Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΛΙΜΕΝΑΡΙΩΝ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

Αρχείο 2649

 

Εργασία στο μάθημα της λαογραφίας.

Συλλογή λαογραφικού υλικού.

Τόπος : Λιμένας Θάσου

Αναστασία Κατσίνα

Αριθμός ειδικού μητρώου: 553444

Καθηγητής κύριος  : Μ. Γ. Βαρβούνης

Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας Δημοκριτείου

Πανεπιστημίου Θράκης

Χρονιά 2012-2013 (πρώτο εξάμηνο φοίτησης)

Ι.Β. Ένδυμα, υπόδεση κόμμωση και καλλωπισμός

Οι ενδυμασίες της Θάσου είναι πολλές και με ποικιλία σε σχέδια που μας δίνουν μια πολύμορφη εικόνα. Η κατασκευή των ενδυμασιών γινόταν από υφάσματα, συνήθως μεταξωτά, βελούδινα, τσόχινα και λινομέταξα, ενώ δε λείπουν από τη χειμωνιάτικη κυρίως φορεσιά τα μάλλινα υφάσματα. Είχαν πλούσια κεντήματα και πολύτιμους επενδύτες που ήταν διακοσμημένοι με χρυσοποίκιλτα κεντήματα ή με χρυσά, αργυρά, μεταξωτά κορδόνια.

   Μεγαλύτερη ποικιλία παρατηρείται στις γυναικίες ενδυμασίες της Θάσου, οι οποίες φοριόταν ανάλογα με την ηλικία, την εποχή και την επισημότητα της ημέρας.

                                  Γυναικεία ενδυμασία

     Το κύριο ένδυμα ήταν ένα φόρεμα χωρίς μανίκια και με βαθύ στρογγυλό ντεκολτέ, το λεγόμενο “φ'στάνι”  δηλαδή το φουστάνι. Αυτό κατασκευαζόταν από έτοιμα υφάσματα, σε διάφορους χρωματισμούς, τα οποία τα αγοράζαμε από το εμπόριο και δεν είχαν σχέση με την υφαντική τέχνη. Τα υφάσματα τα πηγαίναμε σε ειδικές μοδίστρες για να ράψουν το φουστάνι. Τα κεντήματα που υπήρχαν σ'αυτό ήταν ήδη πάνω στο ύφασμα και δεν κατασκευάζονταν από τη μοδίστρα. Το μόνο που πρόσθετε αυτή ήταν γύρω-γύρω στο ντεκολτέ και στον ποδόγυρο στενό σιρίτι, το λεγόμενο “γαϊτάνι” το οποίο επίσης αγοράζαμε από το εμπόριο με το μέτρο . Το ένδυμα αυτό ήταν μακρύ και έφτανε μέχρι τον αστράγαλο.                                   Το φόρεμα που φορούσαν καθημερινά οι γυναίκες ήταν φτιαγμένο από χοντρό    ύφασμα και το χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι που λεγόταν “νεφτί” , το οποίο κατασκευαζόταν με κοφτές τσέπες.

    Δεύτερο ρούχο, το οποίο φοριόταν μέσ απ΄το “φ'στάνι” ήταν το “πουκάμισο” που κάλυπτε τα χέρια και το ντεκολτέ, ήταν στο ίδιο μάκρος με το φόρεμα και είχε στρόγγυλη λαιμόκοψη. Κάλυπτε όλο το λαιμό και είχε ένα κουμπί στο μπροστινό πάνω μέρος του λαιμού. Επίσης στο σημείο που ήταν το κουμπί και κατά μήκος του ανοίγματος υπήρχε μικρή δαντέλα (15 εκατοστά περίπου). Δαντέλα υπήρχε και στις άκρες των μανικιών και αυτή πλεκόταν με βαμβακερή λεπτή κλωστή και βελονάκι από τις ίδιες τις γυναίκες που το φορούσαν .

     Και το χειμώνα και το καλοκαίρι ήταν κατασκευασμένο το “πκάμισο” (πουκάμισο) από λευκό κάμποτο ενώ οι εύποροι το κατασκεύαζαν από άσπρο καλό χασέ. Το ράψιμο γινόταν στις μοδίστρες που έραβαν τα φορέματα.

