Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΝΕΟΥ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ

Β. έθιμα του λαΪκού εορτολογίου

<< Όσο αναφορά τα έθιμα του χωριού για τις γιορτές τα γνωρίζω από συγγενείς και φίλους, μπορώ να στα πω αλλά θα σου μιλήσω σε γ’ πληθυντικό πρόσωπο γιατί εμείς δεν τα τηρούσαμε. Τον Νοέμβριο γιόρταζαν τα Εισόδια της Θεοτόκου, τον Άγιο Στυλιανό, την Αγία Αικατερίνη και στις 30 Νοεμβρίου τον Άγιο Ανδρέα. Ξέχασα να πω και τον Άγιο Δημήτρη τον Οκτώβρη. Τον μήνα Δεκέμβριο γιόρταζαν τον Άγιο Σάββα, τον Άγιο Νικόλα και την Αγία Βαρβάρα. Η γιορτή του Άγιου Σπυρίδωνα ήταν στις δώδεκα Δεκεμβρίου, οι γεωργοί τότε έσπερναν στα χωράφια γιατί πίστευαν ότι έτσι θα πάει καλά η σοδειά. Όταν κόντευαν τα Χριστούγεννα κάθε νοικοκυριό συγύριζε, καθάριζε, άσπριζε και έστρωνε το σπιτικό του με πλεκτά, υφαντά και κιλίμια. Το τραπέζι των Χριστουγέννων είχε απαραίτητο γουρουνίσιο κρέας. Κάθε σπίτι στο χωριό έτρεφε γουρούνια αλλά και ένα συγκεκριμένο για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Έτσι τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα μαζεύονταν οι γείτονες και έσφαζαν το γουρούνι στην αυλή>>

(Γιώργος Ζερβουλάκης)

<< Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι έφτιαχναν δύο παραδοσιακά φαγητά, που τα έφτιαχνα και εγώ στο σπιτικό μου. Το ένα ήταν ο Καβουρμάς ο οποίος χρειαζόταν:

Κρέας χοιρινό ή κρέας πρόβειο ή μοσχάρι, 

Αλάτι, πιπέρι, μια σκεπή, δαφνόφυλλα

Πλέναμε καλά την σκεπή με χλιαρό νερό, αλάτι, ξύδι και την βάζαμε στο πάτο της κατσαρόλας. Κόβαμε το κρέας σε μικρά κομμάτια, το πλέναμε και το αφήναμε να στραγγίσει. Μετά βάζαμε το κρέας στη κατσαρόλα χωρίς νερό για να βράσει μόνο με τα υγρά του και το λίπος της σκεπής και βάζαμε αλάτι, πιπέρι. Όταν έβραζε καλά το κρέας το βγάζαμε από την κατσαρόλα, το τοποθετούσαμε σε μακρόστενο σκεύος και το αφήναμε να κρυώσει. 

Ένα άλλο εύκολο φαγητό που φτιάχνουν στις γιορτές ήταν η Μπάμπω που χρειαζόταν:

Χοιρινά έντερα

Για την γέμιση:

Λάδι

Συκώτι χοιρινό ή κρέας χοιρινό 

Ρύζι

Κρεμμύδι

Ρίγανη 

Μαύρο πιπέρι

Αλάτι

Πλέναμε τα έντερα με αλάτι και ξύδι πάρα πολύ καλά. Ζεματούσαμε το χοιρινό συκώτι στο νερό. Σε λάδι σοτάραμε το ξερό κρεμμύδι και τα κομμάτια χοιρινού κρέατος και του συκωτιού. Τα βγάζαμε από τη φωτιά και αφού κρύωνε γεμίζαμε τα έντερα με τη γέμιση. Τα βάζαμε σε ταψί και τα τρυπάγαμε με βελόνι για να μην ανοίξουν στο ψήσιμο. Το ψήναμε σε σιγανή φωτιά και πιο μετά σε πιο δυνατή.

