Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, ΖΩΝΗΣ
Η ΠΙΡΠΙΡΏΝΑ, ΤΟ ΈΘΙΜΟ ΓΙΑ ΒΡΟΧΉ
Ένα από τα έθιμα ήταν και η Πιρπιρώνα, που γινόταν όταν η παράσταση της ανομβρίας και της ξηρασίας κρατούσε επί πολλούς μήνες το χρόνο.
Τότε, εκτός της λιτανείας που γινόταν από την εκκλησία με τον παπά, τους ψάλτες και τους κατοίκους απευθύνοντας παράκληση προς τον Θεό για να βρέξει, οι κάτοικοι οργανώνουν και το δικό τους έθιμο για βροχή, την Πιρπιρώνα. Το ρόλο της Πιρπιρώνας όπως θυμάμαι, ανέθεταν παλιά σε μια γυναίκα, την Αναστασία που είχε έρθει με τους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Όπως αναφέρουν στην αρχή και αργότερα στο Μαργούδι, ανεψιά της αξέχαστης Μπάμπω Ελεϊστής. Τη γυναίκα αυτή τη στόλιζαν γύρω-γύρω στα φορέματα της με διάφορα φυτά και κυρίως με μπαζονάκια, ένα είδος φυτού με έντονη μυρωδιά που δεν το είδα να φυτρώνει πουθενά αλλού.
Με την Πιρπιρώνα αυτή μπροστά και τους κατοίκους να την ακολουθούν, έκαναν πορεία σε όλους τους δρόμους του χωριού, τραγουδώντας:
<<Πιρπιρώνα περπατεί, το Θεό παρακαλεί, για να ρίξει μια βροχή, μια βροχή και καλή βροχή, να βραχούν οι κάμποι τα βουνά, τα βουνά και τα χωριά κλπ.>>
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, τα παλικάρια και τα κορίτσια του χωριού, κρατώντας στα χέρια ένα κουβά με νερό, κυνηγούσαν ο ένας τον άλλον. Βρέχοντας μεταξύ τους και ξαναγέμιζαν τους κουβάδες από τα αρκετά πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών. Δημιουργούσαν έτσι μια υγρή ατμόσφαιρα που πίστευαν ότι παρακαλούσε βροχή, πράγμα που το πετύχαιναν μερικές φορές, είτε από σύμπτωση με τον καιρό είτε από θαύμα.
Η ΤΖΙΑΜΆΛΑ
Ένα άλλο έθιμο, επίσης ήταν η <<Τζιαμάλα>> (η καμήλα), όπως την έλεγαν, που γινόταν κατά την περίοδο της συγκομιδής των καλαμποκιών.
Η συγκομιδή αυτή και πάλι γινόταν με τα μιντζιά, τα δανεικά ή τη συνεργασία μεταξύ των κατοίκων όταν έφερναν τα μπασιάκια (τις κούκλες) των καλαμποκιών σε στοίβες στα αλώνια. Εκεί τα βράδια γινόταν το ξεφλούδισμα τους με τα χέρια από παρέες γυναικών και ανδρών. Στη συνέχεια τα άπλωναν για να ξανά έρθουν και μετά από μέρες τα ξεσπύριζαν, στην αρχή με το σκεπάρνι και αργότερα με τις πρώτες μηχανές που εμφανίστηκαν. Τα αλώνια, που ήταν γεμάτα από κόσμο την περίοδο εκείνη, αντηχούσαν από τραγούδια και γέλια τα βράδια όταν τα επισκεπτόταν και η Τζιαμάλα.
Η Τζιαμάλα ήταν ένα είδος παραλλαγής της καμήλας.
Δύο παλικάρια, σκεπασμένα με μια σκάφη το ένα πίσω από το άλλο και επάνω από τη σκάφη απλωμένη μια κουβέρτα, σκεπάζονταν μέχρι τα γόνατα για να ελεύθερα τα παιδιά στο περπάτημα.
