Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Στρύμης
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Αφηγείται ο Γεώργιος Λουκάκης
<<Το Σαρανταήμερο ή Σαρακοστή των Χριστουγέννων ξεκινάει από δεκαπέντε Νοεμβρίου και σταματά Παραμονή Χριστουγέννων. Είναι νηστεία, όχι όμως τόσο αυστηρή σαν του Πάσχα. Μπορούμε να φάμε ψάρι, εκτός Τετάρτη και Παρασκευή.
Την Παραμονή Χριστουγέννων τα παιδιά από πολύ πρωί άρχιζαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και οι νοικοκύρηδες τους έδιναν πορτοκάλια, μήλα, καρύδια, αμύγδαλα, χαρούπια και αν ήταν συγγενείς κάποιο νόμισμα. Εκείνη την ημέρα σε κάθε σπίτι έσφαζαν το γουρούνι που τάιζαν όλο το χωριό. Τον έγδερναν, με το δέρμα έκαναν τσαρούχια, με το λίπος τον λαρδί παστωμένο και λίγδα (για πίτες και φαγητά), λουκάνικα, καβουρμά και το κρέας το έφτιαχναν φαγητό με λάχανο ή φασόλια. Ετοίμαζαν τη μπάμπω (γεμιστό έντερο με συκώτια, κρέας χοιρινό, πλιγούρι και μυρωδικά). Αυτό το φαγητό το έτρωγαν τη μέρα των Χριστουγέννων.
Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων παλικάρια αλλά και μεγαλύτεροι άνδρες έφτιαχναν μια ομάδα και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τα κάλαντα.
“Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο,
χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια.
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτα,
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε,
τους Αρχαγγέλους, τους Ιεράρχες.
Σεις Αρχαγγέλοι και Ιεράρχες,
στη Σμύρνη πηγαίν’ τε, μαμές φέρ’ τε.
Αγία Μαρίνα, Αγία Κατερίνα
στη Σμύρνη πάνε, μαμές φέρνουν.
Όσο να πάνε και όσα να έρθουν,
η Παναγία μας ηλευθερώθη.
Στην κούνια το βαλαν και το κουνούσαν,
και το κουνούσαν, το τραγουδούσαν.
Σαν ήλιος λάμπει, σαν νιό φεγγάρι,
σαν νιό φεγγάρι, το παλικάρι.
Φέγγει σε τούτον τον νοικοκύρη,
με τα καλά του, με τα παιδιά του
με την καλή τη νοικοκυρά του.
Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμον,
χαρά στον κόσμον τα παλικάρια.>>
Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν χρήματα, αλλά και φαγητό, όπως κρέας. Το βράδυ της επομένης μέρας, δηλαδή τα Χριστούγεννα συγκεντρώνονταν όλη η παρέα στο καφενείο του χωριού. Αφού μια νοικοκυρά μαγείρευε τα κρέατα που είχαν μαζέψει, έτρωγαν μαζί με το κρασί και γλεντούσαν.
Το πρωί, στις πέντε η ώρα χτυπούσε η καμπάνα και όλοι πήγαιναν στην εκκλησία να γιορτάσουμε γέννηση του Χριστού. Το μεσημέρι όλη η οικογένεια καθόμασταν γύρω από τον σοφρά και τρώγαμε τη μπάμπω, κρέας χοιρινό με λάχανο και γλυκά, όπως μπακλαβάς.
Το δωδεκαήμερο έλεγαν από είκοσι πέντε Δεκεμβρίου ως πέντε Ιανουαρίου ανεβαίνουν στη γη οι καλικάντζαροι που όλο τον χρόνο με τα τσεκούρια τους και τα πριόνια τους προσπαθούσαν να κόψουν το δέντρο που στήριζε τη γη. Ήταν άνθρωποι μεταμορφωμένοι σε δαιμόνια που ο καθένας είχε κι από ένα κουσούρι. Άλλος με ένα μάτι, άλλος κουτσός, άλλος σταυροπόδαρος. Ήταν βρώμικοι, έκαναν ζημιές, άλλα δεν μπορούσαν να τον βλάψουν. Αν συναντούσαν το βράδυ κάποιον άνθρωπο έξω, τον πείραζαν, τον τραβολογούσαν, χόρευαν γύρω του και τον εμπόδιζαν να γυρίσει στο σπίτι του. Ανέβαιναν στα κεραμίδια και τα έσπαζαν, έμπαιναν στα σπίτια από τους καπνοδόχους. Αν έμπαιναν στο σπίτι ανακάτευαν ότι έβρισκαν μπροστά τους, έκαναν ζημιές, λέρωναν τα φαγητά και τα γλυκά. Γι' αυτό οι άνθρωποι έκαιγαν συνέχεια το τζάκι όλο το δωδεκαήμερο και είχα πολλή φωτιά, που οι καλικάντζαροι τη φοβούνται.