     Οι γυναίκες όμως που έκαναν αγροτικές δουλειές ή κτηνοτροφικές για να μη  λερώνουν το μακρύ αυτό πουκάμισο το αντικαθιστούσαν με την λεγόμενη”τρα'λιά”. Αυτή ήταν φτιαγμένη από το ίδιο ύφασμα με το πουκάμισο και είχε ακριβώς το ίδιο στυλ με αυτό. Η διαφορά των δυο ενδυμάτων ήταν στα μανίκια, που δεν είχε η τραχηλιά και ακόμη ήταν κοντή και έφτανε ως τη μέση περίπου. Για αυτό το λόγο καθιερώθηκε ως ρούχο εργασίας. Την “τρα'λιά”την ανέφεραν μέσα στα ενδύματά τους σαν ύφασμα που μοιάζει με το πετραχείλι που φορούσε ο παπάς, γιατί έμοιαζε στη κατασκευή πάρα πολύ μ'αυτό. Για το ράψιμό της δεν ήταν απαραίτητο να απασχοληθεί η μοδίστρα αφού ήταν πολύ εύκολο.

     Το καλοκαίρι και το χειμώνα κάλυπταν τα χέρια τους με το “κοντογούνι”, αυτό το φορούσαν όλες τις εποχές πάνω από το “πουκάμισο”.Ήταν απαραίτητο για την καθημερινή  γυναικεία ενδυμασία. Το έραβαν ειδικές  μοδίστρες και ήταν φτιαγμένο από δίμιτο σε διάφορους χρωματισμούς. Έφτανε μέχρι τη μέση (γι' αυτό λεγόταν κοντογούνι) ήταν ανοικτό μπροστά , για να φαίνεται η άσπρη δαντέλα που κάλυπτε το ντεκολτέ και το κόψιμό του ήταν στρόγγυλο όπως το καθιερωμένο γιλεκάκι. Το μανίκι έφτανε μέχρι τον καρπό, ενώ την επάνω πλευρά του χεριού και τα δάχτυλα κάλυπτε μια προέκταση του μανικιού σε σχήμα γλώσσας. Η κάτω πλευρά δεν καλυπτόταν περα από το καρπό. Γύρω-γύρω το “κοντογούνι” είχε το “γαϊτάνι”, το στενό αυτό ειδικό σιρίτι, που ήταν σε μια απόχρωση του χρώματος του υφάσματος.

     Από την καθημερινή θασίτικη φορεσιά δεν έλειπε φυσικά η “ποδιά”. Αυτή και το χειμώνα και το καλοκαίρι ήταν υφαντή και είχε ορισμένα σχέδια. Υφαινόταν από τις ίδιες τις γυναίκες που τη φορούσαν, γιατί ο αργαλειός ήταν ένα από τα συνηθισμένα εξαρτήματα ενός σπιτιού. Υπήρχε η δυνατότητα επιλογής του σχεδίου,  μεταξύ τριών ή τεσσάρων,  για την καθημερινή ποδιά. Αυτές που είχαν τη δυνατότητα έφτιαχναν παραπάνω από μια ποδιές και η κάθε μια είχε ξεχωριστό σχέδιο.

     Η ποδιά ήταν ένα ορθογώνιο κομμάτι που έδενε στη μέση και το μάκρος έφτανε μέχρι δύο παλάμες πάνω απ' το τελείωμα του φορέματος. Ήταν δηλαδή αρκετά μακριά και φαρδιά, ώστε να προφυλάσσει το φόρεμα και να μη λερώνει. Γύρω-γύρω από το υφαντό κομμάτι της ποδιάς έβαζαν στενή φάσα απ' ό,τι ύφασμα διέθεταν και από το ίδιο ύφασμα έφτιαχναν τη ζώνη που έδεναν τη ποδιά στη μέση τους και ήταν κυλινδρική. Η φάσα είχε και κέντημα ή οχι.

