Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ

Ροδίτη Κομοτηνής 

2. Παραδόσεις και έθιμα

Ένας από τους μήνες που υπήρξε αυξημένη δραστηριότητα στο χωριό του Ροδίτη, ήταν ο Οκτώβριος.

Αρχικά, τότε ξεκινούσε η καλλιεργητική περίοδος. Το όργωμα και η σπορά αποτελούσε κύριες ασχολίες τόσο των ανδρών, όσο και των αγοριών του χωριού, που βοηθούσαν τότε τους γονείς τους. 

Αμέσως μετά ξεκινούσαν οι προετοιμασίες για τον χειμώνα. Πρώτα οι άνδρες αποθήκευαν ζωοτροφές (άχυρο, σανό, καλαμπόκι) για τα κρύα του χειμώνα. Προνοούσαν για την ύπαρξη καυσόξυλων για το τζάκι ή τη θερμάστρα, πουρναριών για το φούρνο. Οι γυναίκες προετοίμαζαν παρασκευάσματα, κυρίως ζυμαρικά (τραχανά, χυλοπίτες) και διάφορα τουρσιά. Για την παρασκευή ζυμαρικών συνήθως οι γυναίκες εργάζονταν ομαδικά, είτε γειτόνισσες είτε συγγενείς.

Τον ίδιο μήνα προσλαμβάνονταν ή απολύονταν οι τσομπάνηδες. Ο Νοέμβριος ήταν ο μηνάς ξεκούρασης για τους γεωργούς μετά το όργωμα και τη σπορά. 

-Έθιμα κατά τον μήνα Δεκεμβρίου

Κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου λάμβαναν χώρα οι περισσότερες γιορτές.

Παραμονή Χριστουγέννων γινόταν η σφαγή των χοίρων. Μπορεί σαν θέαμα να ήταν τρομακτικό για τα περισσότερα παιδιά. Υπήρχαν όμως κι αυτά έβρισκαν τη διαδικασία ενδιαφέρουσα και πλησίαζαν ώστε να βάλουν στο μέτωπο τους τη βούλα από το αίμα του ζώου ή να πάρουν τη κύστη τους και να τη παίξουν σαν μπάλα. Το ζώο, αφού το έγδερναν, το τοποθετούσαν σε κάποιο κελάρι, απ’ κει ο σπιτονοικοκύρης θα έκοβε μπριζόλες ή το λαρδί για την οικογένεια και τους γείτονες. Το παχύ έντερο χρησίμευε στη παρασκευή της μπάμπω από τις γυναίκες. Η μπάμπω ήταν ένα λαδερό φαγητό με πλιγούρι και κομμάτια χοιρινού κρέατος για γέμιση του εντέρου.

Το πρωί της Παραμονής των Χριστουγέννων τα παιδιά, κυρίως του δημοτικού, τραγουδούσαν τα κάλαντα:

<<Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,

‘πόψε Χριστός γεννιέται

γεννιέται και αναθρέφεται

κι ο κόσμος δεν το ξέρει,

το ξέρει μόνο η Παναγιά

που' ναι στην εκκλησία 

σ' αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε 

πέτρα να μην ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

χίλια χρόνια να ζήσει

Και του χρόνου!>>

Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά μπαξίσι, συνήθως ένα μανταρίνι ή ένα μήλο ή αν ήταν παιδί συγγενή έδιναν και κάποια χρήματα.

Αντίθετα με τα παιδιά του δημοτικού, τα μεγαλύτερα παιδιά αλλά και άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, το σούροπο, έλεγαν κάλαντα ομαδικά. Έμπαιναν στο σπίτι, χωρίζονταν σε δύο ομάδες και έλεγαν τα δίστιχα εναλλάξ:

<<Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σου

Χριστός γεννάται σήμερα εν Βηθλεέμ τη πόλει

οι ουρανοί αγάλλονται, χούρει η κτίσις όλη 

εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,

ο Βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων

Πλήθον αγγέλων γάλλουσι το’ δόξα εν υγίστοις 

και τούτο άξιον εστίν η των ποιμένων πίστις

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα

Άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα.

