Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΝΕΟΥ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙΟΥ
ΈΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΟΚΟΎ ΕΟΡΤΟΛΟΓΊΟΥ
<<Την Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα κάναμε 40 μέρες νηστεία και κάθε Τετάρτη πηγαίναμε στις παρακλήσεις.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
Ερχόταν ο Δεκέμβριος μαζί με τις γιορτές του και οι χωριανοί τις γιόρταζαν λέγοντας: <<Ο ΑΪ Σάββας σαβανώνει, η Αγίας Βαρβάρα βαρβαρώνει, και ο ΑΪ Νικόλας παραχώνει>> δείχνοντας ότι το κρύο θα γίνει πιο έντονο. Ακόμη στη γιορτή σου Αγίου Σπυρίδωνα έλεγαν ότι η μέρα παίρνει ένα σπυρί, δηλαδή μεγαλώνει.
<<Τη μέρα των Χριστουγέννων χτυπούσε η καμπάνα 5 το πρωί και όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά οι συγγενείς έκαναν τραπέζια. Έφτιαχναμε καβουρμά και μπάμπω.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
<<Παραμονή Χριστουγέννων λέγαμε τα κάλαντα. Αντί για λεφτά μας έδιναν χαρούπια, κάστανα, πορτοκάλια, καρύδια και ξυλοκέρατα.>>
(Ιωάννης Τατρσής, 30-12-18)
<<Παραμονή Χριστουγέννων η μάνα μου έβραζε φασόλια, έστρωνε το τραπέζι και έβαζε πάνω σε ένα κεραμίδι κάρβουνα από την σόμπα-τζάκι και θύμιαζε το τραπέζι του Χριστού.>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<Παραμονή Πρωτοχρονιάς τα παιδιά έβγαιναν και έλεγαν πάλι τα κάλαντα. Οι μανάδες μας άνοιγαν φύλλα και έκαναν τυρόπιτα και έβαζαν μέσα φλουρί.>>
<<Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μαγείρευαν κόκορα, τον έκαναν σούπα. Τα αγόρια έβγαιναν να βρουν βέργες και κλωνάρια κρανιάς και χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών για να κάνουν ποδαρικό και έλεγαν:
Σούρβα, σούρβα για χαρά
για σταφίδα, για παρά
γερό κορμί, γερό σταυρί,
όλο γειά και δύναμη.
Σαν ασήμι, σαν κρανιά
όσες τρύπες στο δρυμόνι,
τόσες θυμωνιές στ’ αλώνι
Και του χρόνου όλοι γεροί και καλόκαρδοι.
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<5 του Γενάρη χτυπούσε η καμπάνα νωρίς το πρωί και πηγαίναμε στην εκκλησία, στον τοιχιά αγιασμό, επειδή γινόταν τοιχιά το πρωί. Μετά την εκκλησία ο παπάς έπαιρνε τον σταυρό και τον βασιλικό για να πάει στα σπίτια να φωτίσει. Μαζί του είχε ένα παιδί που κρατούσε το μπακιράκι που ήταν γεμάτο αγιασμό.>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
Κάλαντα των Φώτων, φερμένα από το Σαμμάκοβο:
Σήμερα είναι τα φώτα τα φωτεινά
κι αύριο της κυράς μας της Παναγιάς.