Ακόμη θύμιαζαν το σπίτι κάθε βράδυ με λιβάνι και έκανα το σημείο του σταυρού σε πόρτες και παράθυρα. Στις πέντε Ιανουαρίου, που ο παπάς γυρίζει από σπίτι σε σπίτι και φωτίζει, οι καλικάντζαροι έτρεχαν να φύγουν, να παν κάτω απ’ τη γη και οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς πολύ πρωί τα παιδιά έβγαιναν να τραγουδήσουν τα κάλαντα:
“Αγίου Βασίλης, έρχιτι από την Καισαρεία,
βαστάει εικόνα κι χαρτί, χαρτί και καλαμάρι
του καλαμάρι έγραφι κι του χαρτί μιλούσι,
Βασίλη μ’ πόθιν έρχισι κι πόθιν κατηβαίνεις.
Από τη μάνα μ’ έρχομι και στο σχολείο πηγαίνω,
κάτσε να φας κάτσε να πιείς, κάτσε να τραγουδήσεις.
Ιγώ γράμματα μάθηνα, τραγούδια δεν ηξέρω,
και σαν ηξέρεις γράμματα πες μα την αλφαβήτα,
κι στο ραβδί τ’ ακούμπησε να πει την αλφαβήτα,
κι το ραβδί τ’ ήταν ξηρό κι βλάστησε κλωνάρια,
και πάνω στα κλωνάρια τ’ πέρδικες κιλαηδούσαν,
δεν ήταν μόνο πέρδικες ήταν και περιστέρες.
Κατέβ’ και πέρδικις να πιούν και να γεμίσουν,
να βρέξουν τον αφέντη μας, τον πολυχρονεμένο.
Αν έχεις γρόσια δώσι τα φλουριά μη τα λυπάσαι
κι αν έχεις μισό δέκατο δώσ’ του στον Αη Βασίλη.
Σε αυτό το σπίτι που’ ρθαμε πέτρα να μη
ραγίσ’ κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια
πολλά να ζήσ’.,,
Οι νοικοκυρές έφτιαχναν τις βασιλόπιτες. Άνοιγαν φύλλο, η γέμιση ήταν με σουσάμι και αφού την έψηναν, μετά τη σιρόπιαζαν. Έβαζαν ένα νόμισμα, ένα άχυρο, ένα κομματάκι κληματσίδα.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία. Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι, ο πατέρας μου έσπαζε ένα ρόδι στην πόρτα του σπιτιού για τύχη και μπερεκέτι (αφθονία). Στρώναμε το τραπέζι με φαγητό, σαλάτες, φρούτα, ψωμί, τη βασιλόπιτα, με ένα κερί αναμμένο στο κέντρο και το πορτοφόλι του πατέρα. Η μαμά μου θύμιαζε όλα τα καλά που ήτα στο τραπέζι για να είναι ευλογημένα. Μετά θύμιαζε με τη σειρά όλα τα δωμάτια του σπιτιού και όλη την οικογένεια. Ο πατέρας μου έπαιρνε το μαχαίρι και αφού έκανε τρεις φορές το σημείο του σταυρού πάνω από την βασιλόπιτα, την έκοβε. Το πρώτο κομμάτι ήταν του Χριστού, μετά της Παναγίας, του Αγίου Βασιλείου, του σπιτονοικοκύρη, της σπιτονοικοκυράς, των άλλων ανθρώπων της οικογένειας ανάλογα με την ηλικία, τέλος, του σπιτιού και του φτωχού.
Σε όποιον τύχαινε το φλουρί (το νόμισμα) ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Σε όποιον τύχαινε το κομμάτι κληματόβεργας θα ήταν υπεύθυνος για το αμπέλι, σε όποιον το άχυρο υπεύθυνος για το θέρος των σιτηρών. Κάναμε τον σταυρό μας κι αρχίζαμε να τρώμε τα φαγητά και τη βασιλόπιτα. Όποιος επισκέπτης ερχόταν εκείνη την ημέρα έπρεπε να μπει στο σπίτι με το δεξί πόδι να πάει καλά η χρονιά. Μετά τον κερνούσαν.
Την Παραμονή των Φώτων πολύ πρωί γινόταν στην εκκλησία ο πρώτος Αγιασμός των υδάτων, ο Μεγάλος Αγιασμός. Αυτός τον Αγιασμός έπαιρναν οι νοικοκυρές και τον κρατούσαν σ’ ένα μπουκαλάκι να έχουν όλο το χρόνο. Μ' αυτό τον αγιασμό, τον σταυρό και ένα ματσάκι βασιλικό, ο παπάς γυρνούσε σ΄ όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι και φώτιζε όλα τα δωμάτια του σπιτιού και τους νοικοκυραίους για να διώξουν το κακό και να πάει καλά η καινούργια χρονιά. Τα παιδιά σε ομάδες γυρνούσαν στο χωριό και έλεγαν τα κάλαντα:
“Σήμερα τα φώτα και οι φωτισμοί
και χαρά μεγάλη κι αγιασμοί.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας η Παναγιά.
Σπαραγμό κρατάει, κερί κρατεί
και τον Αϊ Γιάννη παρακαλεί.
Αϊ Γιάννη αφέντη και βαπτιστή
έλα να βαπτίσεις Θεού παιδί.,,
Οι νοικοκυραίοι έδιναν στα παιδιά καρύδια και σύκα ξερά.
