρά παιδάκια. Κάθε σπίτι είχε και το γουρούνι του, που το έσφαζαν τα Χριστούγεννα. Ανήμερα θα πάμε στην εκκλησία το πρωί, θα γυρίσουμε, θα φάμε, θα ψήσουμε, θα φάμε και τη μπάμπω. Όπως κάνουμε δηλαδή και τώρα. Από το προηγούμενο βράδυ φτιάχναμε και μικίκια, δηλαδή λουκουμάδες, που τα τηγανίζουμε στο λάδι και αυτό το τσιτσίρισμα που ακουγόταν λέγαμε ότι ήταν τα διαβόλια, οι καλικάντζαροι.>>
Ουρανία Λάιου
<<Την Πρωτοχρονιά θα κάνουμε την βασιλόπιτα. Θα τραγουδήσουμε πρώτα τον Άη Βασίλη, βγαίναμε έξω παρέες και παιδιά και τα κορίτσια. Φτιάχναμε τα φύλλα, τη ζυμώναμε και την βάζαμε στο φούρνο. Τότε οι φούρνοι ήταν αλλιώς, έξω από το σπίτι, στην αυλή. Γινόταν η πίτα, άλλα μέσα βάζαμε σημάδια. Εδώ είναι τα χωράφια, εδώ είναι τα γελαστά, εδώ είναι το σπίτι και για το σπίτι βάζαμε την δραχμή. Την έκοβε ο πατέρας αλλά την έφερνε 3 γύρους και κοιτάζαμε ποιος θα τύχει τι. Στα χωράφια είχαμε ξυλάκια, για τα αγελάδια σιτάρι, για το τρακτέρ βαμβάκι.>>
Ουρανία Λάιου
<<Μετά άρχιζαν τα καρναβάλια, γίνονταν όλοι μασκαράδες και γύριζαν κάθε βράδυ. Εκείνη την εβδομάδα γύριζαν μες στο χωριό τη νύχτα γυναίκες και άντρες. Χτυπούσαμε, δεν μας γνώριζαν, μας κέρναγαν και φεύγαμε. Άμα εμείς θέλαμε φανερωνόμασταν, ποιοι ήμασταν. Άλλοι φανερώνονταν, άλλοι όχι. Γινόμασταν καρναβάλια και γυρνούσαμε. Ό,τι ήθελε ο καθένας φορούσε, ό,τι είχαμε. Στολές δεν υπήρχαν.>>
<<Την Καθαρά Δευτέρα γινόταν στο χωριό τα Ισνάφια. Στη πλατεία του χωριού γινόταν μεγάλο γλέντι με όργανο και με φαγητά, νηστίσιμα όμως, γιατί ήταν Σαρακοστή. Τα μαγαζάκια του χωριού εκείνη την ημέρα έκλειναν και έδιναν λίγα χρήματα για να γιορτάσουν όλοι οι κάτοικοι ντυμένοι μασκαράδες.>>
Ουρανία Λάιου
<<Τους Α’ χαιρετισμούς έκαναν κόλλυβα και μας τα μοίραζαν. Όσες ήταν ελεύθερες τα έπαιρναν και τα έβαζαν κάτω απ’ το μαξιλάρι να δουν ποιόν θα πάρουν. Κάτι ανάλογο γινόταν και με το Μαρτιάδικο φεγγάρι. Έπαιρναν λίγο χώμα έκαναν ευχές και το έβαζαν πάλι κάτω από το μαξιλάρι, για τον ίδιο σκοπό. Εκείνη την νύχτα, των Α΄ Χαιρετισμών, όσοι είχαν κόρες ήταν στο πόδι. Το χωριό δεν κοιμόταν. Οι παρέες των παλικαριών έβγαιναν στους δρόμους πολύ μετά τα μεσάνυχτα, έκλεβαν ό,τι έβρισκαν από τις αυλές των σπιτιών. Αυτά που έκλεβαν τα πήγαιναν στη πλατεία και όταν πήγαιναν οι πατεράδες το πρωί να το πάρουν πίσω, τα παλικάρια φώναζαν κοροϊδευτικά σαν να λένε <<σε πήρα την κόρη, δεν την φύλαξες>>. Αν κάποιος κοιμόταν πάνω στη πλατφόρμα, για να μην τον πάρουν υποτίθεται, τον έπαιρναν κι αυτόν μαζί. Να βλέπεις γονείς να τρέχουν με τις νυχτικιές τα άγρια χαράματα. Τα αγόρια γυρνούσαν τα κάρα ανάποδα, έκαναν το ντιβίρντισμα, που σήμαινε ότι το αγόρι καπάκωνε το κορίτσι.>>
Ουρανία Λάιου
