Τοπικές ενδυμασίες από ΛΙΜΕΝΑΡΙΩΝ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ
Τμήμα : Ιστορίας και Εθνολογίας
Μάθημα : Εισαγωγή στην Λαογραφία
Διδάσκων : κος. Βαρβούνης
Τίτλος Εργασίας : Συλλογή Λαογραφικού Υλικού – Λιμενάρια Θάσου
Ονοματεπώνυμο : Γεωργία Κουκουγιάννη
Εξάμηνο: A’
AEM : 553427
Ακαδημαϊκό Έτος : 2012-2013
ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
Α. ΕΝΔΥΜΑ
Η νήσος Θάσος είναι κοντά και στα μεγάλα αστικά κέντρα της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης. Από παλιά οι εμπορικές συναλλαγές όπως και άλλες δραστηριότητες, σε σχέση με τις ανωτέρω πόλεις, είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που χαρακτηρίστηκε από πλήθος Βυζαντινών στοιχείων, τα οποία διαφαίνονται κι διατηρούνται έως και τις ημέρες μας.
Στο σύνολό της η φορεσιά, η οποία φοριόταν έως τα μέσα του προηγούμενου αιώνα και σε μεμονωμένες περιπτώσεις από γερόντισσες ως τις ημέρες μας, αποτελείται από το «φστάνι», το «πκάμσο», την «τραχηλιά», τον «αλατζά», το «τσικέτο», την «ποδιά», το «ζουνάρ», το «σπαλέτο» και τα σκφούνια».
Τα βαρύτιμα, κυρίως μεταξωτά φστάνια ή φστάρες, συνιστώνται σε ποικίλους χρωματισμούς όπως ροζ, γαλάζιο κ.ά. είτε μονόχρωμα, είτε διανθισμένα με μοτίβα ομοίου ή άλλου χρώματος. Αμάνικα και μακριά, σχεδόν ως τον αστράγαλο, στολίζονται στο V της λαιμουδιάς και στον ποδόγυρο με χρυσαφί σιρίτια και άλλα πολύχρωμα γαϊτάνια. Ιδιαίτερα φαρδιά στο κάτω άκρο, φοριούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζουν τα λεγόμενα «κανάτια».
Η «τραχηλιά» και το «πκάμσο» χρησιμοποιούνται ως εσώρουχα και είναι λευκά. Έτσι, μέσα από την «φστάρα», στη λαιμουδιά φοράνε την «τραχηλιά», βαμβακερή ή μεταξωτή και είναι ένα χειροτέχνημα από κοπτό και δαντέλα. Ο αλατζάς είναι ένα κοντό γιλέκο μεταξωτό ή βελούδινο. Έχει στενά μανίκια, που καταλήγουν στα χερότια. Ο καλός αλατζάς είναι κεντημένος με χρυσό φιστόνι, ενώ ο καθημερινός με μαύρο. Συναντάται συνήθως σε χρώμα κόκκινο, καφέ, βυσσινί, πράσινο και κυπαρισσί.
Το τσικέτο είναι το γιλέκο που φοράνε πάνω από τον αλατζά. Φτιάχνεται από μαύρο ή μπλε βαθύ βελούδο και είναι χρυσοκεντημένο στο περίγραμμά του, στην πλάτη και στα μανίκια το λεγόμενο «ολόπλακο». Από τσόχα καλής ποιότητας είναι ραμμένα τα χειμερινά τσικέτα για να είναι πιο ζεστά, όλα κεντημένα με βάση τη φαντασία των Θασίων γυναικών. Πραγματικά έργα τέχνης.
Οι ποδιές είναι άλλοτε πολύχρωμες με τριαντάφυλλα και άλλα σχέδια στην ύφανσή τους και μονόχρωμες. Οι λουλουδάτες είναι συνήθως στρογγυλές στο κάτω μέρος και έχουνε πολλά «χαραλαμπίδια», δηλαδή πιέτες, δαντέλες, νερβύρ κ.ά. ενώ οι μονόχρωμες είναι κεντημένες στο μέσο τους ή στη μπορντούρα με κλωστές ζωηρού χρώματος ροζ, κροκοί, κίτρινο. Ποδιές υπάρχουν και υφαντές. Είναι μάλλινες με «σταμνάκια» και άλλα σχέδια και φοριούνται ως καθημερινές το χειμώνα. Σε αυτές συχνά ράβουνε πούλιες.
Κάτω από την ποδιά φοράνε το «ζουνάρ», το οποίο είναι μονόχρωμο, κυρίως μάλλινο, ενώ τα υφαντά ζουνάρια είναι βαμμένα με λουλακί. Πάνω από το ζουνάρ και την ποδιά βάζουνε την «πόρπα» ή αλλιώς το «μπακιροζούναρο».
Β. ΥΠΟΔΕΣΗ
Στα πόδια φοράνε τα «σκφούνια», άσπρες κάλτσες πλεκτές με βελόνες, που το χειμώνα είναι μάλλινες και το καλοκαίρι βαμβακερές. Όσον αφορά τα υποδήματα, πριν από την εμφάνιση των δερμάτινων παπουτσιών φορούσανε βελούδινες παντόφλες ή πασούμια.
Γ. ΚΟΜΜΩΣΗ
Οι γυναίκες είχανε πλεξούδες, οι οποίες πολλές φορές έφταναν έως την «κλείτσα», δηλαδή την κλείδωση του γονάτου.
Δ. ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
Κοσμήματα που στολίζουν τη φορεσιά : «στη λαιμουδιά φορούσαν καρφίτσες χρυσές και κίτρινες (καδένες). Είχε η γιαγιά μου μια καδένα μπρούστο μάλλον την έλεγαν, με πέτρες κόκκινες, μπλε και κίτρινες. Αυτό το έπιανε όχι στο τσικέτο, αλλά επάν στο «φστάνι», εδώ που έχει τα νερβύρια. Φορούσαν και «σκλαρίκια». Φλουριά έβαζαν οι πλούσιες στην ποδιά…».
«Γεωργία Χατζηγιάννη»