Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΠΕΥΚΑ  ΕΒΡΟΥ 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΌΣ ΒΊΟΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α. <<Η μεγάλη σαρακοστή άρχιζε από τα μέσα του Νοεμβρίου, νηστεία 40 ημερών προ των Χριστουγέννων, ήταν υποχρεωτική για όλους, γυναίκες, άντρες, παιδιά, γριές και γέρους. Το κράτημα της νηστείας ήταν από τα πρώτα καθήκοντα του χριστιανού. Για να “φοβίσουν” τους μικρούς στην αρχή της μεγάλης νηστείας, επινόησαν τον Κουκαρά. Αυτό αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι με εφτά φτερά πετεινού, όσες και εβδομάδες της Σαρακοστής, που από μακριά φαινόταν σαν ιπτάμενο ερπετό με απαίσια όψη. Με τον Κουκαρά αυτόν φοβέριζαν τους μικρούς ότι όποιος τολμήσει να μην νηστέψει, θα κατέβει από την οροφή και θα τον φάει και ότι τα Χριστούγεννα και το νέο έτος δεν θα αφήσει να αγοράσουν ρούχα ή παπούτσια στον παραβάτη. Το “σκιάχτρο” αυτό κρεμιόταν στα σπίτια όλη τη διάρκεια της νηστείας.>> 

(Απόσπασμα από την εκπομπή του Π. Νικολαϊδή στη Δέλτα Τηλεόραση, <<Αλησμόνητες Πατρίδες>>, 29/12/1997)

β. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σφάζαμε τα γουρούνια, φτιάχναμε τον πατσά, κάναμε όλες τις ετοιμασίες για τα φαγητά. Την ημέρα των Χριστουγέννων πηγαίναμε στην εκκλησία, κοινωνούσαμε και όταν γυρίζαμε στρώναμε το τραπέζι για να φάμε αυτά που είχαμε ετοιμάσει από την προηγούμενη μέρα. Επίσης, την παραμονή το βράδυ, γυρνούσαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα κάλαντα. Έφτιαχναν ένα καράβι και μέσα σε αυτό έβαζαν τα χρήματα που τους έδιναν. Οι ηλικίες ήταν συνήθως 7 έως 14 χρονών αλλά υπήρχαν μεγαλύτεροι που πήγαιναν μαζί τους, περίπου 18 χρονών. Έλεγαν το “καλήν εσπέραν”. Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάλι έλεγαν τα κάλαντα το βράδυ. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς ο καθένας πρόσεχε ποιος θα μπει στο σπίτι του για να έχει καλό ποδαρικό. Συνήθως φώναζαν τα μικρά ανίψια τους ή τα βαφτιστήρια τους ή κάποιο μικρό παιδί για να τους κάνουν ποδαρικό και τους έδιναν ένα πορτοκάλι και μέσα έβαζαν νομίσματα. Μετά σε κάθε πηγάδι του χωριού, βάζαμε από το βράδυ πορτοκάλια, αμύγδαλο, καραμέλες, ο καθένας ότι είχε για το καλάντισμα της βρύσης. Μια ελεύθερη κοπέλα πήγαινε να πάρει το καλαντόνερο από το πηγάδι και έπαιρνε μαζί και αυτά που υπήρχαν στην βρύση και άφηνε τα δικά της. Ύστερα έφερνε το νερό στο σπίτι έπιναν όλοι από λίγο, πλενόμασταν με αυτό και το υπόλοιπο το ρίχναμε στην αυλή και στα ζώα. Τα κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους με εκείνο το νερό για να μακρύνουν. Την Πρωτοχρονιά βράζαμε και τα καλαμπόκια με το καλαντόνερο για να καλαντιάζουμε και τις κότες. Φτιάχναμε και την βασιλόπιτα από το βράδυ, βάζαμε την δραχμή μέσα και την επόμενη μέρα την κόβαμε. Την παραμονή των Φώτων έφτιαχναν την αλμυρή πίτα και την έτρωγαν την ημέρα των Φώτων οι νέοι και νέες του χωριού. Έτρωγαν από ένα κομμάτι ολόκληρο, ήταν η τύχη τους. Μετά πήγαιναν να κοιμηθούν και επειδή η πίτα ήταν αλμυρή, το βράδυ διψούσαν, όποιον έβλεπαν ότι θα τους φέρουν νερό σήμαινε ότι αυτόν θα παντρευτούν. Εγώ είχα δει τον άντρα μου. Επίσης, ανάβαμε την παραμονή των Φώτων 12 κεριά για τους πεθαμένους.>>

(Απόσπασμα συνέντευξης τριών γυναικών από τα Πεύκα, οι οποίες σήμερα δεν ζουν. Εκπομπή Π. Νικολαϊδή <<Αλησμόνητες Πατρίδες, 29/12/1998) (Ευφραιμίδου Χριστίνα, Γωνιάδου Αθηνά, Σπυριδοπούλου Κατίνα.)