Ανήμερα των Φώτων, όλοι πηγαίναμε το πρωί στην εκκλησία. Μετά την θεία Λειτουργία γινόταν ο αγιασμός και όλος ο κόσμος φωτιζόταν. Ύστερα με πομπή, μπροστά τα εξαπτέρυγα, ο παπάς, οι ψάλτες και ο κόσμος πηγαίναμε στη ρεματιά, στη βρύση που έτρεχε συνέχεια το νερό μέσα στα πέτρινα στενά. Ο παπάς έλεγε το: “Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις τον γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σό..,, και έριχνε τον Σταυρό στο νερό. Ένας νέος έπιανε τον Σταυρό, τον φιλούσε όπως και το χέρι του παπά. Ήταν ευλογία να πιάσεις τον Σταυρό. Εκείνη την ώρα κάποιοι άφηναν τρία άσπρα περιστέρια να πετάξουν στον ουρανό. Συμβόλιζαν την Αγία Τριάδα και το Άγιο Πνεύμα που εμφανίστηκε “εν περιστέρας,, στη Βάπτιση του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη Πρόδρομο. Μετά ο νέος που έπιανε τον Σταυρό γυρνούσε όλο το χωριό με τον Σταυρό στο χέρι, τραγουδούσε το “εν Ιορδάνη...,, και ο κόσμος του έδινε χρήματα.
Την άλλη μέρα ήταν του Αϊ-Γιαννιού. Τα παλικάρια έκαναν μια ομάδα και περνούσαν από σπίτια που είχαν νιόπαντρους. Φώναζαν έξω τον άνδρα και του έλεγαν: “Τάξε μας!” Αν τους έταζε κάτι (φαγητό, ποτό, ότι είχε ευχαρίστηση ή τους έδινε χρήματα) έφευγαν. Αλλιώς, αν δεν τους έδινε κάτι, τον μούσκευαν με ένα κουβά νερό.>>
Αφηγείται η Αρχοντούλα Μαγκριώτου.
<<Μετά του Αϊ-Γιαννιού, οχτώ Ιανουαρίου ήταν η μέρα της “Μπάμπως” ή “Μπαμπώμερας”. Γιόρταζαν τη γυναίκα του χωριού που ξεγεννούσε τις άλλες γυναίκες, τη μαμή.
Όλες οι παντρεμένες γυναίκες ετοίμαζαν έναν δίσκο με καλούδια, μεζεδάκια, γλυκά, φούσκες με μέλι (λουκουμάδες). Πήγαιναν στο σπίτι της μπάμπως κρατώντας τον δίσκο. Είχαν μαζί τους σαπούνι, πετσέτα και ένα μπακιράκι (κουβαδάκι) με νερό και μέσα ένα ματσάκι βασιλικό με κόκκινη κλωστή. Η Μπάμπω τις δεχόταν στην εξώπορτα του σπιτιού της, της έριχναν νερό και με το σαπούνι έπλενε τα χέρια της και τα σκούπιζε με την πετσέτα. Αυτό έδειχνε την ετοιμασία που έπρεπε να κάνει η μαμή για τη γέννα και πόσο την τιμούσαν.
Αν η γυναίκα ήταν έγκυος και πήγαινε στην μπάμπω, αφού της έριχνε νερό να πλυθεί και να σκουπιστεί, η έγκυος άφηνε χαμηλά το μπακιράκι και η μπάμπω το κλωτσούσε. Αν το μπακιράκι στεκόταν με τον πάτο κάτω έλεγαν ότι η έγκυος θα γεννούσε κορίτσι. Αν το μπακιράκι στεκόταν με τον πάτο προς τα πάνω έλεγαν ότι θα γεννήσει αγόρι. Αφού κερνούσαν την μπάμπω απ’ αυτά που έφερναν, τους κερνούσε κι αυτή.
Το απόγευμα, όλες οι γυναίκες ντυμένες με τα καλά τους κρεμώντας στο λαιμό κολιέ από πατλάκια μαζί με τον οργανοπαίχτη πήγαιναν στο σπίτι της μπάμπως. Η μπάμπω ντυμένη με παραδοσιακή στολή τους κερνούσε όλους γλυκά και χορεύοντας την έπαιρναν και το πήγαιναν στο καφενείο του χωριού. Σ' όλο τον δρόμο χόρευαν και τραγουδούσαν.
Στο καφενείο έμπαιναν μέσα όλες οι γυναίκες και από άνδρες μόνο ο οργανοπαίχτης και ο καφετζής. Έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι άνδρες δεν μπορούσαν να πλησιάσουν γιατί αυτό το έθιμο ήταν για τις γυναίκες κι έδειχνα τη δύναμη τους. Αργότερα, το έθιμο ονομάστηκε “Γυναικοκρατία”. Έτσι, αν πήγαινε κάποιος άνδρας να δει τι κάνουν, τον έπιαναν και αν δεν τους έταζε κάτι, όπως κρασί για το γλέντι, προσπαθούσαν να τον μουσκέψουν με νερό ή να τον ξεντύσουν. Οι άνδρες αυτή τη μέρα έπρεπε να είναι στα σπίτια και να κάνουν δουλειές.
Ακόμη, απαγορεύονταν και στα ελεύθερα κορίτσια να συμμετέχουν σ’ αυτό το γλέντι, γιατί τα ανέκδοτα που έλεγαν και τα πράγματα που σατίριζαν δεν ήταν πρέπον να τ’ ακούσουν μικρά κορίτσια.