Για κεφάλι της καμήλας κρατούσε ο πρώτος από τους δύο έναν πάσαλο, ντυμένο και καμουφλαρισμένο σαν λαιμό μακρύ, με κρεμασμένο ένα κουδούνι. Στο επάνω όρθιο άκρο αυτού του λαιμού ήταν δεμένη μια νεκροκεφαλή κοκκάλινη από μεγάλο ζώο, άλογο ή γαϊδούρι και στο στόμα δαγκωμένο ένα καλαμπόκι (μπασιάκι). Με ένα σκοινί δεμένο στο λαιμό σαν χαλινάρι, ένα άλλο παλικάρι το κρατούσε σαν οδηγό για το περπάτημα και το κόλπο που έκανε η Τζιαμάλα γυρίζοντας από αλώνι σε αλώνι.
Μερικές φορές η Τζιαμάλα ξέφευγε από τα χέρια του οδηγού και αδέσποτη τροχάδην κατέβαινε προς το ποτάμι στη θέση <<Καβάκια>>, που είναι κοντά στα αλώνια για να πιεί δήθεν νερό.
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ, ΤΑ ΚΆΛΑΝΤΑ, ΟΙ ΝΤΟΥΒΆΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΝΙΆ ΦΑΓΗΤΆ
Μπαίνοντας τώρα στις γιορτές των Χριστουγέννων, από την Παραμονή άρχιζαν και τα διάφορα έθιμα που κρατούσαν όλο το δωδεκαήμερο όπως το έλεγαν.
Την Παραμονή έσφαζαν τα γουρούνια που έκτρεφαν όλο το χρόνο οι οικογένειες για τον καβουρμά, τα λουκάνικα, τη λίγδα για το μαγείρεμα. Αντί για το λάδι και το δέρμα για τα τσαρούχια που φορούσαν στις αγροτικές τους δουλειές.
Στο βραδινό δείπνο γινόταν το έθιμο με τα εννιά φαγητά, νηστήσιμα λόγω της Σαρακοστιανής νηστεία. Ήταν στρωμένα σε μία μεσάλα κάτω στο πάτωμα και όρθιοι όλοι της οικογένειας γύρω, αφού με ένα υνί από αλέτρι αντί θυμιατήρι λιβάνιζαν πρώτα το εικονοστάσι. Στη συνέχεια ένας-ένας τραβούσε με το χέρι προς το μέρος του το αρωματικό λιβάνι και αφού έλεγαν μια προσευχή κάνοντας τον σταυρό τους, κάθονταν σταυροπόδι για το φαγητό.
Στο τέλος του φαγητού, ένας από την οικογένεια που συνήθως ήταν κάποιο από τα παιδιά έπιανε μια άκρη από τη μεσάλα, όπως ήταν με τα αποφάγια στα πιάτα, την έσερνε και οι άλλοι τον ρωτούσαν: <<Τι τραβάς;>> <<Τα δεμάτια>> απαντούσε αυτός. <<Από ποιο χωράφι;>> τον ξαναρωτούσαν και αυτός έλεγε κάποια γνωστή τοποθεσία, όπου ήταν σπαρμένο ένα χωράφι και συνέχιζαν το ίδιο για όλα τα σπαρτά της οικογένειας. Την παραμονή όλη μέρα παρεούλες από παιδιά σχολικής ηλικίας γύριζαν όλο το χωριό πόρτα-πόρτα και έλεγαν τα κάλαντα: <<Καλήν ημέρα άρχοντες αν είναι ορισμός σας Χριστού τη Θεία Γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας...>>
Το βράδυ πάλι, μια ομάδα από παλικάρια ξεκινώντας από την εκκλησία τραγουδούσαν το <<Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο στα παλικάρια. Στα παλικάρια τα λεοντάρια. Τα παλικάρια τα λεοντάρια κι η Παναγία μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε τους Αποστόλους, τους Αρχαγγέλους. Τους Αποστόλους, τους Αρχαγγέλους να παν’ να έρθουν, μαμές να φέρουν. Κι ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν, η Παναγιά μας ξελευθερώθηκε. Χαρά στο κόσμο, στα παλικάρια.>>
Περπατώντας σε όλο το χωριό, μέχρι το ξημέρωμα που χτυπούσε η καμπάνα για τον όρθρο και τη Θεία Λειτουργία με τη τελετή της γέννησης του Χριστού, επισκέπτονταν τα νοικοκυρά για να πουν ευχές (ντουβάδες) με τη γέννηση του Χριστού.