<<Πολύ πρωί, πριν ξημερώσει και λίγο ύστερα από τα μεσάνυχτα, έπρεπε απαραίτητα να πάει κάποιος από την οικογένεια και μάλιστα τα ενήλικα κορίτσια για να “καλιανταζ’ το πεγάδ’”. Δηλαδή να πηγαίνει στη βρύση ή στο πηγάδι του χωριού φρούτα, ξηρούς καρπούς κτλ. για να πάρει το πρώτο νερό του καινούργιου χρόνου, το καλαντόνερο. Όποια πήγαινε πρώτη στη βρύση έλεγε: <<Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου>>. Οι κοπέλες πήγαιναν για το καλαντόνερο, δεν μιλούσαν σε όλη τη διαδρομή που έκαναν, γιατί οι περίδες ή μάγισσες μπορούσαν να τους πάρουν τη φωνή.  Επίσης, κατά την μεταφορά του καλαντόνερου δεν έπρεπε να βλέπουν προς τα πίσω. Λεγόταν πολλές φορές ότι το “πεγάδ’ κοιμάται”, δηλαδή σταματούσε να τρέχει νερό και “ξυπνούσε” μετά το καλαντίασμα, την προσφορά δώρων. Στη περίπτωση αυτή έλεγαν χαμηλόφωνα <<κάλαντα και καλός καιρός, άμα τ’ ανοίγω το πεγάδ’ να ανοίεται η τύχη μ’, κι αυτό τρεχ’ το νερό, να τρέχ’ κι η ευλογία>>. Από τα φιλοδωρήματα που άφηναν στη βρύση, μερικά έπαιρναν οι μάγισσες. Με το καλαντόνερο νίφτονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, επίσης έπιναν λίγο νερό για να τους πάει γούρι η νέα χρονιά. Τα κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους με καλαντόνερο για να μακραίνουν πολύ. Το καλαντιάσμα των μαλλιών γινόταν με λίγο κόψιμο της άκρης της πλεξούδας. Σε κάθε σπίτι φύλαγαν καλαντόνερο μέσα σε σκεπασμένη φιάλη. Ανακατεμένο το καλαντόνερο με αγιασμένο νερό των φυτών, χρησιμοποιείται ως ιαματικό σε απαλείψεις ή σε εσωτερική χρήση. 

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς όλα τα όντα, έμψυχα και άψυχα περίμεναν καλαντίασμα. Τέλος, όλα τα υδροδοχεία, σταμνία, κούπες και λαϊμα που περιείχαν νερό του παλιού χρόνου, έπρεπε να αδειάζουν και να γεμίζουν καλαντόνερο. Την Πρωτοχρονιά πολύ πρωί έβαζαν στο σπίτι ένα μικρό παιδάκι της γειτονιάς ή ένα μικρό αρνάκι για γούρι. Με αυτόν τον τρόπο δοκίμαζαν ποιο παιδί είχε καλό ποδαρικό και το έβαζαν πρώτο σε κάθε σπίτι και έπαιρνε πολλά δώρα. Εκείνη την ημέρα δεν έπρεπε να κλαίει κανείς γιατί θα έκλεγε όλη τη χρονιά. Ακόμη, δεν έπρεπε να κοιμάται γιατί θα γινόταν οκνηρός και νωθρός. Οι πρώτες 12 μέρες του Ιανουαρίου αντιπροσωπεύουν τους 12 μήνες του έτους και ο επικρατών κατ’ αυτές καιρός, θεωρούνταν ως προγνωστικός για τις καιρικές μεταβολές που θα επικρατούσαν κατά τους αντίστοιχους μήνες, όπου η πρώτη μέρα ήταν ο Ιανουάριος, η δεύτερη ο Φεβρουάριος και ούτω κάθε εξής.>>
(Απόσπασμα από την εκπομπή του Π. Νικολαϊδη <<Αλησμόνητες Πατρίδες>>, 29/12/1997)

δ. <<Απόκριες κάναμε την Πρωτοχρονιά, τα <<Μωμοέρια>>. Γυρνούσαν όλα τα σπίτια, τους κερνούσαν ποτά και τους έδιναν χρήματα καμιά φορά. Πιο παλιά γυρνούσαν κάθε φορά μέχρι την ημέρα των Φώτων. Μετά, γυρνούσαν και σε άλλα χωριά. Αργότερα γυρνούσαν μόνο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.>>