Ήταν ένα έθιμο παλιό, θρακιώτικο και το περιμέναμε πως και πως κάθε χρονιά. Βρισκόμασταν όλες μαζί, διασκεδάζαμε, χορεύαμε, τραγουδούσαμε μέχρι τα ξημερώματα. Ακόμα και οι χήρες που δεν πήγαιναν σε γλέντια, σ’ αυτό το έθιμο επιτρεπόταν να πάρουν μέρος, δεν τις παρεξηγούσε κανείς. Πρώτη η Μπάμπω έσερνε τον χορό φορώντας στον λαιμό της φλουριά και αρμαθιές από πατλάκια που της έβαζαν οι γυναίκες. Της έβαζαν καρφίτσες και λουλούδια (τη στόλιζαν) για να φέρει στις γυναίκες όμορφα παιδιά.
Στη μία Φεβρουαρίου ήταν η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελιών. Κάναμε κόλλυβα για τον Άγιο και διαβαζόταν ευχές από τον παπά για να καρπίσουν τα αμπέλια. Με τον αγιασμό που γινόταν εκείνη την ημέρα, ραπίζαμε τα αμπέλια και τα χωράφια. Κανείς εκείνη την ημέρα δεν πήγαινε να κλαδέψει, ήταν αργία.
Στις δύο Φεβρουαρίου γιορτάζαμε την Υπαπαντή του Χριστού. Όλες οι μητέρες έπρεπε να πάνε στην εκκλησία μαζί με τα μικρά τους παιδιά, όπως πήγε η Παναγία με τον σαράντα ημερών Χριστός.
Στις τρεις Φεβρουαρίου ήταν του Αγίου Συμεών, που είναι προστάτης των εγκύων γυναικών. Αυτές οι τρεις γιορτές του Φεβρουαρίου λέγονταν Συμογιόρτια. Όλη η οικογένεια αλλά και οι έγκυες δεν έκοβαν αυτές τις μέρες τίποτα με το μαχαίρι και ψαλίδι, ούτε ξύλα με τσεκούρι, γιατί θα σημαδευόταν το μωρό. Έκαναν την προετοιμασία πιο μπροστά.
Οι Απόκριες κρατούσαν τρεις εβδομάδες και λέγεται και Τριώδιο. Μέχρι την Κυριακή της Αποκριάς τρώγαμε κρέας, ενώ την επόμενη εβδομάδα τυριά και γαλακτοκομικά. Μετά, έμπαινε η νηστεία του Πάσχα.
Τις Απόκριες, παλικάρια και άντρες μεγαλύτεροι ντύνονταν καρναβάλια. Ένας έβαζε νυφικό και γινόταν νύφη, άλλος με κουστούμι γαμπρού, άλλοι ντύνονταν γυναίκες. Βάφονταν στο πρόσωπο, έτσι ώστε να μη μπορούσες να τους γνωρίσεις. Χόρευαν στις αλάνες και οι υπόλοιποι τους κοιτούσαν.
Την Κυριακή της Τυρινής, τελευταία μέρα της Αποκριάς, όλη η οικογένεια και συγγενείς μαζευόμασταν το βράδυ σ’ ένα σπίτι. Η γιαγιά του σπιτιού έβαζε όλα τα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια να καθίσουν σταυροπόδι κάτω στο πάτωμα. Τα χέρια τους τα είχαν σταυρωμένα πίσω στη μέση. Η γιαγιά έδενε με μια μακριά κλωστή ένα βρασμένο και καθαρισμένο αυγό. Μετά κρατούσε τη μία άκρη της κλωστής με το χέρι της και περνούσε το κρεμασμένο αυγό μπροστά από το στόμα του κάθε παιδιού. Τα παιδιά άνοιγαν το στόμα και προσπαθούσαν να δαγκώσουν τ’ αυγό. Δεν ήταν εύκολο γιατί το αυγό γλιστρούσε και είχε γέλιο. Όταν κάποιος το δάγκωνε, το έτρωγε. Έλεγαν οι παλιοί ότι το στόμα κλείνει εκείνη την ημέρα με άσπρο αυγό, μετά άρχιζε η νηστεία και άνοιγε το στόμα την Ανάσταση (κάνει να φας) με κόκκινο αυγό.
Εκείνο το βράδυ ήταν της συγχώρεσης, δηλαδή όλοι οι νέοι φιλούσαμε το χέρι του παππού και της γιαγιάς και ζητούσε συγχώρεση.
Την Καθαρά Δευτέρα ήταν νηστεία. Τρώγαμε ελιές, τουρσί, φασολάδα, χαλβά. Φτιάχναμε χαρταετό με καλάμια και κολλούσα το χαρτί με ζυμάρι. Τον πετούσαμε βγαίνοντας στις αλάνες. Πρωί-πρωί, οι νοικοκυρές έπλεναν τα σκεύη και ειδικά τα ξύλινα κουτάλια τα έβραζαν σε ζεστό νερό να φύγουν τα λίπη, γιατί αρχίζαμε νηστεία.