    Συμπλήρωμα της φορεσιάς ήταν και άλλη μια κυλινδρική ζώνη μεγαλύτερου πάχους απ' αυτή της ποδιάς και χρησιμοποιούνταν για να συγκρατεί το φόρεμα ήταν  κατασκευασμένη από το ίδο ύφασμα που ήταν και το φόρεμα.

     Επίσης, κομμάτι της φορεσιάς ήταν οι κάλτσες, οι οποίες ήταν μάλλινες σε άσπρο χρώμα και έφταναν μέχρι το γόνατο. Αυτές πλεκόταν από τις ίδιες τις γυναίκες με μάλλινη κλωστή το οποίο ακολουθούσε την εξής διαδικασία:

Οι γυναίκες έπαιρναν το μαλλί από τα πρόβατα το “έξαιναν” δηλαδή το έκοβαν σε πολύ μκρά κομμάτια ενώ παράλληλα το άνοιγαν μέχρι να γίνει περίπου όπως η αράχνη. Ταυτόχρονα αφαιρούσαν και κάθε ξένη πρόσμιξη που μπορεί να υπήρχε πάνω σ' αυτό και δεν έφυγε με το πλύσιμο, δηλαδή ξερά χόρτα, σκληρά ξύλα και άλλα που προϋπήρχαν στο μαλλί. Κατόπιν ακολουθούσε το “λανάρισμα” που γινόταν πάνω σε ειδικές μηχανές ξύλινες τις λανάρες και έδινε στο μαλλί τη μορφή της κλωστής όχι όμως την τελική του μορφή δηλαδή τη σκληρή κλωστή, η οποία χρησιμοποιούνταν και για πλέξιμο  αλλά κυρίως στον αργαλειό.

    Το καλοκαίρι φορούσαν κάλτσες που τις έπλεκαν πάλι οι ίδιες, όχι όμως από τόσο χοντρό μαλλί αλλά από “καλτσόνημα” που ήταν πιο λεπτό και το αγόραζαν εφ' όσον βαμβακερή κλωστή δεν μπορούσαν να φτιάξουν.

     Στην καθημερινή ενδυμασία υπήρχε  και το κάλυμμα του. Αυτό ήταν δυο ειδών. Το πρώτο ήταν ένα  τετράγωνο μεταξωτό, μονόχρωμο και σε ποικιλία χρωμάτων . Γύρω-γύρω υπήρχαν τσιμπιδάκια μικρά που έπλεκαν με το βελονάκι. Το κάλυμμα αυτό λεγόταν “τσίπα” και το έβαζαν στο κεφάλι διπλωμένο τριγωνικά καθώς το έδεναν ένα μικρό φιόγκο αριστερά.

     Καλύτερο αλλά καθημερινό ήταν το “μαντίλι”. Αυτό δεν το φορούσαν στις δουλειές όπως τη “τσίπα” αλλά ούτε και στην εκκλησία. Το μαντίλι ήταν τετράγωνο, μεγαλύτερο από την “τσίπα” 80-90 εκατοστά  περίπου. Κατασκευαζόταν από ύφασμα εμπριμέ με φόντο κίτρινο, το οποίο ονομαζόταν “βατίστα”, γύρω-γύρω είχε δυο σειρές κουμαράκια (μικρές φούντες χωρίς κρόσια) η μια σε κίτρινο και η άλλη σε κόκκινο χρώμα. Για να μη γλυστράει, όμως στο κεφάλι έβαζαν από κάτω το “σαρίκι” (καπελάκι σκληρό ύψους περίπου τριών δακτύλων)”.

      Η ενδυμασία της Θασίτικης γυναίκας κλείνει με την αναφορά των παπουτσιών της. “ Οι γυναίκες της Θάσου όταν πήγαιναν στα χωράφια φορούσαν παντόφλες πέτσινες κλειστές μπροστά και ανοιχτές πίσω. Αυτό γινόταν χειμώνα και καλοκαίρι. Στο σπίτι φορούσαν κάλτσες και τίποτε άλλο και όταν έβγαιναν έξω έβαζαν τις ίδιες παντόφλες της δουλειάς.