(Απόσπασμα συνέντευξης από την εκπομπή Π. Νικολαϊδη <<Αλησμόνητες Πατρίδες>>, 29/12/1997)

ε. <<Την Σαρακοστή του Πάσχα κρατούσαν 48 μέρες νηστείας, μικροί και μεγάλοι. Τα έθιμα δεν έχουν διαφορά με αυτά που συμβαίνουν σήμερα, καθώς ακολουθούσαν τα χριστιανικά έθιμα. Την μεγάλη εβδομάδα πήγαιναν κάθε μέρα στην εκκλησία. Την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί έβαφαν τα αυγά από κρεμμυδόφυλλα και τα πήγαιναν στην εκκλησία για να τα “διαβάσει” ο παπάς και τα έπαιρναν το Μεγάλο Σάββατο, μετά την Ανάσταση. Επίσης, την Μεγάλη Πέμπτη μετά το τέλος της εκκλησίας καθόντουσαν κάποιες γυναίκες και στόλιζαν όλες μαζί τον Επιτάφιο. Δεν γνωρίζω πιο παλιά από που έπαιρναν τα λουλούδια, αλλά ξέρω από προσωπική μου εμπειρία ότι τα τελευταία 30 χρόνια περίπου τα παίρνουμε από το ανθοπωλείο. Βέβαια, την τελευταία πενταετία δεν υπάρχουν άτομα για να στολίσουν, οπότε μας το στόλιζαν κατευθείαν από το ανθοπωλείο. Την Μεγάλη Παρασκευή, σταματούσαν όλες οι εργασίες και οι δουλειές, δεν έκανε να στρώσουν τραπέζι για να φάνε και τα φαγητά ήταν αλάδωτα. Η μαμάς μας, θυμάμαι, μας έκανε βραστές πατάτες, σκέτες μόνο με αλάτι. Το βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία για την περιφορά του Επιταφίου και το Μεγάλο Σάββατο, όλοι ετοιμάζονταν και περιποιούνταν για την Ανάσταση. Οι γυναίκες ετοίμαζαν από το απόγευμα την κοτόσουπα ή την μαγειρίτσα για να φάμε μόλις κοινωνήσουν και γυρίσουν από την εκκλησία. Έτσι, το βράδυ μετά την Ανάσταση και αφού είχαμε κοινωνήσει, γυρνούσαμε στο σπίτι με αναμμένες τις λαμπάδες μας για να σχηματίσουμε τον σταυρό πάνω πάνω από την πόρτα και να ευλογηθεί το σπίτι. Το Άγιο Φως το κρατούσαμε όλο το χρόνο στο καντηλάκι μας. Στη συνέχεια, τσουγκρίζαμε τα αυγά που είχαμε πάρει από την εκκλησία και τρώγαμε την σούπα. Την Κυριακή του Πάσχα, οι άντρες σηκωνόντουσαν από τα χαράματα για να ετοιμάσουν το κατσίκι ή το γουρούνι που θα σούβλιζαν. Άλλοι, αντί για κατσίκι ή γουρούνι έτρωγαν κόκορα. Την Κυριακή γλεντούσαν όλοι μαζί μέχρι το σούρουπο.>>

(Φουλίδου Σοφία, 52 ετών)

 

Δ. Λαϊκή ιατρική

α. <<Παλιότερα, πέθαιναν αρκετά από αρρώστιες επειδή δεν υπήρχε κάποιος ειδικός στο χωριό και γιατί οι εμπειρίες και τα γιατροσόφια δεν βοηθούσαν πάντα.>>

γ. <<Στο χωριό υπήρχε ένας παππούς ο οποίος ήταν κάτι σαν ορθοπεδικός ας πούμε. Όταν κάποιος έσπαγε το πόδι του ή το χέρι του, πήγαινε σε εκείνον και τους το έδενε με κάποιο ειδικό τρόπο. Διαφορετικά, έπρατταν αυτοβούλως και έδεναν μόνοι τους το σημείο που είχε σπάσει ή ραγίσει. Για παράδειγμα, όταν κάποιος στραμπούλιζε τον αστράγαλο του, έδενε σε εκείνο το σημείο ένα κομμένο στη μέση κρεμμύδι και αυτό περνούσε.>>

(Φαυλίδου Σοφία, 52 ετών)

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
3339
Έτος καταγραφής
2019-20
Επώνυμο
Ανδρεάδου
Όνομα
Παρθένα