Μετά την Καθαρά Δευτέρα, άρχιζε η Σαρακοστή του Πάσχα. Κάθε Παρασκευή ήταν οι χαιρετισμοί. Στην εκκλησία το βράδυ λεγόταν το “Άσπιλε”, τον έψελναν ένα κορίτσι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και ένα άλλο κορίτσι μπροστά στην εικόνα του Χριστού.
Την Παραμονή των Αγίων Θεοδώρων, δηλαδή στους πρώτους Χαιρετισμούς, μια κοπέλα αφού έκλεβε αλεύρι και αλάτι από κάποιο γειτονικό της σπίτι, ζύμωνε μια αλμυροκουλούρα και την έψηνε. Έτσι, μαζευόμασταν πολλά κορίτσια και λίγο πριν νυχτώσει πηγαίναμε έξω από το χωριό, στη ρεματιά με τη βρύση. Καθεμιά μας κρατούσε από ένα κύπελλο. Αμίλητες περνούσαμε τρεις φορές τη σανίδα πάνω από το νερό, παίρναμε νερό από τη βρύση και το πίναμε. Μετά πάλι, όλες αμίλητες, σπάζαμε από ένα κομμάτι αλμυροκουλούρα και το παίρναμε μαζί μας. Καθεμιά γυρνούσε στο σπίτι της χωρίς να μιλήσει στο δρόμο σε κανένα. Το βράδυ βάζαμε την αλμυροκουλούρα κάτω από το μαξιλάρι μας για να δούμε τον άντρα που θα πάρουμε. Εγώ, πραγματικά είδα τον άντρα μου, όταν έβαλα την κουλούρα κάτω από το μαξιλάρι.
Τα Ψυχοσάββατα, ένα πριν την Κυριακή της Αποκριάς και ένα πριν την Πεντηκοστή κάναμε κόλλυβα για τους νεκρούς. Οι γυναίκες έβραζαν σιτάρι, το στέγνωναν, έβαζαν τριμμένο καρύδι, κανέλα, μυλάλευρο και τέλος ζάχαρη. Στόλιζαν το κόλλυβο με ένα σταυρό και το πήγαιναν στην εκκλησία να διαβάσει ο παπάς τα ονόματα των νεκρών.
Λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, όλες οι νοικοκυρές έπρεπε να ασβεστώνουν και να καθαρίσουν το σπίτι.
Το Σάββατο του Λαζάρου το πρωί, κορίτσια ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές κρατώντας καλαθάκια γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν:
“Γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη,
γράψε Λεμονιά και κυπαρίσσι,
κι οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
κι οι φωλίτσες τους δεν τα χωρούνε
δώστε και σε μας να τα χαρούμε.”
Οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά.
Την άλλη μέρα, την Κυριακή των Βαϊων, στην εκκλησία ο παπάς έκανε την περιφορά κρατώντας ένα δίσκο με βάγια, πλεγμένα σαν κορόνα. Φιλούσαμε τον σταυρό και το χέρι του παπά και μας έδινε βάγια, όπως με βάγια είχε υποδεχτεί ο κόσμος τον βασιλιά Χριστό. Αυτά τα βάγια τα φυλάγαμε στο ντουλάπι.
Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίναμε στην εκκλησία.
Τη Μεγάλη Τετάρτη πηγαίναμε στην εκκλησία όλοι και ειδικά τα παιδιά. Αφού γινόταν το Ευχέλαιο, ο παπάς μας σταύρωνε με λάδι στο μέτωπο και στα χέρια. Παίρναμε ένα βαμβάκι, το βουτούσαμε στο αγιασμένο λάδι και λίγο αλεύρι από την κούπα που είχε τα επτά κεριά και τα κρατούσαμε στο σπίτι. Όταν πονούσε το κεφάλι, κάναμε ένα σταυρό στο μέτωπο μ’ εκείνο το λάδι. Ενώ όταν κάποιο παιδί φοβόταν από κάτι, του έδιναν να πιεί λίγο νερό με λίγο αλεύρι από το Ευχέλαιο.
Τη Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυρές το πρωί έβγαζαν ένα κόκκινο πανί και το κρεμούσαν έξω από το σπίτι. Ακόμη, έβαφαν τα κόκκινα αυγά που συμβόλιζαν το αίμα του Χριστού πάνω στο Σταυρό. Τα αυγά τα έβαφαν με φλούδες κρεμμυδιού, με μαλλάκι (νήμα), αμυγδαλόφυλλα για κίτρινο χρώμα. Έκαναν σχέδια τυλίγοντας τα αυγά σε κάλτσες και έβαζαν ένα φύλλο μολόχα ή τριφυλλιού ή μία μαργαρίτα. Αφού τα έβαφαν, τα γυάλιζαν με μάλλινο πανί και λάδι. Το πρώτο κόκκινο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Εκείνη την ημέρα ζύμωναν και τα πασχαλινά τσουρέκια σε πλεξούδες.
Το βράδυ στην εκκλησία έψελναν τα δώδεκα Ευαγγέλια. Μετά το πέμπτο Ευαγγέλιο ο παπάς έβαζε τον εσταυρωμένο Χριστό. Όλοι συγκινημένοι, τον προσκυνούσαμε. Κάποιοι άφηναν στεφάνι με λουλούδια και κάποιες γυναίκες έβαζαν στα πόδια του Χριστού πετσέτες. Οι πετσέτες αυτές έβγαιναν σε δημοπρασία και τα χρήματα που μαζεύονταν ήταν για το ναό.
