Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, ΕΛΑΙΑΣ
ΠΝΕΥΑΜΤΙΚΌΣ ΒΊΟΣ
Α. Θρησκεία (λαϊκή πίστη και λατρεία)
<<Οι άνθρωποι σε αυτό το χωριό ήρθαν από τη Γυαλία. Όταν μεταφέρθηκαν εδώ έφεραν μαζί τους τις εικόνες από την παλιά τους εκκλησία και έχτισαν καινούργιο ναό, όπου έδωσαν το όνομα του Αγίου Αθανασίου. Επειδή, όμως, η γιορτή του Αγίου Αθανασίου ήταν 18 Γενάρη και στο χωριό την εποχή εκείνη είχε πάγους και χιόνια συνήθως, η εκκλησία γιόρταζε ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου στις 2 Μαϊού, όπου και γινόταν πανηγύρι.>>
<<Στις 20 Ιανουαρίου, γιορτή του Αγίου Ευθυμίου, σε όλα τα σπίτια έσφαζαν ένα κόκορα. Από το αίμα του κόκορα έβαζαν μια βούλα στο μέτωπο των αγοριών. Μαγείρευαν τον κόκορα με κουσκούσι ή πλιγούρι και μοίραζαν από το φαγητό σε συγγενείς, παππούδες και κουμπάρους. Στους νονούς πρόσεχαν να προσφέρουν το καλύτερο κομμάτι κρέας.>>
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
<<Στις τέσσερις του Δεκέμβρη σε όλα τα σπίτια έκαναν την Βαρβάρα και μοίραζαν σε γονείς, νονούς και συγγενείς.>>
<<Στις 18 Δεκεμβρίου, γιόρταζαν τον Άγιο Μόδεστο. Οι γυναίκες έφτιαχναν μια πίτα που αφού την διάβαζε ο παπάς στην εκκλησία, μοίραζαν στους συγγενείς, φίλους και τάιζαν τα οικόσιτα ζώα τους. Έτσι με την αρτοκλασία τιμούσαν τα ζώα και τη σχέση που υπήρζε μεταξύ τους.>>
<<Την παραμονή ή και την προπαραμονή των Χριστουγέννων την νύχτα τα παιδιά με ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο και μια χοντρή βέργα (τζουμάκα) στο χέρι, γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού φωνάζοντας <<κόλιντρα μπάμπω (γιαγιά)>>. Το ταγάρι χρησίμευε για να βάζουν τα κεράσματα και η βέργα για προστασία από τα πολλά σκυλιά που υπάρχουν. Οι νοικοκυρές έδιναν συνήθως καρύδια, ξυλοκέρατα, φρούτα ή και δεκάρες. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, έστρωναν το γιορταστικό τραπέζι, με εννιά νηστήσιμα φαγητά. Όλη η οικογένεια καθόταν γύρω από το τραπέζι (τα παλιά χρόνια καθόταν κάτω γύρω από το σοφρά, στρόγγυλο τραπέζι) και ο αρχηγός της οικογένειας θύμιαζε σε ένα κεραμίδι. Πρώτα θύμιαζε το εικονοστάσι, μετά το τραπέζι με τα φαγητά, μετά όλους του παραβρισκόμενους που στέκονταν όρθιοι και τέλος όλους τους χώρους του σπιτιού. Το βασικό φαγητό ήταν η λειψή μπουγάτσα, πίτα χωρίς φύλλο με νερό, αλεύρι, αλάτι και λίγη σόδα. Άλλα φαγητά που συμπληρώνουν το τραπέζι ήταν οι λαχανοντολμάδες, οι ελιές, τα φασόλια και οι πατάτες. Το κλασσικό γλυκό των Χριστουγέννων η σαραγλί, γλυκιά σιροπιαστή σουσαμόπιτα. Στο τέλος σερβίριζαν στο σοφρά και το καρπούζι, που το κράταγαν από το καλοκαίρι. Ήταν ειδική ποικιλία, κίτρινα από μέσα και διατηρούνταν πολύ καιρό. Τα λέγανε χειμωνιάτικα. Τα ξημερώματα των Χριστουγέννων τα παλικάρια του χωριού γυρνώντας στα σπίτια έλεγαν τα κάλαντα:
Χριστός γεννάται, χαρά στον κόσμο
χαρά στον κόσμο στα παλικάρια
σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
κι η Παναγία μας κοιλοπονούσε
κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
τους Αποστόλους, τους Ιεράρχες
Σεις Απόστολοι και Ιεράρχες
να πα’ να φέρτε μύρα και μόσχο
Οι Απόστολοι για μύρα πάνε
και οι Ιεράρχες για μόσχο τρέχουν
κι ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν
η Παναγία ελευθερώθηκε
Μέσα στους μόσχους, μέσα στα κρίνα
μέσα στις δάφνες και τα λουλούδια.>>
<<Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μαζευόταν η οικογένεια γύρω από το τραπέζι ή το σοφρά και ο νοικοκύρης θύμιαζε κατά τον ίδιο τρόπο με την παραμονή των Χριστουγέννων. Το φαγητό της βραδιάς ήταν η μιλίνα με τυρί (τυρόπιτα). Ο νοικοκύρης αφού σταύρωνε την πίτα, την έκοβε. Μόνο που η πρωτοχρονιάτικη μιλίνα δεν είχε μέσα φλουρί, αλλά τσακνά (κλαδιά) με μπουμπούκια (με δύο, τρία, τέσσερα, πέντε μπουμπούκια). Το κάθε κλαδάκι αντιστοιχούσε με ένα τμήμα του νοικοκυριού. Έτσι άλλος τύχαινε τα χωράφια, άλλος την αποθήκη, άλλος το σπίτι, άλλος τις κότες, τις αγελάδες κι όλοι ήταν υποχρεωμένοι για τον επόμενο χρόνο να απασχολούνται στο τομέα που τους έτυχε. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά έπρεπε να <<σβουρήξουν>> τους μεγάλους. Η Σβούρα ήταν ένα κλαδί από δέντρο κρανιάς, στολισμένο με πολύχρωμες κλωστές. Η κρανιά μπουμπουκιάζει πρώτα από όλα τα φυτά μέσα στο χειμώνα. Το ξύλο της είναι ίσιο, γερό και ευλύγιστο, γι’ αυτό συμβολίζει τη δροσιά, τη νιότη και τη δύναμη. Το “σούρβαγμα” περιλάμβανε τρία χτυπήματα στον πισινό με τη σβούρα, καθώς και την τριπλή επανάληψη της φράσης “σβούρα, του χρόνου τον Άη-Βασίλη”. Το έθιμο γινόταν για τη “γεροσύνη”, την υγεία και την καλοχρονιά. Τα παιδιά ανταμείβονταν με λουκάνικα, σύκα, καρύδια, δεκάρες και αργότερα με χρήματα. Τα παιδιά κάθε σπιτιού έπρεπε να σουρβάξουν τους γονείς τους, τους παππούδες τους, τους συγγενείς και τους νονούς τους.>>
<<Ένα άλλο έθιμο των εορτών ήταν της Καμήλας ή Τζιαμάλας. Γινόταν συνήθως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Οι νέοι έφτιαχναν έναν σκελετό με ξύλα και τον έντυναν με κουρέλια και δέρματα, ώστε να πάρει την μορφή της καμήλας. Ύστερα δύο παλικάρια έμπαιναν από κάτω και αποτελούσαν τα πόδια της καμήλας. Την καμήλα την οδηγούσε ο καμηλιέρης σε όλα τα σπίτια του χωριού, με την συνοδεία νταουλιού και το τραγούδι <<λουκάνικα τρώει, παστό μαζώνει>>. Οι νοικοκυραίοι έδιναν στην καμήλα λουκάνικα και χρήματα. Τότε η καμήλα γονάτιζε και τους φυλούσε το χέρι. Στη διάρκεια της περιφοράς έτρεχε η καμήλα και πολλές φορές ξέφευγε από τον καμηλιέρη. Τότε έτρεχαν όλοι για να την πιάσουν και την χτυπούσαν.