<<Τον Λάζαρο γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι. Μας έκανε η μάνα του Λάζαρο, κούκλα. Δύο ξύλα μας τα κάρφωνε ο μπαμπάς μου. Βάζαμε μια φούστα από μωρά παιδιά και στο κεφάλι βάζαμε ένα μαντήλι. Γυρίζαμε και λέγαμε <<Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την πόλη, σου’ φέρε χαρτί και κομπολόι. Γράψε Θεόδωρε, γράψε Δημήτρη, γράψε Λεμονιά και κυπαρίσσι. Οι κοτίτσες σας γεννούν αυγάκια, οι φωλίτσες σας δεν τα χωράνε. Δωσ' και μένανε να το χαρούμε>>. Μαζεύαμε καλάθια τα αυγά. Εκείνοι που είχαν μας έδιναν αυγά, εκείνοι που δεν είχαν μας έδιναν καραμέλες ή δραχμές. Την Μεγάλη Εβδομάδα στην εκκλησία. Την κοκκινοπέμπτη βάφαμε τα αυγά, την Μεγάλη Παρασκευή τον Επιτάφιο, Μεγάλο Σάββατο κάναμε κουλούρια, τσουρέκια. Κυριακή είχαμε την Ανάσταση. Τον Επιτάφιο πηγαίναμε δώρα στον Χριστό, κάλτσες, μαντήλια άφηναν. Ύστερα εκείνα, την Μεσημεροανάσταση χτύπαγε η καμπάνα 11η ώρα το πρωί, ο παπάς τα έβγαζε και τα πουλούσε, όπως τις δημοπρασίες, όποιος έβαζε παραπάνω τα έπαιρνε. Όταν γιόρταζε η εκκλησία, των Ταξιαρχών, είχαμε πανηγύρι, γλέντι στο χωριό, είχαμε όργανα, κάναμε την περιφορά της εικόνας.>>
Ουρανία Λάιου
<<Την Παραμονή της Αγίας Βαρβάρας κάναμε την Βαρβαρά και την μοιράζαμε το επόμενο πρωί. Βγαίναμε, παιδιά, και κρατούσαμε τα τσίγκινα δοχεία με τη Βαρβάρα, που ήταν βρασμένα κόλλυβα και τα μοιράζαμε.>>
<<Εκείνη την ημέρα, στις 8 Γενάρη, όλες οι παντρεμένες πήγαιναν στο σπίτι της πιο γριάς στο χωριό και την πήγαιναν στη πλατεία. Χοροί, τραγούδια αλλά κανένας άνθρωπος δεν πλησιάζει, γιατί δεν επιτρεπόταν. Κι αν κάποιος ήταν εκεί τον κυνηγούσαν και τον έβρεχαν. Οι άντρες εκείνη την ημέρα παίρνουν την θέση της γυναίκας. Μένουν στο σπίτι, πλένουν, σκουπίζουν, μαγειρεύουν. Γενικά, η γιορτή αυτή είναι ξεκάθαρα γυνακεία.>>
Ουρανία Λάιου
<<Όταν δεν έβρεχε κάναμε την Πιπερούγκα. Παίρναμε ένα ορφανό κορίτσι και το ντύναμε με πράσινα φύλλα, αγριολούλουδα, τις κοκομίξες. Παίρναμε ένα γαϊδούρι και ανεβάζαμε πάνω το κοριτσάκι και οι γυναίκες από πίσω περπατούσαμε και τραγουδούσαμε: “Πιπερούγκα περπατεί, τον Θεό παρακαλεί για να βρέξει μια βροχή για τα σιτάρια, για τα κριθάρα, για του Θεού τα μπιρικέτια”. Οι νοικοκυρές έπαιρναν ένα ποτήρι νερό και έβρεχαν το κορίτσι και τον κόσμο. Όπως πέφτει αυτό το νερό, έτσι να πέσει και η βροχή. Ως το βράδυ έβρεχε.>>
Ουρανία Λάιου
<<Το έθιμο της Τζαμάλας είναι ένα γονιμοποιητικό δρώμενο του οργώματος και της σποράς των αγρών. Ο θίασος των Τζαμαλάρηδων (χωριανών αγροτών) μετά τις βροχές του Οκτώβρη και μόλις ξεκίνησε η σπορά, παρουσιάζουν στις αυλές των σπιτιών από το έθιμο, όπου κυριαρχεί ο αγώνας ενός μεγάλου άνδρα με έναν νέο, που διεκδικούν μια μορφή νέα, την Γκαντίνα. Εμένα μια χρονιά, πολλά χρόνια πίσω μου ανέθεσαν το ρόλο του νεαρού. Αφού σκότωσα τον γέρο, που γίνεται κάθε χρόνο απ’ τον νέο, παντρεύτηκα την Γκαντίνα. Στο τέλος καταλήξαμε σε γλέντι ως αργά το βράδυ. Η ιεροπραξία, ιερογαμία της Τζαμάλας μέσα από το σμίξιμο του νέου ζευγαριού, που με την βοήθεια ενός χορού νέων αγροτών πηδά διάφορα εμπόδια, αυτό ήθελε να δείξει την αισιοδοξία του χωριού, ότι στο τέλος θα είναι αίσιο φαϊ για όλους.>>
Γιάννης Βουλτσίδης