Ο αρχηγός της ομάδας ανάλογα με τα πρόσωπα της κάθε οικογένειας, γονείς, αγόρια, κορίτσια έλεγε δυνατά κι ένα αυτοσχέδιο ντουβά (ευχή)και απευθυνόμενος στο τέλος προς την παρέα έλεγε φωναχτά: <<Πείτε παλικάρια Αμήν!>> και τα παλικάρια όλα μαζί με μία φωνή, φώναζαν δυνατά <<Ααααμήν!>>. Όταν όμως από την οικογένεια δεν είχαν ξυπνήσει για να τους ανοίξουν την πόρτα, τότε τραγουδούσαν ένα σκοπό προς την νοικοκυρά:
<<Ξύπνα περιστερούδα μου, ήρθα στο μαχάλα σου, χρυσή κορδέλα σ΄ έφερνα να δέσεις τα μαλλιά σου.>>
Αν και πάλι δεν ξυπνούσε έλεγαν άλλο ένα τραγούδι προς τη νοικοκυρά: <<Ξύπνα περιστερούδα μου, ήρθα στο μαχάλα μου κι ο μαχαλάς σου ξύπνησε και συ βαριά κοιμάσαι. Απόλνα κόρη μ’ τα μαλλιά σ’ πάνω στο παραθύρι να κάνω σκάλα ν’ ανέβω, να σε φιλώ στα χείλη. Ήταν τα χείλη σ’ κόκκινα, βάψαν και τα δικά μου, μ’ άσπρο μαντήλι τα σκούπισα και σε εννιά ποτάμια τα’ πλυνα, βάψαν και τα εννέα.>>
Αν ακόμη και τότε δεν ξυπνούσε η νοικοκυρά για ν’ ανοίξει τα παλικάρια έφευγαν παρεξηγημένα τραγουδώντας <<Μαύρη αρκούδα μαλλιαρή, με μαλλιαρά ποδάρια, δεν κούνησι τον κώλαρο της να σηκωθεί, να ανοίξ’ τα παλικάρια.>>
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΆ, ΓΙΟΡΤΉ ΤΟΥ ΑΓΊΟΥ ΒΑΣΙΛΕΊΟΥ
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδάκια παρέες-παρέες έλεγαν τα κάλαντα της γιορτής: <<Αρχιμηνιά κι’ αρχιχρονιά κι’ αρχή καλός μας χρόνος...>> σε όλα τα σπίτια του χωριού.
Και άλλα παιδιά ένα-ένα με τη σουρβάκα, τη σούρβα ή την όα όπως την έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Με ένα κλωνάρι στο χέρι όσο ένα μέτρο περίπου από το δέντρο ακρανιά, με το πιο σκληρό ξύλο του κορμού του γεμάτο από μπουμπούκια έτοιμα να ανθίσουν. Τα οποία στόλιζαν με μικρές χρωματιστές κλωστές ή με χαρτάκια από καραμέλες έμπαιναν στα σπίτια που τα άνοιγαν οι νοικοκυρές και ακουμπώντας ένα-ένα όλα τα άτομα με αυτή τη σουρβάκα έλεγαν τα χρόνια πολλά ή όπως παλιότερα το <<εις έτη πολλά>>.
Το βράδυ της παραμονής τηρείται και πάλι το έθιμο με τα εννιά φαγητά όπως και το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων κόβοντας την βασιλόπιτα με το φλουρί για τον τυχερό της χρονιάς. Βέβαια, όπως θυμάμαι, τα παλιά χρόνια η Βασιλόπιτα δεν γινόταν όπως τώρα στο ταψί με ζύμη και προζύμι ή τύπου κέϊκ με μαγιά και διάφορα άλλα υλικά, με το φλουρί μέσα. Αλλά, οι νοικοκυρές άνοιγαν φύλλα ζύμης και με γέμιση στο ταψί από διάφορα υλικά όπως κιμά, τυρί, γάλα, αυγά και ανάμεσα στα φύλλα εκτός από το φλουρί (κέρμα), έκρυβαν και ορισμένα σύμβολα σχετικά με την οικογένεια, το σπίτι, τα κτήματα και τα ζώα. Το φλουρί συμβόλιζε το σπίτι για τον τυχερό της βραδιάς κατά το κόψιμο της πίτα. Μετά το γύρισμά της τρεις φορές έπαιρνε ο καθένας το κομμάτι που του αναλογούσε σύμφωνα με τη θέση του και ανοίγοντας το έβρισκε μέσα το σύμβολο που του τύχαινε: Για τα ζώα κομματάκι από άχυρο. Για τα κτήματα, τα χωράφια, το αμπέλι, τους μωρεόκηπους κλωναράκι από ακρανιά με ορισμένο αριθμό μπουμπουκιών. Ξεχωριστό για το καθένα που τα θυμόταν η νοικοκυρά τι συμβόλιζαν.