Φθάσαντες εν Ιερουσολήμ με πόθον ερωτώσι

που εγγενήθη ο Χριστός να πουν’ να ευρώσι

Δια Χρίστου ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης 

Αμέσως εταράχθηκε και έγινε θυριώδης.

Ότι πολλά φοβήθηκεν δια την βασιλείαν

Μη του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξιάν

Κράζει τους μάγους και ρωτά, που ο Χριστός γεννάται

Εν Βηθλεέμ ηξεύρωμεν ως η γραφή διηγάται 

Τους είπε να υπάγωσι και όπου του ευρώσι

Αφού τον προσκυνώσι, να πουν’ να του ειπώσι

Όπως υπάγει και αυτόν για να τον προσκυνήσει 

Με δόλον ο μισόθεος, για να τον αφανίσει.

Βγαίνουν οι μάγοι τρέχουσι και τον αστέρα βλέπουν 

Φως θεϊκόν κατέβαινε και με χαρά προστρέχουν 

Εν τω σπηλαίω έρχονται βρίσκουν τη θεοτόκο

Που εβάστα στα αγκάλας της τον άγιον την τόκον.

Γοναστοί την προσκυνούν και δώρα της χαρίζουν 

Σμύρναν, χρυσόν, λίβανον θεόν τον εφημίζουν

Την σμύρναν μεν ως άνθρωπον, χρυσόν ως βασιλέα, 

Τον λίβανον δε ως θεόν σ’ όλη την ατμόσφαιρα.

Αφού τον επροσώνησαν ευθύς πάλι μισεύουν

και τον Ηρώδη μελετούν να πάγουν για να εύρουν

Άγγελος δε εξ ουρανού βγαίνει τους εμποδίζει,

άλλην οδόν να πορευθούν αυτός τους διορίζει

Και πάει άλλος άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει,

εις Αίγυπτον να μεταβεί να ησυχάζει.

Να πάρει και τη Μαριάμ αφού με τον υιό της

Ότι Ηρώδης εζητεί τον τόκον τον δικό της.

Μη βλέπων δε ο βασιλεύς τους μάγους να γυρίσουν,

Εις Βηθλεέμ επρόσταξε παιδί να μην αφήσουν.

Όσα παιδιά εύρωσιν δυο χρονών και κάτω, 

όλα να τα περάσουνε ευθίς απ’ τα σπαθιά των .

Χιλιάδες δεκρτέσσερις σφάζουν εις μιαν ημέρα

Θρήναν, κλαυθμόν και οδυρμόν είχε κάθε μητέρα

Και επληρώθη το ρηθέν προφήτου Ησαϊα 

μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμία

Ισού όπου σαν είπαμε όλη την υμνωδία

τον Ισού μας, του Χριστού, γέννηση την Αγία.

Και σας καληνυχτίζουμε, πέσετε, κοιμηθείτε

Και βάλετε τα ρούχα σας, όμορφα ενδυθείτε 

Στην εκκλησία τρέξατε για να λειτουργηθείτε

Κι όταν επιστρέφατε εν το αρχοντικό σας

Ευθύς τραπέζι βάλατε, φάτε το φαγητό σας

Και το σταυρό σας κόφετε, γενθείτε ευφροωθείτε

Δώστε και κανενός φτωχού, όστις να υστερείται.

Δώστε και μας τον κόπο μας, ότι είναι ορισμός σας.