Όταν τελείωνε η ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης, άρχιζε ο στολισμός του Επιταφίου. Κορίτσια και αγόρια από νωρίς γυρνούσαν στο χωριό και μάζευαν λουλούδια από τους κήπους. Γυναίκες και άντρες στόλιζαν τον Επιτάφιο και έλεγαν συγκινητικά τραγούδια για τον Χριστό. Οι μεγαλύτερες ξενυχτούσαν τον Χριστό, όπως γίνεται για κάθε νεκρό.
Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η πιο πένθιμη μέρα. Η καμπάνα χτυπούσε όλη μέρα πένθιμα. Ο Χριστός ξεψύχησε στον Σταυρό. Αυτή τη μέρα ήταν μεγάλη νηστεία, δεν τρώγαμε ούτε λάδι, κανείς δεν πήγαινε στη δουλειά, οι γυναίκες φορούσαν μαύρα, όπως και οι παπάδες μαύρα ράσα. Όλοι πήγαιναν στα νεκροταφεία να θυμιάσουν και ν΄ ανάψουν τα καντήλια των νεκρών τους.
Το βράδυ ψέλναμε τα εγκώμια δύο ομάδες. Από τη μία κορίτσια και γυναίκες και από την άλλη οι ψάλτες μα αγόρια. Είχαμε σημειωμένους τους στίχους και τους λέγαμε εναλλάξ. Μετά γινόταν η περιφορά τους Επιταφίου. Μπροστά κάποιος έπαιρνε τον ξύλινο σταυρό του Χριστού με δημοπρασία. Ήταν τιμή και τύχη να κουβαλήσεις τον Σταυρό. Πίσω τέσσερα παλικάρια κουβαλούσαν τον στολισμένο Επιτάφιο, πιο πίσω οι ψάλτες, ο παπάς και ο κόσμος. Ψέλναμε τα εγκώμια και γυρνούσαμε το χωριό. Στην επιστροφή, ο παπάς μοίραζε από ένα λουλούδι του Επιταφίου σ’ εμάς, τους πιστούς. Αυτό το βάζαμε στο εικονοστάσι μας.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί ήταν η πρώτη Ανάσταση, ο παπάς γυρνούσε σ’ όλη την εκκλησία και έριχνε δαφνόφυλλα. Εμείς και όλος ο κόσμος προσπαθούσαμε να πιάσουμε στον αέρα και όχι από κάτω. Ήταν ευλογία και τύχη αυτό και τα φύλλα τα έβαζες στο πορτοφόλι σου. Οι γυναίκες ετοίμαζαν τη μαγειρίτσα, σούπα με συκώτια, έντερα και χορταρικά από τους αγρούς.
Οι άνδρες έσφαζαν αρνάκι ή κατσικάκι και το ετοίμαζαν για την άλλη μέρα. Συνήθως, το έκαναν σούβλα. Αλλιώς ψητό στον φούρνο. Το βράδυ ντυμένοι όλοι με τα καλά μας πηγαίναμε στην εκκλησία με τα φαναράκια. Παίρναμε το Άγιο Φως από τον παπά που ήταν ντυμένος με άσπρα άμφια και στις δώδεκα η ώρα αφού είχαμε βγει έξω από την εκκλησία, ο παπάς έλεγε “Χριστός Ανέστη”, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Όλοι λέγαμε μεταξύ μας “Χριστός Ανέστη”, “Αληθώς Ανέστη” και τσουγκρίζαμε αυγά. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας κοινωνούσαμε. Όταν επιστρέφαμε στο σπίτι, ο νοικοκύρης με το Άγιο Φως έκανε ένα σταυρό στην οροφή στην εξώπορτα και η νοικοκυρά άναβε το καντηλάκι και φύλαγε το φως για σαράντα μέρες. Μετά όλη η οικογένεια τρώγαμε τη ζεστή μαγειρίτσα.
Τη Κυριακή γινόταν η Δευτεροανάσταση, τώρα γινόταν η περιφορά της Ανάστασης σ’ όλο το χωριό. Όλοι μας ήμασταν χαρούμενοι και άκουγες να ψέλνουν το “Χριστός Ανέστη”. Το μεσημέρι στρώναμε τραπέζι, η σούβλα από τα χαράματα είχε στηθεί και ήταν έτοιμη. Όλοι τρώγαμε, πίναμε και τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά.
Την πρώτη μέρα του Μάρτη, οι νοικοκυρές έβγαζαν έξω από το σπίτι ένα κόκκινο ρούχο και το κρεμούσαν. Με άσπρη και κόκκινη κλωστή που την κλώθαμε, κάναμε “Μάρτη”, ένα βραχιόλι που το βάζαμε στο χέρι μας. Έλεγαν: “να το φοράς, να μη σε πιάσει ο Μάρτης”, δηλαδή να μη μαυρίσεις γιατί την άνοιξη ο ήλιος ήταν πιο δυνατός. Τον “Μάρτη” τον βγάζαμε μόλις βλέπαμε να έρχονται τα χελιδόνια και τον κρεμούσαμε στο κλαδί ενός δέντρου.