<<Οι τρεις πρώτες μέρες του Φλεβάρη, οι γιορτές του Άγιου Τρύφωνα, της Υπαπαντής και του Αγίου Συμεών ήταν τα σημάδια. Το τριήμερο αυτό δεν επιτρεπόταν να κόψουν, να ράψουν, να πλέξουν και γενικά να κάνουν χειρωνακτικές δουλειές γιατί πίστευαν ότι κινδύνευαν να γεννηθούν στο σπίτι τους παιδιά ή ζώα με σημάδια.>>
<<Τις Απόκριες ήταν το έθιμο του Μπέη. Παλιότερα το έθιμο αυτό γινόταν την Δευτέρα της Αποκριάς, αλλά επειδή ήταν εργάσιμη μέρα αργότερα άρχισαν να το κάνουν την Καθαρά Δευτέρα ή την Κυριακή της Τυρινής. Ένας άντρας που ορίζονταν από την προηγούμενη χρονιά παρίστανε τον Μπέη, τον τούρκο άρχοντα. Ο Μπέης καθόταν πάνω σε ένα κάρο ή άμαξα και με την συνοδεία του γυρνούσε όλα τα σπίτια τους χωριού. Η ακολουθία του αποτελούνταν από την γύφτισσα με το μωρό, το γύφτο και τους σωματοφύλακες του Μπέη. Ακολουθούσε όλο το χωριό. Οι νοικοκυρές κερνούσαν όλη τη συνοδεία κρασί, μεζέδες και γλυκίσματα, ενώ οι άντρες πρόσφεραν στο Μπέη σιτάρι και καλαμπόκι. Αυτός τους ευχόταν καλή σοδειά. Όταν κατά το μεσημέρι τελείωνε η περιφορά, η πομπή κατέληγε στη πλατεία, όπου γινόταν αναπαράσταση της καλλιέργειας της γης. Ο Μπέης με την βοήθεια της συνοδείας του όργωνε, έσπερνε, θέριζε και αλώνιζε το χωράφι του. Ακολουθούσε η παλαίστρα και στη συνέχεια χοροί και γλέντι για όλους τους παρευρισκόμενους. Στο τέλος γινόταν η εκλογή του Μπέη της επόμενης χρονιάς.>>
<<Το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής τα ζευγάρια επισκέπτονταν τους γονείς τους και τους κουμπάρους τους για να συγχωρεθούν, με την έναρξη της Σαρακοστής. Έφερναν μαζί τους κρασί και αυγά βρασμένα. Εκεί τους έβγαζαν κάποοιους μεζέδες και τους κερνούσαν.>>
<<Το πρωί της πρώτης του Μάρτη άναβαν φωτιές και πηδούσαν τα παιδιά πάνω από τη φωτιά τρεις φορές για να μην τους μαυρίσει ο Μάρτης. Από το προηγούμενο βράδυ με άσπρη και κόκκινη κλωστή έκαναν για τα παιδιά ένα βραχιολάκι ή ένα δαχτυλίδι, τον Μάρτη. Όταν έβλεπαν για πρώτη φορά την άνοιξη πελαργό ή χελιδόνι, έβαζαν τον Μάρτη κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Μετά από σαράντα μέρες σήκωναν την πέτρα. Αν έβρισκαν σκουλήκια σήμαινε ότι θα παντρευτούν τεμπέλη, αν όμως έβρισκαν μυρμήγκια σήμαινε ότι ο σύντροφος τους θα είναι εργατικός.>>
<<Στις 25 του Μάρτη, απ’ το ξημέρωμα τα παιδιά έπαιρναν κουδούνια και τενεκέδες και τα χτυπούσαν ενώ γύριζαν τις αυλές των σπιτιών φωνάζοντας: “φύγετε φίδια, φύγετε γουστερίτσες (σαύρες)”. Το έθιμο αυτό γινόταν επί Τουρκοκρατίας, αργότερα σταμάτησε. Οι υπόδουλοι γιόρταζαν την ύπαρξη της επανάστασης με αυτόν τον τρόπο, βρίζοντας τους Τούρκους, χωρίς αυτοί να το καταλαβαίνουν. Εκτός όμως από αυτό, το χτύπημα των κουδουνιών προμηνύει τον ερχομό της άνοιξης, το ξύπνημα των ερπετών.>>
<<Την Κυριακή των Βαϊων τα κορίτσια έφτιαχναν με το αντί του αργαλείου μια κούκλα, τη Βάγια και την έντυναν με παραδοσιακά ρούχα. Από την δεκαετία του 70, άρχισαν να χρησιμοποιούν κούκλες παιχνίδια μεγάλου μεγέθους. Κατά ομάδες τα κορίτσια γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια του χωριού, κουνώντας την κούκλα και τραγουδώντας το παρακάτω τραγούδι:
“Βάγια, βάγια το βαγιώ
ώσπου να’ ρθει η Πασχαλιά
μα τα κόκκινα τ’ αυγά
μεσ' το φούρνο το ψωμί
και στη σούβλα το τσιτσί (κρέας)
τρώνε γάτες και γάτοι
και παπάδες παπαδιές
Μαρή ψηλή, μαρή λιγνή, μαρή μαυροματούσα
όταν θα πας στην εκκλησία χίλια στολίδια βάζεις,
βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη,
βάζεις και τον αδιάδιαρο καθάριο δαχτυλίδι.”