Και ο Χριστος μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Σ’ αυτό το σπίτι που’ ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει 

Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει

Έτη πολλά και του χρόνου.>>

Στους μεγάλους αν είχαν κάποιοι την ευχέρεια προσφέρουν και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κοψίδια. Μετά το τσούγκρισμα, έδιναν ευχές και πήγαιναν σε άλλο σπίτι. Κατά τη διαδρομή από σπίτι σε σπίτι, συνέχιζαν το τραγούδι τους, με σκοπό να γίνουν αντιληπτοί αυτό στη γειτονιά:

<<Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες

Η Παναγιά μας καρδοπονούσε

καρδοπονούσε, κοιλοπονούσε 

Χριστό να κάμει δεν ημπορούσε.

Στα Φέρες πάνε, μαμές να φέρουν,

ώσπου να πουν κι ώσπου να έρθουν

Χριστός γεννιέται κι αληθμνιέται>>

 

-Έθιμα Θεοφανίων

Τα “Φώτα” γιορτάζονται λαμπρά στον Ροδίτη και τα παιδιά λένε τα παρακάτω κάλαντα:

<<Σήμερα τα φώτα και οι φωτισμοί

Και χαρές μεγάλες και αγιασμοί

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

Κάθεται η κυρά μας, η Παναγιά.

Λίβανο βαστάει κι ένα κερί 

Και τον Αϊ Γιάννη παρακαλεί 

Αϊ Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή

Βάφτισε το γιό μου θεού παιδί.>>

Την ημέρα των Φώτων εκκλησιάζονταν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Ο αγιασμός των υδάτων γινόταν αναγκαστικά στη κολυμπήθρα με τη συμβολική βάφτιση του Χριστού, μιας και δεν υπήρχε ποτάμι ή λίμνη κοντά στο χωριό. 

 

-Έθιμα της Πρωτοχρονιάς

Η ημέρα της γιορτής του Αγίου Βασιλείου γιορτάζονταν με αγάπη και φιλανθρωπία.

Οι νοικοκυρές έπλαθαν και άνοιγαν τα φύλλα για να ετοιμάσουν την άγιο βασιλίτικη πίτα. Το γέμισμα απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή. 

Συγκεκριμένα, στο κέντρο τοποθετούνταν το νόμισμα που συμβόλιζε το σπιτικό, ενώ στις άκρες διάφορα “σημάδια”, που έδειχναν τη παραγωγή και άλλες εργασίες του νοικοκυριού, όπως σιτάρι, ρεβίθι, ένα κομμάτι κλιματσίδα. 

Κατά τη διάρκεια οικογενειακών συγκεντρώσεων υπήρχε χορός, τραγούδι, συνήθως μετά σπιτικά κεράσματα (χαλβάς, πετμέδι). Ακόμα, αφηγούνταν διάφορα παραμύθια, διάβαζαν τον ονειροκρίτη, κυρίως βέβαια κουζούμια του χρόνου.

Μετά την αλλαγή του χρόνου ο πατέρας σταύρωνε την πίτα, έκοβε ένα κομμάτι για κάθε μέλος της οικογένειας και τρία επιπλέον για τον Χριστό, τον Άγιο Βασίλη και τον ξένο.

Το κάθε σημάδι που θα έπεφτε στον καθένα, θα αναλάμβανε την εκάστοτε δραστηριότητα για όλο τον χρόνο. Τα “σημάδια” που έπεφταν στον Χριστό, τον Άγιο Βασίλη και τον ξένο, τον αναλάμβαν οι γονείς. 

 

-Έθιμα της Αποκριάς 

Με την έναρξη του Τριωδίου, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους. Δεν υπήρχαν στολές, ο κόσμος φορούσε παλιά ρούχα και παπούτσια, καπέλα και νυχτικές. Για να δείχνει το σώμα τους πιο φουσκωτό χρησιμοποιούσαν μαξιλάρια ή πανιά. Ακόμα, κάλυπταν το πρόσωπο τους είτε με πανιά είτε με σεντόνια. 