      Η γιορτινή φορεσιά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες διαφορές από την καθημερινή.

      Η διαφορά που υπάρχει βρίσκεται στα “κοντογούνια”. Αυτά ήταν κατασκευασμένα, τώρα από μονόχρωμα υφάσματα. Επικρατούσαν το μαύρο χρώμα, το βυσσινί, το πράσινο και το μοβ. Το ράψιμο ήταν το ίδιο ακριβώς, με τη διαφορά ότι πρόσθεταν στο ύφασμα οι νοικοκυρές ή οι μοδίστρες πλούσιο χρυσό κέντημα. Με χρυσή τρέσα κεντούσαν λουλούδια με πισωβελονιά σ' όλο το μπροστινό μέρος και στα μανίκια. Έμπαινε και το “γαϊτάνι” αλλά τώρα ήταν χρυσό και δένει αρμονικά με τα χρυσά λουλούδια που κεντιόταν.

       Στα καλοκαιρινά και τα χειμωνιάτικα υφάσματα υπάρχει μια διαφορά, ότι στα χειμωνιάτικα έβαζαν εσωτερική επένδυση από μαλλί.

       Διαφορά υπήρχε ακόμη και στα καλοκαιρινά γιορτινά παπούτσια και τα χειμωνιάτικα. Τα καλοκαιρινά ήταν λουστρίνια μαύρα και μυτερά, ενώ τα χεμωνιάτικα ήταν ακριβώς ίδια με ένα φιόγκο, όμως.

       Υπήρχαν, όμως, και οι γυναίκες που ήταν αρκετά φτωχές και δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν υφάσματα για τα φορέματα φορούσαν φούστες πολύ σουρωτές στη μέση που έφταναν μέχρι τον αστράγαλο και κατασκευάζονταν από υφάσματα που μπορούσε να διαθέσει ο καθένας φυσικά πιο χοντρά  το χειμώνα και πιο λεπτό το καλοκαίρι. Οι φούστες αυτές τότε συνδυάζονταν με μπλούζες, τότε, διαφόρων χρωμάτων και είχαν χαρακτηριστικό τους τον πλούσιο φραμπαλά απ' το ίδιο ύφασμα.

        Επίσης, διαίρεση σε φορεσιά παντρεμένων και ανύπαντρων γυναικών δεν υπήρχε. Μόνο τα χρώματα μπορεί να ήταν διαφορετικά, δηλαδή ανοιχτόχρωμα

ή σκουρόχρωμα, όμως έγκειται περισσότερο στο γούστο της κάθε γυναίκας και δεν είναι κριτήριο”.

                                                         Π. Γεωργιάδου- Μαρτάνη ( 75 ετών )

                                           Ανδρική ενδυμασία

         “ Οι άνδρες στη δουλειά τους φορούσαν το λεγόμενο “πουτούρι” που ήταν φαρδύ παντελόνι και έφτανε ως το γόνατο. Το χρώμα του ήταν σκούρο και το χειμώνα φτιαχνόταν από μάλλινο ύφασμα και το καλοκαίρι από πιο λεπτό. Κάτω από αυτό φορούσαν το “σώβρακο” που ήταν στο ίδιο μάκρος με το “πουτούρι” και κατασκευαζόταν από μαλλί το χειμώνα και το καλοκαίρι ήταν βαμβακερό. Το χρώμα του ήταν λευκό. Από τη μέση και πάνω καλυπτόταν με υφαντό σκουρόχρωμο πουκάμισο. Όλα τα ρούχα τα έραβαν και οι ίδιες οι γυναίκες του σπιτιού, αν ήξεραν γιατί ήταν πολύ απλό. Η απασχόληση της μοδίστρας ήταν απαραίτητη μόνο για το σακάκι που το φορούσαν πάνω από το πουκάμισο και το οποίο ήταν κοντό. Έφτανε μέχρι τη μέση και ονομαζόταν “μπαλαμάνα”. Το σακάκι είχε χρώμα μαύρο. Στη μέση τους φορούσαν βαμβακερό ζωνάρι φαρδύ σε χρώμα σπαστό άσπρο προς τις αποχρώσεις του γκρίζου και του εκρού, και αυτό το τύλιγαν,  γύρω από τη μέση τους πολλές φορές. Φοριόταν πάνω από το παντελόνι και το πουκάμισο. 