ΤΑ ΘΕΟΦΆΝΙΑ, Ο ΑΓΙΑΣΜΌΣ ΤΩΝ ΥΔΆΤΩΝ, ΤΑ ΚΆΛΑΝΤΑ
Τελευταία μεγάλη γιορτή του δωδεκαημέρου είναι τα Θεοφάνια ή τα Φώτα. Την παραμονή το πρωί στην εκκλησία με τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία, γίνεται και η τελετή του Μεγάλου Αγιασμού.
Από αυτόν τον Αγιασμό οι εκκλησιαζόμενοι αφού τους φώτιζε ο παπάς, έπαιρναν με τα μπουκαλάκια και ράντιζαν όλους τους χώρους του σπιτιού. Το υπόλοιπο το κρατούσαν με το μπουκαλάκι όλο το χρόνο στο εικονοστάσι.
Επίσης και τα παιδιά έπαιρναν αγιασμό σε ένα μπακιρτσάκι και γύριζαν σε όλο το χωριό τραγουδώντας το <<Σήμερα ειν’ τα Φώτα και ο Φωτισμός και χαρά μεγάλη και Αγιασμός, αύριο η Κυρά μας κι η Παναγιά με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα. Για ν’ ανέβουν πάνω στους ουρανούς και να ρίξουν δρόσους καταγής. Να βραχούν οι κάμποι και τα βουνά να βραχεί κι ο Αφέντης με την Κυρά.>>
Στη συνέχεια πλησιάζοντας τα σπίτια, οι νοικοκυρές άνοιγαν στα παιδιά την πόρτα. Ένα από αυτά κρατώντας το μπακιρτσάκι με τον αγιασμό έμπαινε και με ένα ματσάκι από βασιλικό ράντιζε όλους τους χώρους του σπιτιού, ψάλλοντας το <<εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...>>
Το βράδυ της Παραμονής και πάλι επαναλαμβανόταν το έθιμο με τα εννιά φαγητά. Ανήμερα, στην εκκλησία με τη γιορτή της Θείας Λειτουργίας και την τέλεση της Βάφτισης του Χριστού, στο τέλος ο παπάς με τους ψάλτες και όλους τους εκκλησιαζόμενους, ξεκινούσε για τον Αγιασμό των υδάτων στο κάτω πηγάδι απ’ όπου υδρευόταν το χωριό.
Εν τω μεταξύ τα παιδιά έπαιρναν από την εκκλησία στα χέρια μια εικόνα χωρίς να ακολουθούν την πομπή. Έτρεχαν γύρω έξω από το χωριό από τη μία πλευρά φωνάζοντας συνέχεια <<Κύριε έπλασον- Κύριε ελέησον.>> και κατέληγαν κι αυτά στο χώρο που θα γινόταν η τελετή του Αγιασμού στο Πηγάδι.
Στο τέλος της τελετής τα παιδιά κατά την επιστροφή πάλι με τις εικόνες στα χέρια, έτρεχαν από την άλλη πλευρά του χωριού και φθάνοντας στην εκκλησία τοποθετούσαν ξανά τις εικόνες στη θέση τους.
Νομίζω είναι περιττό να επαναλαμβάνω ότι σε όλες αυτές τις γιορτές ο μεγάλος χορός με τα όργανα του χωριού κρατούσε όλο το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ. Εκτός από αυτά τα όργανα, για τους χορούς η Κοινότητα είχε προμηθευτεί και κασετόφωνο για δημοτικά τραγούδια, θρακιώτικα, νησιώτικα, καλαματιανά κ.α. Επίσης και οι παρελάσεις κατά τις εθνικές γιορτές γινόταν με εμβατήρια από μια σειρά από κασέτες με το κασετόφωνο της Κοινότητας. Μεταδίδονται από τα μεγάφωνα της πλατείας, όπου ήταν και ο χώρος τον παρελάσεων και της εξέδρας των επισήμων.