Μετά τη μεταμφίεση τους πήγαινα σε γειτονικά ή συγγενικά σπίτια και αλλάζοντας τη φωνή τους φώναζαν “καρναβάλια”. Τότε, καθώς δεν υπήρχε φόβος κακοποιών, άνοιγε την πόρτα, η νοικοκυρά κερνούσε και κάποιες φορές χόρευαν προσπαθώντας να αναγνωρίσουν τους μασκαρεμένους. 

Την Καθαρά Δευτέρα, το απόγευμα γινόταν γλέντι στο κέντρο της πλατείας. Συνήθως μουτζούρωναν ο ένας τον άλλον με καπνιά.

 

-Έθιμα του Πάσχα

Το Σάββατου του Λαζάρου τα κορίτσια του χωριού έβγαιναν για να τραγουδήσουν τα κάλαντα:

<<Ήρθε Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια

Ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι

Ήρθε η μάνα σου από τη πόλη 

Σ' έφερε χαρτί και κομπολόι.>>

Συνήθως δίνονταν στα κορίτσια αυγά και ζαχαρωτά. Τη Κυριακή των Βαϊων κατά το έθιμο έτρωγαν ψάρι. Οι περισσότεροι όντως τηρούσαν το έθιμο αυτό. 

Γενικότερα, τα έθιμα του χωριού ήταν όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, χωρίς κάποια προσθήκη. Έβαφαν αυγά και το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες ξενυχτούσαν τον εσταυρωμένο. Την Μεγάλη Παρασκευή έψαλλαν γνωστά εγκώμια, μετά γινόταν περιφορά του επιταφίου σε όλο το χωριό. Αφού πρώτα ο ιερέας μοίραζε στους πιστούς τα λουλούδια που τον στόλιζαν.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου γινόταν οι προετοιμασίες για το πασχαλινό τραπέζι. Έσφαζαν τα αρνιά, ενώ τα μικρά κορίτσια έπαιρναν τα κοκαλάκια από τα πόδια του ζώου, τα έβαφαν και έπαιζαν μ’ αυτά και ένα τόπι.

Το βράδυ της Ανάστασης, οι πιστοί συγκεντρώνονταν μετά το “Δεύτε, λάβετε φως”, στη πλατεία και ο ιερέας έψαλλε το ‘‘Χριστός Ανέστη,,. Όλοι αντάλλασσαν ευχές, τσούγκριζαν αυγά έσκαγαν αυτοσχέδια πυροτεχνήματα των αγοριών του χωριού. Γυρνούσαν σπίτι μετά και έτρωγαν τη παραδοσιακή μαγειρίτσα. 

Το πρωί του Πάσχα, γινόταν η Δευτερανάσταση. Κατά τη διάρκεια αυτής η εικόνα του Χριστού περιφερόταν σ’ όλο το χωριό. 

 

-Αγία Κυριακή

Η Αγία Κυριακή θεωρείται πολιούχος του Ροδίτη. Η εικόνα της μεταφέρθηκε από πρόσφυγες του χωριού Ύσσωπος της Ανατολικής Θράκης. Αρχικά, τοποθετήθηκε σ’ ένα προσκυνητάρι στο νεκροταφείο του χωριού, ενώ αργότερα, έγινε ένα νέο προσκυνητάρι στην εθνική οδό. Όταν αυτό κατεδαφίστηκε για να φτιαχτεί εκεί πεζοδρόμιο, το προσκυνητάρι αντικαταστάθηκε από ένα άλλο, μπροστά στο παντοπωλείο του Κώτσου Νεστορίδη. 

Μέχρι τη δεκαετία του ‘50, κάθε χρονιά στις 7 Ιουλίου, στη γιορτή της Αγίας, γινόταν πανηγύρι και κουρμπάνι. Ένα έθιμο το οποίο αναβιώνει τα τελευταία χρόνια.

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Τοποθεσία

Αρ. χειρογράφου
3288
Έτος καταγραφής
2018-19
Επώνυμο
Ευαγγέλου
Όνομα
Θεοπούλα