Τότε κάναμε και γλυκές πίτες τις μηλίνες:

1 ½ ποτήρια αλεύρι 

2 κουταλιές ξίδι

1 κουταλάκι αλάτι 

4 κουταλιές λάδι 

1 φιλτζάνι λάδι για τα φύλλα

Η γέμιση ήθελε:

3 ποτήρια νερό 

1 ποτήρι ρύζι

½ κουταλάκι αλάτι

2 κουταλιές ζάχαρη

2 κουταλιές λάδι

1 κουταλάκι κανέλα

Για το σιρόπι:

3 ποτήρια ζάχαρη

2 ποτήρια νερά

Ανοίγαμε 12 φύλλα, λαδώναμε ένα-ένα τα φύλλα και βάζαμε στην άκρη λίγη γέμιση ρυζιού. Διπλώναμε το φύλλο σαν μπαστούνι και το βάζαμε στο ταψί σε σχήμα σαλιγκαριού. Αλείφαμε τα φύλλα με λίγο λάδι και τα βάζαμε στο φούρνο για σαράντα πέντε λεπτά περίπου. Όταν είχαν κρυώσει τα σιροπιάζαμε με ζεστό σιρόπι. Όταν τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα τους έδιναν σύκα ξερά, καρύδια, κάστανα, χαρούπια. Αργότερα στις γιορτές φτιάχνουν κουραμπιέδες με βούτυρο, αμύγδαλα και άχνη, έκαναν και μπακλαβά. Σαράντα μέρες έκαναν νηστεία, ενώ την παραμονή των Χριστουγέννων έτρωγαν φασόλια και άλλα νηστίσιμα φαγητά και κρασί. Τα φασόλια αυτά τα κρατούσαν μέχρι την Πρωτοχρονιά και ανήμερα τάιζαν τις κότες με αυτά για να κάνουν αυγά. Την παραμονή των Χριστουγέννων έβγαιναν τα μικρά και τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι:

Χριστούγεννα Πρωτούγεννα 

πρώτη γιορτή του χρόνου

Ελάτε για να μάθετε 

πως ο Χριστός γεννιέται 

Γεννιέται και αναθρέφεται 

Με μέλι και με γάλα

Το μέλι το τρων’ οι άρχοντες

Το γάλα οι αφεντάδες

Και το μελισσοβότανο 

Τ' αλείφοντας οι κυράδες

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε 

Να φάμε και να πιούμε

Παρη σας αγαπήσαμε 

Κι ήρθαμε να σας δούμε

Δώστε μας και τον κοκόρι

Δώστε μας και την κότα

Δώστε μας και πέντ’ έξι αυγά 

Να πάμε σε άλλη πόρτα

Εδώ που τραγουδήσαμε 

Πέτρα να μην ραγίσει

Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

Χίλια χρόνια να ζήσει

Μόλις έπεφτε ο ήλιος, τα αγόρια με τη συνοδεία της λύρας τραγουδούσαν:

Χριστός γεννιέται, σα νιό φεγγάρι

σα νιό φεγγάρι, σαν παλικάρι

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο

στον κόσμο όλο, στην οικουμένη

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες

η Παναγιά μας καρδιαπονούσε 

καρδιοχτυπούσε, παρακαλούσε

τους αγίους όλους και απόστολους

Σαν ήλιος φέγγει, σα νιό φεγγάρι

σα νιό φεγγάρι, σαν παλικάρι 

Τα παιδιά μας έλεγαν και άλλα διάφορα στιχάκια για κάθε μέλος της οικογένειας:

‘’Ήρθαμε στον αφέντη μας 

τον πρώτο ζευγολάτη

Που' χει τα βόδια δράκοντες 

Τ' αλέτρι σιδερένιο 

Και σπέρνει την ημέρα του

εννιά σινάκια σιτάρι

Τ' οργώνει ντο το σπέρνε ντο, 

το διβολά ντο κιόλας

Και άμε χαρά χαρούμενος

και καλοκαρδιασμενος, 

Παίρνει και πάει στο σπίτι του

Και μεις πολυχρονούμεν τον 

τον πρώτο ζευγολάτη

Να το φυλάει κι ο Χριστός

Πάντα να ζει και να ναι’’

‘’Η ξενιτιά και ο θάνατος 

στο ζυγί είναι ζιασμένο

Η ξενιτιά παραβαρεί 

Γιατί είναι νυδισμένη

Ξένες πλένουν τα ρούχα του

ξένες τα σιδερώνουν 

Πλύνουν τα μία, πλύνουν τα δύο

Στις τρεις πετροβολούντα

Πάρε ξένε μ’ τα ρούχα σου

Και πάρε το δρόμο που’ ρθες’’

‘’Αφέντη μου στο σπίτι σου 

χρυσό καντήλι φέγγει

Δίχως αλύσι κρέμεται 

Χωρίς το λάδι φέγγει

Αν βάλεις λάδι και κερί 

φέγγει στον κόσμο όλον

Φέγγει τ’ Ιεροσόλυμα 

και του Χριστού του Τάφο’’

‘’Κυρά μου την κοπέλα σου 

Κυρά μου την καλή σου

Να την ταΪζεις ζάχαρη

να την ποτίζει μέλι

Να την εστέλνεις στο σχολείο

γράμματα για να μάθει

Κοντυλισε το χέρι της 

Και χύθηκε η μελάνη

Και βάφηκαν τα ρούχα της

τα λυομέταξα της 

Σώπα κόρη μου, μην κλαις

και γω θα σου τα πλύνω.’’