Θέλω να ανέβω στον ουρανό
να βαφτίσω κυρίου παιδί
να το θέσω μόσκο και λίβανο
να το θέσω θεό αληθινό
<<Τα Θεοφάνια πηγαίναμε στην εκκλησία για τον μεγάλο αγιασμό. Όταν τελείωνε πηγαίναμε στο ποτάμι και φυλάγαμε να ρίξει ο παπάς τον σταυρό. Όποιος έπιανε τον σταυρό ήταν ευλογημένος με τύχη και υγεία.>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<Το ‘41 και τον καινούργιο τον χρόνο για το ‘42 ήρθε ένα παιδί να μας πει τα κάλαντα. Αυτά τα κάλαντα δεν τα ακούσαμε ξανά, το παιδί αυτό τα έλεγε για τον κόσμο που ήταν στον πόλεμο.>>
<<Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά μέσα σ’ αυτή την παγωνιά,
δίπλα-δίπλα στα πολυβόλα ειν’ τα φα ειν’ τα
φανταράκια όλα. Δίπλα σ’ αυτά τα σύνορα που βρεθήκαμε
σήμερα, κι’ όλοι κι’ όλοι σκοποί φυλάμε κι’ όλη κι’ όλη
νύχτα ξαγριπνάμε. Και γω σκοπός κι’ αν φύλαγα
καρτέρι κι’ αν περίμενα να και να και έρχεται ένας
νέος χαμαδός και ρωμαλαίος. Για Ιταλό τον πέρασαν
χειροβομβίδα έριξα για να για να τονε χτυπήσω
Και νεκρό και νεκρό να τον αφήσω. Και αμέσως
επλισίασα, καθόλου δεν δειλίασα, και το και το
χαρτί του πήρα, την υπό την υπογραφή του είδα.
Ήταν άγιος χρόνος μας, που ερχότανε για όλους μας
ήταν, ήταν άγιος Βασίλης ο καλός, ο καλός ο νοικοκύρης.”
Και του χόνου.
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<Στις 8 Φεβρουαρίου γιορτάζουμε τον προστάτη του χωριού μας, τον Άγιο Θεόδωρο Στρατηλάτη. Την εικόνα του την έφερναν από το Σαμμάκοβο, πάνω στα κάρα. Ύστερα όταν φτιάχτηκε η εκκλησία, την έβαλαν μέσα.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
<<Παραμονή της γιορτής, ο κόσμος πάει στην εκκλησία και κάνουν την περιφορά της εικόνας του Αγίου γύρω-γύρω από το χωριό.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
Την γιορτή της Αποκριάς, η οποία είναι επηρεασμένη από τον Θεό Διόνυσο, οι Σαμμακοβίτες και πλέον Σιδηροχωρίτες ήξεραν και ξέρουν να την γιορτάζουν με κέφι, γλέντι και χαρά. Η ελευθεροστομία, οι περιπαιχτικοί λόγοι και οι κωμικές παραστάσεις καλά κρατούν. Ένα από τα ωραιότερα έθιμα που έφεραν από την πατρίδα είναι οι Σεϊμένηδες και οι Πιτεράδες. Και οι δύο ήταν μασκαράδες που διέφεραν μεταξύ τους στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά. Εμφανίζονταν στο Σαμμάκοβο τη Δευτέρα της μικρής Αποκριάς, την <<Πιτεροδευτέρα>>. Οι Πιτεράδες, όπως γράφει ο Θεόδωρος Κιακίδης στα Θράκικα, <<Ιστορία Σαμμακοβίου και περίχωρων>>, τόμος 33ος, ήταν κωμικοί, ντυμένοι με πολλά ενδύματα, χόρευαν άτσαλα σέρνονταν κάτω, δημιουργούσαν έκτροπα και χαρακτηρίζονταν από ελευθεροστομία, έλεγαν δίστιχα τραγούδια και έκαναν δηκτικά πράγματα. Πήραν το όνομα τους από τα πίτουρα που χρησιμοποιούσαν σαν ένα είδος πούδρας όπως έκαναν στις Βακχικές γιορτές, που άλλαζαν το πρόσωπο τους με το κατακάθι του κρασιού.
Οι Σεϊμένιδες είχαν λεβέντικο παράστημα, δεν έλεγαν αθυροστομίες και στο πρόσωπό τους ο λαός τους έβλεπαν σαν εύζωνες. Φορούσαν ένα άσπρο πτυχωτό σαν φουστανέλα. Στο επάνω μέρος, έφεραν καμιζόλες με κάτασπρα φαρδιά μανίκια, γελάκια κεντημένα πολύχρωμα και μπέρτες ραβδωτές στις πλάτες. Στα πόδια φορούσαν άσπρες περισκελίδες και τσερβούλια. Στη μέση είχαν δερμάτινη αρματοθήκη, γεμάτη μαχαίρια και στον ώμο κρεμούσαν τα τουφέκια. Στο κεφάλι φορούσαν φεσάκι κόκκινο με πλουμιστό τσεμπέρι.