  Την ανδρική ενδυμασία συμπλήρωναν τα παπούτσια που ονομάζονταν “τσερβούλια” τα καλοκαιρινά και τα χειμωνιάτικα “καουτσένια”. Τα “τσερβούλια” κατασκευάζονταν, τότε, από τους ίδιους τους άντρες από χοντρό δέρμα το οποίο ξέραιναν, έκοβαν τις τρίχες, το κατεργάζονταν με ειδικό τρόπο. Δηλαδή μετά το κόψιμο της τρίχας το μαλάκωναν στο νερό για να μπορέσουν να το δουλέψουν και του έδιναν τη φόρμα του ποδιού τους, καθώς και του πρόσθεταν κορδόνια απ' το ίδιο δέρμα για να μπορούν να το στερεώσουν. Μετά το έβαζαν φορμαρισμένο στον ήλιο να ξεραθεί και να μείνει η φόρμα που του έδωσαν. Τα “κατσένια” χειμωνιάτικα καθημερινά παπούτσια κατασκευάζονταν και αυτά από τους ίδιους με παρόμοια διαδικασία αλλά από καουτσούκ. Αυτά τα παπούτσια, βέβαια, και τα καλοκαιρινά και τα χειμωνιάτικα τα φορούσαν τους χρόνους της κατοχής που δεν είχαν δέρματα. Δηλαδή, στο πόλεμο του 40 και τους προηγούμενους. Τα προβλήματα των παπουτσιών τα διόρθωνε ο τσαγκάρης με δέρμα όχι πολύ καλής ποιότητας. Επίσης, όταν επέστρεφαν από τη δουλειά έβαζαν διαφορετικό παντελόνι. Αυτό ήταν μαύρο έφτανε μέχρι το γόνατο, το ύφασμα ήταν διαφορετικό κάθε εποχή και το παντελόνι αυτό ονομαζόταν “κόφα” ή “βράκα” και είχε πολύ σούρα, στην μέση όμως, και έφτανε μέχρι μέχρι τον αστράγαλο περίπου ενώ στο γόνατο ήταν εφαρμοστό . Το παντελόνι αυτό είχε χρώμα και κατασκευαζόταν από ύφασμα βατίστα το χειμώνα και το καλοκαίρι. Το γιορτινό “πουκάμισο” ήταν λευκό κατασκευαζόταν από κάμποτο το χειμώνα και από λεπτό χασέ το καλοκαίρι. Είχε κόψιμο σε σχήμα V καθώς και σαν χαρακτηριστικό του είχε τις πιέτες γύρω-γύρω απ' το γιακά που ονομαζόταν “μπλέτες”, και το πουκάμισο είχε και δαντελωτό “φιλτιρέ” στο μπούστο. Το πουκάμισο δεν είχε κουμπιά. Πάνω από τα ρούχα τύλιγαν το “ζωνάρι” που ήταν πάντα μεταξωτό και είχε χρώμα ουράνιου τόξου. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το “γιλέκο” βελούδινο το οποίο έφτανε μέχρι τη μέση, ήταν μαύρο, είχε σταυρωτό κούμπωμα και χρυσό κέντημα μπροστά. Το χειμώνα πάνω από το γιλέκο φορούσαν το σακάκι, ενώ το καλοκαίρι το γιλέκο ήταν το τελευταίο εξώρουχο, λίγο πιο μακρύ βέβαια. 

  Οι κάλτσες των ανδρών το χειμώνα ήταν άσπρες από μάλλινη κλωστή τα λεγόμενα “τσουράπια”. Το πλέξιμο γινόταν από τις νοικοκυρές με τη διαδικασία που πλέκονταν και οι γυνακείες κάλτσες. Το καλοκαίρι όμως οι κάλτσες πλέκονταν από βαμβακερό ύφασμα.