ΟΙ ΑΠΌΚΡΙΕΣ, Η ΚΥΡΙΑΚΉΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΓΚΙΤΣΑ
Πριν από το Πάσχα, προηγούνται οι Κυριακές των Απόκρεω με το Καρναβάλι και τη Καθαρά Δευτέρα με το Μπέη, το μεγάλο έθιμο για το οποίο έχω κάνει λεπτομερή περιγραφή προηγουμένως. Ακολουθεί η Μεγάλη Σαρακοστή των σαράντα ημερών για όσους νηστεύουν.
Το Σάββατο του Λαζάρου, παραμονή της Κυριακής των Βαϊων, ερχόταν από την Παλιά στη Ζώνη ο Ίμπις. Ένας σωματώδης άνδρας τυφλός, μελαμψός, καταγόμενος από τα αραβικά κράτη της Αφρικής (νομίζω από την Αβυσσίνα) τον οποίο συνόδευε ένα από τα έξι παιδιά του, 3 από τα οποία ήταν τυφλά. Αυτός ο τύπος μαζί με το παιδί (κορίτσι) που φορούσε ένα κόκκινο μακρύ φόρεμα, σαν χλαμύδα και μακιγιαρισμένο στο πρόσωπο (το ονόμαζαν Λάζαρο). Επισκέπτονταν ένα-ένα τα σπίτια, χτυπώντας το νταϊρέ (ντέφι) και το παιδί αυτό χόρευε ένα σκοπό, οι δε νοικοκυρές τους έδιναν διάφορα δώρα (δραχμές, αυγά κλπ.)
Την Κυριακή των Βαϊων μετά τη θεία Λειτουργία η εκκλησία μοίραζε στους πιστούς τα Βάγια από φύλλα δάφνης ή κλωναράκι ιτιάς (σουαντίας). Τα οποία τιμάρευαν στο εικονοστάσι οι νοικοκυρές και κάπνιζαν με αυτά ξεραμένα σε άρρωστα άτομα για θεραπεία.
τα κοριτσάκια σχολικής ηλικίας, παρεούλες-παρεούλες κρατώντας τη φραγκίτσα (μια κούκλα πάνινη χειροποίητη με ζωγραφισμένο πρόσωπο μωρού και στολισμένη αναλόγως-πλαστικές κούκλες δεν υπήρχαν τότε), γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τη χόρευαν με διάφορα τραγούδια:
<<Φραγκίτσα με τα κόκκινα, Φραγκίτσα με τα μαύρα τ’ Φραγίτσα τ’ ν αρραβώνιασαν ‘πο μέσα ‘πο την πόλη. Παν’ τα χαμπέρια κι οι χαρές, παν’ οι προξηνητάδες και φάνηκαν σγουρά μαλλιά κι αρχόντικα πλεξίδα, την είδε παπάς και θάμαξε κι ο διάκος παταδόθηκε την είδε κι ένας πραματευτής κι έπεσε και ζαλίστηκε κι η πραμάτια του σκόρπισε.
Σήκω σήκω πραματευτή πάρε τα προικιά σου και πάρε την πραμάτεια σαν και τα χρυσά φλουριά σου.>> ή
<<Ένας ο νιός ο νιούτσικος παίνει να’ αρραβωνιάσει με τετρακόσιες όμορφες με χίλια παλικάρια.