Την 25η Μαρτίου όλοι οι χωριανοί το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία για να γιορτάσουμε τη διπλή γιορτή. Εμείς τα παιδιά, όταν ήμασταν στο δημοτικό, με τη σημαία που κρατούσε ο σημαιοφόρος και ο δάσκαλός μας πηγαίναμε στην εκκλησία. Όλες οι αρχές του χωριού, πρόεδρος, γραμματικός, αστυνόμος ήταν εκεί. Μετά τη Θεία Λειτουργία, ο δάσκαλος έβγαζε λόγο. Στο τέλος όλοι χειροκροτούσαν όταν έλεγε “Ζήτω η 25η Μαρτίου! Ζήτω το έθνος.” Βγαίναμε έξω και στη πλατεία καταθέταμε στεφάνια γι’ αυτούς που πολέμησαν. Μετά ήταν η παρέλαση.
Όλοι εμείς οι μαθητές σε τριάδες περνούσαμε μπροστά από τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο σημαιοφόρος και τα κορίτσια και από πίσω τα αγόρια, ντυμένοι όλοι με άσπρο και μπλε. Τραγουδούσαμε πατριωτικά τραγούδια:
“Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
δεν την σκιάζει φοβερά καμιά
μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει
και ξανά προς τη δόξα τραβά,,
Όλος ο κόσμος χειροκροτούσε. Μετά μοίραζαν σε εμάς τα παιδιά από ένα λουκούμι, ένα τετράδιο και ένα μολύβι και στον κόσμο λουκούμια.
Το μεσημεριανό φαγητό ήταν μπακαλιάρος με σκορδαλιά.
Το απόγευμα όλος ο κόσμος πήγαινε στο δημοτικό σχολείο. Εμείς οι μαθητές λέγαμε ποιήματα, κάναμε διαλόγους. Οι διάλογοι ήταν πολύ συγκινητικοί γιατί κάποιοι έκαναν τους πολεμιστές ντυμένοι τσολιάδες. Κάποια έκανε τη μάνα που έχασε τον γιό της στο πόλεμο και άλλοι ήταν οι ήρωες Κολοκοτρώνης, Διάκος, Μιαούλης, Μπουμπουλίνα. Η γιορτή τελείωνε με τον Εθνικό Ύμνο και χειροκροτήματα.
Του Αγίου Γεωργίου είχαμε έθιμο να φτιάχνουμε κούνιες. Μαζευόμασταν αγόρια και κορίτσια στον Άγιο Αθανάσιο, κάναμε κούνιες στα δέντρα και κουνιόμασταν με τη σειρά.
Την Πρωτομαγιά ξυπνούσαμε οι νέοι, αγόρια και κορίτσια πολύ πρωί και τραγουδώντας πλέκαμε στεφάνια με λουλούδια που μαζεύαμε. Τα κρεμούσαμε στις εξώπορτες των σπιτιών μας. Μετά σε παρέες πηγαίναμε έξω από το χωριό, στη χαράδρα του Ίντερε. Εκεί είχαμε ένα ποταμάκι με κρύο νερό και κάτω από τα πλατάνια στρώναμε. Ανοίγαμε τους μπουχτσάδες (κομμάτι κουρελού που μέσα ήταν τυλιγμένα λίγα φαγητά) βγάζαμε τα φαγητά και αρχίζαμε να τρώμε. Χορεύαμε, τραγουδούσαμε κι έτσι καλωσορίζαμε την άνοιξη.
Της Αναλήψεως πηγαίναμε με αμάξια σε κάποιο χωριό που βρισκόταν στον κάμπο, όπου γιόρταζε η εκκλησία του χωριού. Εκεί παίρναμε άγιασμα, θαυματουργό. Χορεύαμε και γλεντούσαμε στο πανηγύρι. Το ίδιο γινόταν και σε κάποιες άλλες γιορτές, Κωνσταντίνου και Ελένης, Αγίας Μαρίνας, Προφήτου Ηλία. Κάθε φορά πηγαίναμε στο χωριό που είχε τον άγιο που γιόρταζε και γινόταν πανηγύρι.
Παραμονή του Γενέθλιου του Προδρόμου, το απόγευμα ανάβαμε φωτιές στις αλάνες του χωριού. Μαζευόμασταν νέοι και νέες, άνδρες, γυναίκες και πηδούσαμε τη φωτιά, γιατί το είχαμε έθιμο. Τότε, ρίχναμε στη φωτιά τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς που τα είχαμε κρεμασμένα στις πόρτες των σπιτιών. Στο τέλος, ρίχναμε κι ένα χορό γύρω από τη φωτιά.
Της Αγίας Παρασκευής γιορτάζαμε το ξωκλήσι που βρίσκεται στην περιοχή “Τζάρος” του χωριού. Ήταν ένα μικρό εκκλησάκι, δίπλα στη ρεματιά μέσα σε πεύκα. Ακόμα υπάρχει. Την Παραμονή γινόταν εσπερινός, περιφορά της εικόνας και ο παπάς διάβαζε τους άρτους που μετά μοιράζονταν στον κόσμο. Ανήμερα όλοι οι χωριανοί, αλλά και από τα γύρω χωριά ερχόντουσαν στην εκκλησία. Στο τέλος, μοιραζόταν φαγητό, κρέας με πλιγούρι για το καλό και γινόταν γλέντι.