Το πρωί όλοι πήγαιναν να προσκυνήσουν τη γέννηση του Χριστού, να ψάλλουν το <<Χρίστος γεννιέται..>> και να λάβουν την θεία κοινωνία. Το μεσημέρι πήγαιναν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι που αποτελούνταν συνήθως από τις μπριζόλες, χοιρινό με λάχανο, μπάμπω, τουρσιά, κρασί και γλυκά. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά έβγαιναν πάλι να πουν τα κάλαντα:

‘’Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά, ψηλή μου

δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος, 

εκκλησία με τ’ άγιο θρόνος 

Αρχή που βγήκε ο Χριστός άγιος και 

ενευματικός, στη γη, στη γη να περπατήσει 

και να μας καλοκαρδίσει 

Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας 

καταδέχεται/άρχοντες του κατεχέτε από 

την Καισαρία, συ’ σαι αρχόντισσα κυρία 

Βάστα εικόνα και χαρτί, ζαχαρόντιο 

ζυμωτή χαρτί και καλαμάρι δες και με το

παλικάρι 

το καλαμάρι έγραφε την μοίρα του την 

έλεγε και το χαρτί ομιλεί άγιε μου, άγιε μου

καλέ Βασίλη’’
Την Πρωτοχρονιά έφτιαχναν τυρόπιτα, τότε δεν έφτιαχναν στην σημερινή βασιλόπιτα. Την προηγούμενη μέρα έσφαζαν τον κόκορα και τον έκαναν σούπα αν το <<καράβι>> του ήταν γεμάτο σήμαινε ότι ο βίος της νέας χρονιάς θα ήταν καλός. Τα νέα αγόρια του χωριού κόβουν κλωνάρια και χτύπαγαν με αυτά τις πόρτες για να κάνουν ποδαρικό. Όταν χτυπούσαν την πόρτα με τη βέργα και άνοιγε η νοικοκύρης τον χτυπούσαν στη πλάτη με αυτό και του έλεγαν: 

Σούρβα, σούρβα για χαρά

για σταφίδη, για παρή

γερό κορμί, γερό σταυρί 

όλο γειά, και δύναμη

Σαν ασήμι, σαν κρανιά

Όσες τρύπες στο δρυμόνι

Τόσες θημωνιές στ’ αλώνι

Και του χρόνου όλοι γεροί και καλόκαρδοι>>

(Κορνηλία Ζερβουλάνη)

<<Μετά την Πρωτοχρονιά έρχονταν τα Θεοφάνια. Στις πέντε του διανάρη οι κάτοικοι του χωριού είχαν νηστέψει και πήγαιναν στον αγιασμό. Μετά την εκκλησία ο παπάς κρατούσε σταυρό και βασιλικό και φώτιζε κάθε πόρτα του χωριού ενώ ένα παιδί ήταν από πίσω του, κρατώντας ένα μπολάκι με τον αγιασμό. Τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα:

Σήμερα είναι τα Φώτα τα φωτεινά

κι αύριο της κυράς μας της Παναγιάς

θέλω ν’ ανέβω στον ουρανό

να βαφτίσω κυρίου παιδί

να το θέσω μόσκο και λίβανο

να το θέσω Θεό αληθινό

Στις έξι Ιανουαρίου πήγαιναν για αγιασμό. Με το βάφτισμα του ο Χριστός αγιάζει τα νερά. Τότε ψάλλουν εκείνο που έλεγε “Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου”. Τότε έριχνε ο παπάς τον σταυρό στο νερό και όσοι θέλανε πήγαιναν να πιάσουν τον σταυρό, θεωρούνταν τύχη και υγεία για όποιον τον έπιανε. Τον αγιασμό οι γεωργοί τον έριχναν στα χωράφια τους, γιατί πίστευαν ότι έτσι θα είχαν καλή σοδειά.>>

(Ανθούλα Ζερβουλάκη)