Οι νοικοκυρές έδιναν στα κορίτσια αυγά και αργότερα φιλοδώρημα. Στο τέλος όλη η ομάδα των κοριτσιών πήγαινε στο σπίτι που είχαν φτιάξει την Βάγια. Η νοικοκυρά του σπιτιού είχε ετοιμάσει για να φιλέψει τα κορίτσια πλιγούρι ή ρύζι και μια λειψή μπουγάτσα που την έσπαγαν σε κομμάτια και την έκαναν μπουλμά.>>
<<Την Πρωτομαγιά οι κοπέλες πρωί-πρωί, πήγαιναν στο ποτάμι για να πάρουν νερό. Στο νερό αυτό, καθώς το ζέσταιναν, έριχναν μέσα αρωματικά βότανα με κυρίαρχο το μελισσοβότανο και λουζόταν με αυτό.>>
Γ. Μαγεία και σχετικές δεισιδαιμονίες αντιλήψεις και συνήθειες
<<Υπήρχαν γιαγιάδες στο χωριό, οι οποίες ήξεραν να ξεματιάζουν. Αν έχεις κάποια φοβία ή κάποιο άγχος πήγαινες σε αυτές. Σε έδεναν ανάποδα από τα πόδια με ένα ζωνάρι και μια γιαγιά με την σκούπα, την χτυπούσε κάτω και έλεγε τα λόγια. Με αυτόν τον τρόπο πίστευαν ότι ο φόβος θα πάει κάτω και θα φύγει.>>
<<Για να προβλέψουν οι άνθρωποι αν θα γίνει αυτό που ήθελαν ή αυτό που είχαν κάνει τάμα, έριχναν κουκιά. Ένα κουκί σπασμένο στα δύο και εννιά κουκιά ολόκληρα. Τα έριχναν όλα μαζί κι αν τα δύο μισά κομμάτια από το σπασμένο έπεφταν κοντά το ένα στο άλλο, τότε σήμαινε πως αυτό που ήθελαν θα γινόταν.>>
<<Σε περιόδους ανομβρίας γινόταν το έθιμο της “Πιρπιρούνας”. Μια ομάδα παιδιών γύριζε στα σπίτια έχοντας ανάμεσα τους ένα κορίτσι, συνήθως ορφανό ή φτωχό, σπασμένο με κλαδιά και φύλλα που ήταν η Πιρπιρούνα. Καθώς γύριζαν οι Πιρπιρούνες και τα παιδιά τραγουδούσαν: “Πιρπιρούνα περπατεί, το Θεό παρακαλεί, βρέξε Θέε μου μια βροχή”. Κάθε νοικοκυρά έβγαινε τότε με μια κανάτα νερό και κατάβρεχε την Πιρπιρούνα. Το σκεπασμένο με φύλλα παιδί συμβόλιζε την διψασμένη βλάστηση που ζητούσε το νερό για να ζήσει και να καρπήσει. Διάλεγαν φτωχό παιδί ή ορφανό για να το λυπηθεί ο Θεός και να βρέξει.>>
<<Έκαναν και λιτανείες όπου ο παπάς σταματούσε στους αγρούς και διάβαζε δεήσεις για βροχή. Το πότισμα και η απόδοση των χωραφιών εξαρτιόταν άμεσα από τη βροχή και κατά συνέπεια η σοδειά και η τροφή.>>