Το πρωί της Πιτεροδευτέρας λοιπόν, τα παλικάρια ντύνονταν Σεϊμένηδες και τους ακολουθούσαν οι Πιτεράδες. Όλοι μαζί γέμιζαν τους δρόμους του χωριού με την συνοδεία λύρας ή γκάιντας, χόρευαν, πηδούσαν, και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Τους κερνούσαν αυγά, τυρί, μεζέδες και κρασί, ενώ έλεγαν άσεμνα στιχάκια:
“Σήμερα είν’ Αποκριά
έχουμε γλέντια και χαρά!
Σήμερα είν’ Αποκριά
στέκονται όλοι από μακριά!
Όποιος σέρνει τον χορό,
τρώει απίδι δροσερό
Όποιος είναι μες στη μέση,
κρέμεται το βρακί τ’ και θα πέσει,
Κι' όποιος είναι πίσω-πίσω,
να σταθεί να τον …"
Ακόμη, οι Πιτεράδες αναβίωναν το έθιμο του <<γάμου>>. Κάποιος ήταν νύφη, άλλο γαμπρός, κουμπάρος και συμπεθέρια. Στόλιζαν μια βοϊδάμαξα που την έσερνε ένα γαϊδούρι και επάνω είχαν τα προικιά της νύφης, κιλίμια και υφαντά, ενώ μέσα στα πανέρια είχαν τα <<στολίδια της νύφης>>. Την πομπή ακολουθούσαν οι Πιτεράδες χορεύοντας και λέγοντας στιχάκια. Οι χοροί στήνονταν σε κάθε τετράγωνο και κυρίως σε σπίτια που ήξεραν πως αγαπούσαν τους Πιτεράδες και τους καλοδέχονται. Πιτεράδες και Σεϊμένηδες το απόγευμα έφταναν στη πλατεία όπου γινόταν μεγάλο γλέντι.
Την Κυριακή της Αποκριάς αντάμωναν στα σπίτια οι συμπέθεροι, οι γονείς, οι νεόνυμφοι και τα αδέρφια. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν ψητά με πατάτες και γλυκές <<μηλίνες>>.
<<Η μηλίνα ήταν ανοιγμένα φύλλα και ρύζι με καρύδι μέσα και κανέλα. Άλλος την έκανε στρωτή και άλλος τυλιχτή. Την σιροπιάζαμε με νερό και ζάχαρη.>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
Τη δεύτερη Αποκριά, της Τυρινής, τίναζαν τις <<βουρίες>> με τα τυριά και δεν έτρωγαν κρέας. Το βράδυ της Αποκριάς έτρωγαν αυγό για να <<βουλώσουν το στόμα>> και να ξεκινήσει η νηστεία της Σαρακοστής, που θα τελείωνε με το κόκκινο αυγό.
Την Καθαρά Δευτέρα, στη πλατεία του χωριού, οι μπακάληδες και οι μαγαζάτορες, τα λεγόμενα <<τα ισνάφια>>, μουτζούρωναν τα πρόσωπά τους και όλους τους χωριανούς που βρίσκονται στα καφενεία.