<< Οι Απόκριες ήταν επηρεασμένες από το Θεό Διόνυσο που πέρασε στάθηκε στη Θράκη και μεγαλύνθηκε. Ένα έθιμο ήταν οι Πιτεράδες και οι Σειμενήδες. Ήταν μασκαράδες διαφορετικοί μεταξύ τους. Εμφανίζονταν τη Δευτέρα της πρώτης Αποκριάς, την Πιτεροδευτέρα. Ήταν κωμικοί ντυμένοι με παλιά ρούχα χόρευαν περίεργα, έρπονταν κάτω, μιλούσαν ελεύθερα και έβριζαν. Είχαν πάρει το όνομα από τα πίτουρα που το χρησιμοποιούσαν σαν πούδρα. Οι Σειμενήδες είχαν στιβαρό ανάστημα, ήταν ήσυχοι, καθαροί και σοβαροί. Φορούσαν ένα άσπρο ρούχο σαν φουστανέλα και γιλέκα πολύχρωμα. Το πρωί της Πιτεροδευτέρας τα αγόρια ντύνονταν Σειμενήδες από πίσω τους ήταν άλλοι ντυμένοι Πιτεράδες και ξεχύνονταν στους δρόμους πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τους κερνούσαν τυρί, αυγά, κρασί, μεζέδες και τραγουδούσαν:

“Σήμερα είναι Αποκριά 

έχουμε γλέντια και χαρά 

Σήμερα είναι Αποκριά

στέκονται όλοι από μακριά 

Όποιος σέρνει τον χορό

τρώει απίδι δροσερό

Όποιος είναι μες στη μέση 

κρέμεται το βρακί τ’ και θα πέσει

να σταθεί να το φιλήσω”

“ Σας παρακαλώ γυναίκες, 

να με βάλετε στη μέση,

να μιλήσω όποια μ’ αρέσει

Σα φιλήσω παντρεμένη

την πληρώνω την καημένη

Σα φιλήσω καμιά χήρα

τύχη που ‘χει η κακομοίρα”

“ Έχασα τη γαΪδούρα μου με τη τριχιά δεμένη 

κι όποιος την ευρεί χάρισμα τ’ μα την τριχιά να φέρει

Έχασα τη γαΪδούρα μου από ψες το βράδυ 

κι όποιος τη βρει να τη χαρεί, γιατί θα πάρω άλλη”

Όταν ήθελαν να περιγελάσουν με μια ηλικιωμένη και να δείξουν την αγάπη τους για τη ζωή τραγουδούσαν την <<Μπαμπαθανάτη>> 

“Από πάνω απ’ τη Βλαχιά 

κατεβαίνει ένας πασάς, 

γράφουν τα φιρμάνια τους 

και τα καλαμάρια ντου 

<<Να παντρεύονται οι νιές 

και οι μεσοκαιρίτισσες>>

Γύρεψε και μια γριά 

ρίζα δόντι δεν είχε 

γύρεψε να πάρει δύο

ένα γέρο και ένα νιό

και ένα δώδεκα χρονών

Στέλνει το γέρο στη δουλειά

και το νιό στην αγκαλιά

Και ο νιός σαν τ’ άκουσε

τη φευγίτσα τ’ έβαλε 

πα στο δεύτερο έκατσε

Να κι Μπαμπαθάνατη

με το τσεκούροπλο της

και το δεύτερο κόβω το

τη φευγίτσα τ’ έβαλε

μέση τα αμπάρι σεμπήκε 

Να κι η Μπαμπαθάνατη

με το σινιάκοπλο της

Γω τ’ αμπάρι αδειάζω το

και το νιό μου θέλω το”>>

(Κορνηλία Ζερβουλάκη)

<<Ένα άλλο έθιμο που έκαναν οι Πιτεράδες ήταν εκείνο του γάμου. Συνήθιζαν να ντύνονται νύφη, γαμπρός, κουμπάροι και πήγαιναν με μια άμαξα που την έσερνε ένα γαΪδούρι. Πήγαιναν σε όλα τα σπίτια έτσι και ενοχλούσε τους νοικοκυράδες. Το βράδυ μαζεύονταν στη πλατεία, έκαναν γλέντι και τραγουδούσαν:

“Από πάνω απ’ τα ουράνιο

γενέται χορός και θάμα

κι χορεύουν παντρεμένοι

και πηδούσαν σαν μαγεμένοι 

και χορεύουν παντρεμένες 

και πηδούσαν σαν μαγεμένες

και χορεύουν παλικάρια

και πηδούν σαν λιοντάρια

Και χόρευαν τα κορίτσια

Και πηδούσαν σαν κυπαρίσσια

Και χόρευαν οι παππούδες

Και πηδούσαν σαν τις αρκούδες

Και χόρευαν και οι μπάμπες 

Και πηδούσαν σαν τις μπομπάλες”>>

(Ανθούλα Ζερβουλάκη)