Από την πρώτη Αυγούστου ως τον Δεκαπενταύγουστο ήταν νηστεία και κάθε απόγευμα γινόταν παράκληση στη Παναγία και διαβάζονταν ονόματα για υγεία.
Την ημέρα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος πηγαίναμε σταφύλια στην εκκλησία για να τα ευλογήσει ο παπάς. Αυτή τη μέρα τρώγαμε σταφύλια, ψάρι και έσπαζαν τα μικρά παιδιά καρύδια για να δουν ποιος είναι γερός.
Τον Δεκαπενταύγουστο, γιορτή της Παναγίας, “το Πάσχα του καλοκαιριού” όπως λέμε, όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία αφήνοντας κάθε δουλειά. “Γιορτάζει η μητέρα μας Παναγία”, “Χρόνια Πολλά” λέγαμε συνέχεια. Το φαγητό που κάναμε εκείνη την ημέρα ήταν κοτόπουλο στιφάδο. Το απόγευμα ξεκινούσε το πανηγύρι. Γινόταν στον Άγιο Αθανάσιο, στο δασάκι που είχε μεγάλο χώρο. Όλοι οι χωριανοί, νέοι, άνδρες, γυναίκες, γέροι μαζί και ο οργανοπαίχτης που έπαιζε γκάιντα και ακορντεόν. Χορεύαμε, τραγουδούσαμε παραδοσιακά τραγούδια κι έτσι γιορτάζαμε.
Στις 29 Αυγούστου ήταν νηστεία, αλλά δεν τρώγαμε ούτε μαύρο σταφύλι, ούτε ελιά, μελιτζάνα και ότι ήταν σκούρο, μαύρο χρώμα. Ούτε κόβαμε καρπούζι και πεπόνι προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου που τον είχαν αποκεφαλίσει.
Του Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου, ο παπάς έκανε περιφορά μέσα στην εκκλησία, κρατώντας πάνω από το κεφάλι του ένα δίσκο με τον Σταυρό και τρία κεριά αναμμένα. Ο δίσκος ήταν στολισμένος με κλαδιά βασιλικού. Ο παπάς μοίραζε τον βασιλικό σ’ όλους μας. Μ' αυτό τον βασιλικό οι γυναίκες έφτιαχναν προζύμι, που το έβαζαν στο ψωμί. Το κρατούσαν όλο τον χρόνο.
26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου, που ήταν προστάτης του χωριού εκκλησιαζόμασταν, κάναμε άρτους και ήταν μεγάλη γιορτή για το χωριό. Γινόταν περιφορά της εικόνας που ξεκινούσε από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, φτάναμε μέχρι το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου και ξανά γυρνούσαμε πίσω. Φτιάχναμε κόλλυβα για να μας βοηθήσει ο Άγιος, γιατί ξεκινούσε η σπορά των σιτηρών.
Την 28η Οκτωβρίου που ήταν η εθνική γιορτή και γιορτάζαμε το ΌΧΙ του σαράντα. Γινόταν εκκλησιασμός, παρέλαση και γιορτή στο σχολείο με ποιήματα και διαλόγους όπως και πριν για την 25η Μαρτίου.
Του Αγίου Ανδρέα, οι νοικοκυρές έβραζαν σιτάρι να βοηθήσει ο Άγιος να φυτρώσουν τα χωράφια που έσπειραν. Το μοίραζαν στη γειτονιά σε κούπα γιατί είχε ζουμί και έβαζαν μέσα καρύδια, σταφίδες, ξερά σύκα που ήταν από τη σοδειά τους, ζάχαρη, κανέλα και κίμινο.
Της Αγίας Βαρβάρας κάποιοι έκαναν “Βαρβάρα”, δηλαδή βρασμένο σιτάρι με ζουμί όπως στη γιορτή του Αγίου Ανδρέα. Αυτοί ήταν οι πρόσφυγες που ήρθαν από την Ανατολική Ρωμυλία. Αυτοί που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη, αυτή τη μέρα έφτιαχναν πίτα με ζυμάρι και από πάνω έριχναν μέλι με καρύδια τριμμένα. Μετά τη μοίραζαν στη γειτονιά.
Του Αγίου Σπυρίδωνος λέγαμε ότι η μέρα μεγαλώνει σπυρί-σπυρί και από τότε άρχιζαν οι νοικοκυρές να καθαρίζουν και να ετοιμάζουν για τα Χριστούγεννα.
*τραγούδι από σελίδα 144
(αρχή τραγουδιού)
“Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια
ήρθ' η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι
ήρθ' η μάνα σου από την πόλη.
Σου' φερε χαρτί και κομπολόι.”>>
Γ. Λαϊκή ιατρική
Αφηγείται η Γιαννούλα Μόσχου και η Κυράτσα Κιοσσέ.
<<Επειδή παλιότερα ήταν δύσκολο να βρεις γιατρό στο χωιό, έπρεπε να κατεβείς στη πόλη, που δεν ήταν εύκολο>>.