Ένα ακόμα έθιμο που έφεραν από την πατρίδα είναι το πρωτοτέτραδο. Το τηρούσαν την πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής οι οικογένειες των αρραβωνιασμένων. Οι περισσότεροι πήγαιναν στην εκκλησία και ύστερα οι γονείς της νύφης φύλεαν τα συμπεθέρια. Τους πρόσφεραν νηστίσιμα φαγητά όπως ελιές, χαλβά, ψητά μήλα και κυδώνια. Μετά το φαγητό η οικογένεια του γαμπρού ευχαριστούσε τα συμπεθέρια και τραγουδούσε:
Εμείς εδώ που ήρθαμε, κέρνα μας, κέρνα μας
Δεν ήρθαμε να φάμε, δεν μας κερνάς, να καλοπερνάς
Αργυρό το τραπέζι σας, κέρνα μας, κέρνα μας
Κι ασήμια τα ταψιά μας, δεν μας κερνάς να καλοπερνάς
Μόνο σας αγαπήσαμε, κέρνα μας, κέρνα μας
Κ' ήρθαμε να σας δούμε, δεν μας κερνάς να καλοπερνάς
Μόσχος και τριαντάφυλλα, κέρνα μας, κέρνα μας
Ήταν τα φαγητά σας, δεν μας κερνάς να καλοπερνάς.
<<Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής οι πιστοί πήγαιναν στους Χαιρετισμούς. Ένα αγόρι ή ένα κορίτσι έψελνε το Άσπιλε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και όλοι μαζί τον Ακάθιστο Ύμνο.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
<<Οι νοικοκυρές έπλεναν τις κατσαρόλες και τα μαχαιροπίρουνα με στάχτη και νερό για να καθαρίσουν.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
<<Την 25η Μαρτίου δεν δουλεύαμε ούτε πηγαίναμε στα χωράφια γιατί ήταν διπλή γιορτή, γιορτάζαμε την απελευθέρωση και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
<<Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά γυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα και φορούσαν στα κεφάλια τους στεφάνια από δάφνες και έλεγαν τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές μοίραζαν αυγά.>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<Την Κυριακή των Βαϊων η εκκλησία στολίζονταν με βάγια. Ο παπάς τα μοίραζε και ο κόσμος τα έπαιρναν και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι και έλεγαν:
Βάγια, βάγια το Βαγιό τρώνε ψάρι και κολιό,
Και την άλλη Κυριακή κόκκινο αυγό και αρνί.>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<Το απόγευμα των Βαϊων στην εκκλησία γινόταν ο Μεγάλος Εσπερινός και την επόμενη μέρα άρχιζε η Μεγάλη Εβδομάδα.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
<<Την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί βγάζαμε στο παράθυρο ένα κόκκινο πανί που συμβόλιζε το αίμα του Χριστού και βάφαμε αυγά μέσα σε φλούδες από κρεμμύδια ή λουλούδια. Το πρώτο αυγό το ονόμαζαν Μεγαλοπεμπτιάτικο, ήταν του Χριστού και της Παναγίας και το φύλαγαν στο εικονοστάσι μέχρι την επόμενη χρονιά. Το βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία, ξενυχτούσαμε τον Χριστό και στολίζαμε τον Επιτάφιο.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
<<Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής παίρναμε λουλούδια από τους κήπους και τα πηγαίναμε στον Επιτάφιο. Το βράδυ ψέλναμε τα εγκώμια και ύστερα γινόταν η περιφορά του Επιταφίου. Μπροστά πήγαινε ο Επιτάφιος μετά ο παπάς και οι ψάλτες και βήμα-βήμα ο κόσμος. Μετά επέστρεφαν όλοι στα σπίτια τους με ένα λουλούδι από τον Επιτάφιο.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