Χίλια φλουριά βάζει στη τσέπη του και χίλια στο μαντήλι. Γιατί γιέ μου πήγες χαίροντας και γύρ’ σες πικραμένες. Μήπως η κόρη δε σ’ άρεσε μήπως τα πεθερικά; Εμένα η κόρη μ’ άρεσε κι όλα τα πεθερικά μόνο έχει ένα μικρό αδερφό, πολύ παρά γυρεύει. Γυρεύει αμπέλια ατρύγιστα όλα με τρυγιτζήδες, γυρεύει χωράφια αθέριστα όλα με κοτρουτζίδες (θεριστές). Γυρεύει κι ένα ζερβόμυλο που αλέθουν το πιπέρι που πιπερίζουν τα φαγιά να τρών’ τα παλικάρια.>>
<<Μια μάνα είχε ένα γιό, έναν και κανακάρη. Τον έλουζε, τον χτένιζε και στο σχολείο τον έστελνε κι ο δάσκαλος τον έδερνε με μια χρυσή βεργίτσα. Τον χτυπά μια τον χτυπά δύο, στο τρίτο τον ρωτά -που είναι νιέ μ’ τα γράμματα σ’, που είναι και ο νους σου; Τα γράμματα μ’ μεσ’ στο κι ο νους μου πέρα ως πέρα;
Πέρα πέρα κι αντί πέρα, πέρα στις μαυρομάτες που’ χουν το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σα γαϊτάνι, το πάνω το ματόφρυδο ασήμι και χρυσάφι>> ή
<<Ένα μικρό μικρούτσικο το Σάββατο γεννήθηκε. Το Σάββατο γεννήθηκε, την Κυριακή βαφτίστηκε και τη Δευτέρα το πρωί πήγαν και το παινεύτηκαν ότι είχε την πηλένα (πάνα) μάλαμα και τη φασκιά του ασημένια, κι η μάνα που το γέννησε.>>
Το έθιμο της Φραγκίτσας από τα κορίτσια του χωριού.
Από αριστερά Δήμητρα Τζεγκόζη, Χρύσα Διάδου, Ελένη Παλαμάρκα, Πόπη Τσομπανίδου, Θεοδώρα Κουρδούμη και Μάρθα Μπατσιβάρη.
ΠΆΣΧΑ, ΣΤΑΎΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΆΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΎ
Με την Κυριακή των Βαϊων μπαίνουμε πλέον στη Μεγάλη Εβδομάδα με τις βραδινές και τις αναστάσιμες ακολουθίες της εκκλησίας για τα πάθη του Χριστού, τη σταύρωση και την Ανάσταση.
Την Μεγάλη Πέμπτη, τα δώδεκα Ευαγγέλια και η Σταύρωση και τη Μεγάλη Παρασκευή η ταφή με τον Επιτάφιο στολισμένο και τα εγκώμια που έψελναν τα κορίτσια και τα αγόρια του χωριού κατά την περιφορά του Επιταφίου του χωριού. Το Μεγάλο Σάββατο το βάψιμο των κόκκινων αυγών και τα τσουρέκια που μοσχοβολούσαν σε όλο το χωριό με το ψήσιμο στους φούρνους των νοικοκυριών.
Τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, παραμονή του Πάσχα, στις δώδεκα η ώρα η Ανάσταση του Χριστού. Με τις λαμπάδες αναμμένες από το <<Δεύτε λάβετε Άγιον Φως>>, το οποίο μεταφέρανε στο σπίτι ανάβοντας το καντήλι στο εικονοστάσι.
Με το άγγελμα του παπά <<Χριστός Ανέστη>> και το χαρμόσυνο χτύπημα της καμπάνας ακολουθούσε η ανταλλαγή των ευχών, αγκαλιάσματα και ασπασμοί μεταξύ συγγενών και φίλων.
Στη συνέχεια όσοι είχαν νηστέψει και επρόκειτο να κοινωνήσουν, παρέμεναν στην εκκλησία μέχρι τις πρωινές ώρες που κρατούσε η Θεία Λειτουργία. Οι υπόλοιποι αποχωρούσαν για το αναστάσιμο τραπέζι που τους περίμενε στρωμένο και στολισμένο με τα γιορτινά. Για το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών και τη μαγειρίτσα για το φαγοπότι. Το μεσημέρι, με το χτύπημα της καμπάνας η γιορτή συνεχιζόταν και με τη Δευτεροανάσταση του Χριστού. Με την περιφορά της εικόνας της Αναστάσεως, την οποία σύμφωνα με το έθιμο κρατούσε σε όλη τη διαδρομή ο ίδιος κάτοικος του χωριού. Ο πλειοδότης της δημοπρασίας σε χρήμα, που γινόταν προηγουμένως στην εκκλησία από τον νεωκόρο (τον καντηλανάφτη) κατά το έθιμο.
Πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα ακολουθούσε η Κυριακή της Πεντηκοστής και η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος.
Κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας της εκκλησίας οι πιστοί κρατούσαν λίγα φύλλα καρυδιάς, τα οποία άπλωναν στο πλακόστρωτο δάπεδο. Για το γονάτισμα όπως απαιτεί το θρησκευτικό έθιμο την ώρα που ψάλλονται κάποια τροπάρια.