            Τα γιορτινά παπούτσια ήταν ίδια όλες τις εποχές με κύριο χαρακτηριστικό τους το μαύρο χρώμα και το μυτερό μπροστινό κόψιμο. Τα παπούτσια αυτά ήταν δερμάτινα και δεν είχαν κορδόνια.

             Τέλος, μέσα στη γιορτινή ενδυμασία υπήρχε και το κάλυμμα του κεφαλιού. Αυτό ήταν καπέλο μαύρο το οποίο έμοιαζε με τη βράκα και ονομαζόταν “δίκοχο”. Το ύφασμα αυτού ήταν τσόχα”.

                                                                             Ν. Μαντάνης ( 83 ετών )

 

 

                                                Παιδική ενδυμασία

               Η παιδική ενδυμασία διακρίνεται στη σχολική και στη γιορτινή. Τα κοριτσάκια στο σχολείο φορούσαν ακριβώς αυτά που φορούσαν και οι γυναίκες – δηλαδή την ίδια στολή και είδος ρούχων με τη μόνη διαφορά ότι τα φορεματάκια τους είχαν χρώμα πράσινο και δεν διέθεταν χρυσά κεντήματα. Το ύφασμα ήταν τσιτάκι απλό τις ζεστές εποχές ενώ το χειμώνα τα φορέματα κατασκευάζονταν από φανέλα. Το πουκάμισο ήταν ίδιο όπως και το κοντογούνι, και η ποδιά ήταν ίδια με αυτή των γυναικών και φτιαχνόταν από το ίδιο ύφασμα του φορέματος. Τα παπούτσια ήταν συνήθως μαύρα και έδεναν με λουρί στο πλάι. Το κάλυμμα του κεφαλιού δεν φοριόταν από όλα τα κορίτσια. Η γιορτινή ενδυμασία ήταν ίδια με τη σχολική. Βέβαια το κάθε παιδί είχε τη γιορτινή και τη καθημερινή ενδυμασία. Σε εμάς τα αγοράκια τώρα στο σχολείο μας φορούσαν ό,τι φορούσαν οι άντρες. Η καθιερωμένη “κόφα” ή “βράκα” που μας φορούσαν ήταν μαύρη απο διμιτο ή από κάμποτο. Το πουκάμισο το χειμώνα ήταν υφαντό με ρίγες από διάφορα χρώματα και το καλοκαίρι από λινό ύφασμα. Πάνω από αυτό φορούσαμε μια ζακέτα από τσόχα, η οποία ονομαζόταν “μπαλαμάνα” και είχε σταυρωτό κούμπωμα, το χρώμα της ήταν μαύρο. Οι κάλτσες ήταν ίδιες και τα παπούτσια μας μυτερά και δετά σε μαύρο χρώμα.

                Η γιορτινή στολή των αγοριών δεν διέφερε σε τίποτα από τη σχολική. Διαφορά υπήρχε μόνο στο πουκάμισο που δεν ήταν υφαντό και κάλυμα του κεφαλιού δεν υπήρχε για αυτές τις ηλικίες.

                Τέλος, τα καλοκαιρινά παπούτσια όλων των παιδιών και πολλών μεγάλων ήταν ανοιχτά στο πίσω μέρος ενώ στο μπροστινό μπορεί να ήταν μπορεί και όχι”.

                                              Ν. Μαντάλης ( 83 ετών )

                 Έτσι τελείωσε η μελέτη της παραδοσιακής ενδυμασίας της Θάσου. Πληροφοριακά θέλω να επισημάνω την ενδυμασία των μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων. Φορούσαν ρούχα σε σκούρους χρωματισμούς. Οι χήρες, τέλος φορούσαν μαύρα μόνο εκτός από το πουκάμισο που ήταν πάντα λευκό.  

Τοπική ονομασία ενδύματος

Αρ. χειρογράφου
2649
Έτος καταγραφής
2012-13
Επώνυμο
Κατσίνα
Όνομα
Αναστασία
Εικόνες