<<Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου οι νονές έστελναν τα δώρα στα παιδιά. Το βράδυ χτυπούσε η καμπάνα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Κρατούσαμε κεριά ή φαναράκια και κόκκινα αυγά και όταν ο παπάς έλεγε Δεύτε λάβε φως ανάβαμε τα κεριά. Χτυπούσαν οι καμπάνες και ο ένας στον άλλον έλεγε Χριστός Ανέστη και Αληθώς Ανέστη τσουγκρίζοντας κόκκινα αυγά. Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι με την λαμπάδα έπρεπε να σχηματίσουμε ένα σταυρό έξω στην πόρτα και να ανάψουμε το καντήλι στο εικονοστάσι. Ύστερα τρώγαμε μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
<<Την Κυριακή πηγαίναμε στη Δευτερονάσταση και όταν γυρνούσαμε σπίτι τρώγαμε κόκκινα αυγά, τσουρέκι, αρνί, σαρμά και πίναμε κρασί. Το βράδυ κάναμε επισκέψεις και γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι και κερνιόμασταν.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
<<Του Αϊ-Γιώργη πρόσφεραν αρνιά, που τα έβγαζαν σε δημοπρασία και τα λεφτά δίνονταν στην εκκλησία.>>
(Ιωάννης Ταρσής, 30-12-18)
<<Την Πεντηκοστή πηγαίναμε στην εκκλησία και γονατίζαμε 3 φορές. Την επόμενη, του Αγίου Πνεύματος είναι αργία και κανείς δεν πάει στη δουλειά.>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
<<Κάναμε το έθιμο του Κλήδονα. Γεμίζαμε τις στάμνες νερό από τις τουλούμπες και πηγαίναμε στο σπίτι για να το βάλουμε στις μπακίρες. Το κάθε κορίτσι έκοβε από τις γλάστρες βασιλικό ή γαρύφαλλο τα δέναμε με ένα κορδονάκι και τα ρίχναμε μέσα στη μπακίρα και τα σκεπούσαμε με κόκκινο κιλίμι. Τα ξημερώματα του Αϊ-Γιαννιού μια κοπέλα το ξεσκεπάζαμε και έλεγε:
Ανοίγουμε τον κλήδονα, να βγει η χαριτωμένη
Να φέρει την αγάπη μας, που’ ναι ξενιτεμένη>>
(Τριανταφυλλένια Μάντη, 23-12-18)
<<Πηδούσαμε φωτιές που ανάβαμε στους δρόμους και φωνάζαμε
Ξέβα κακόχρονε, σ’ έμπα καλόχρονε>>
(Χρυσή Δρίνη, 28-12-18)
Την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην εκκλησία του χωριού τελείται Λειτουργία. Στη συνέχεια στη πλατεία του χωριού επιμνημόσυνη δέηση για τους 19 σφαγιασθέντες του 1915 στο Σαμμάκοβο της Ανατολικής Θράκης. Για πρώτη φορά διοργανώθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου του 1987 με σκοπό την τίμηση των προγόνων που θυσιάστηκαν για την πίστη τους στον ελληνισμό. Στο Ηρώο έγιναν τα αποκαλυπτήρια πλάκας με τα ονόματα των 19 σφαγιασθέντων. Έγινε εκκλησιασμός, επιμνημόσυνη δέηση, κατάθεση στεφάνων και ακολούθησε το τραγούδι του Διωγμού:
Ο σηκωμός του Σαμμοκοβίου
Ημέρα η Παρασκευή, Τετάρτη Σεπτεμβρίου
που έγινε ο σηκωμός του μικρού Σαμμοκοβίου
Στην άκρα όταν βγήκασι έξι εφτά χιλιάδες,
μια με την άλλη έλεγαν, <<Ελάτε αδερφάδες,
ελάτε αδερφάδες μας να αποχαιρετιστούμε,
γιατί πε τώρα και εξής δεν θα ανταμωθούμε>>.
Χωρίς πατέρες τα παιδιά, χωρίς ψωμί στο δρόμο
πολλές γυναίκες πέθαιναν χωρίς κανένα πόνο.
Στο Σκεπαστό όταν πήγαμε είχαμε μιάν ελπίδα
ίσως και μας επιστρέψουνε και πάμε στην πατρίδα.
Πατρίδα μας, πατρίδα μας πολυαγαπημένη,
και από τώρα και εξής στα μαύρα φορεμένη.
Ακόμη και σήμερα τιμούν την μνήμη και τη θυσία αυτών των ανθρώπων. Είναι ημέρα μνήμης για τον άδικο χαμό τους. Ενώ μέσα από τη διατήρηση της ιστορικής αυτής μνήμης αναδεικνύεται η ταυτότητα των Σιδηροχωριτων ως προσφυγών από το Σαμμαάκοβο.