<< Την Κυριακή της Αποκριάς μαζεύονται οι συγγενείς στα σπίτια και τρώγαν ψητά με πατάτες και μηλίνες. Κάθε βράδυ τις Απόκριες πήγαιναν σε σπίτια γνωστών, μασκαρεύονταν, έπιναν κρασί και τραγουδούσαν:

“Ο ήλιος βασιλεύει στα παραθύρια σου

και συ κόρη μ’ βάφεις τα φρύδια σου 

ο ήλιος βασιλεύει και η πούλια χάνεται

κορίτσια, παλικάρια να μην παθάνετε

φάτε και πιέτε βρε παιδιά χαρείτε να χαρούμε

αύριο δεν ηξέρουμε για ζούμε, για δε ζούμε”

Τη Καθαρά Δευτέρα οι μπακάληδες ζωγράφιζαν τα πρόσωπα τους.>>

(Γιώργος Ζεβουλάκης)

<< Το Πρωτοτέταρτο ήταν ένα έθιμο του χωριού μας. Τηρούταν την πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής. Οι οικογένειες των κοριτσιών, που ήταν αρραβωνιασμένες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι εκείνη την Τετάρτη νήστευαν. Εκείνη την ημέρα συνήθως πήγαιναν στην εκκλησία και κοινωνούσαν. Μετά την εκκλησία οι συμπέθεροι πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για να φάνε. Τους πρόσφεραν φασόλια χωρίς λάδι, τουρσί, ελιές, κρεμμυδάκια, χαλβά, ψητά μήλα και κυδώνια. Έπειτα από το φαΪ, η οικογένεια του γαμπρού ευχαριστούσε την οικογένεια και τραγουδούσαν:

Εμείς εδώ που ήρθαμε, κέρνα μας, κέρνα μας

Κι ήρθαμε να σας δούμε, δεν μας εκερνάς να καλοπερνάς

Μόσχος και τριαντάφυλλο, κέρνα μας, κέρνα μας 

Ήταν τα φαγητά σας, δε μας κερνάς να καλοπερνάς.>>

(Ανθούλα Ζερβουλάκη)

<< Η μεγάλη Σαρακοστή οι χριστιανοί νηστεύουν από την Αποκριά μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Είναι περίοδο πνευματικής προσπάθειας για να δεχτούν με καθαρή καρδιά τα πάθη του Χριστού και να υπάρχει αγάπη μεταξύ χριστιανών. Οι περισσότεροι στο χωριό έκαναν νηστεία. Το πρώτο τριήμερο ήταν οι πιο νηστίσιμες μέρες. Οι νοικοκυρές καθάριζαν με στάχτη τις κατσαρόλες για να είναι σίγουρες ότι δεν υπάρχει λίπη μέσα. Μόνο των ΒαΪων και του Ευαγγελισμού έτρωγαν ψάρι. Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής παρακολουθούσαν τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Έβαζαν ένα κορίτσι και ένα αγόρι να τραγουδούν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και μετά έλεγαν τον Ακάθιστο Ύμνο. Στις 25 Μαρτίου ήταν αργία για το χωριό. Γιόρταζαν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και τον ξεσηκωμό του γένους για την ελευθέρωση. Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά έβαζαν στο κεφάλι στεφάνια δάφνης. Κρατούσαν τον τάμπουρα και τραγουδούσαν, χόρευαν και τους έδιναν αυγά. Την Κυριακή των ΒαΪων, γιόρταζαν την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη στολιζόταν με βάγια για το πέρασμα του Λυτρωτή. Ο ιερέας μοίραζε τα βάγια. Οι νοικοκυρές έπαιρναν τα κλαδιά και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι για το φυλαχτό. Τη μέρα εκείνη έλεγαν:

“Βάγια, βάγια το Βαγιό

τρώνε ψάρι και κολιό

Και την άλλη Κυριακή

κόκκινο αυγό κι αρνί”

Το απόγευμα των ΒαΪων στην εκκλησία γινόταν π Μεγάλος Εσπερινός και την επόμενη μέρα άρχιζε η Μεγάλη Εβδομάδα, η κορυφαία περίοδος της Σαρακοστής. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν από μέρες τα σπίτια τους, καθαριότητα, πλύση, σίδηρο και συγύρισμα για να αστράφτουν όλα. Έστρωναν τα καλά ντιβανοσκεπάσματα, τα υφαντά στρωσίδια και τα άσπρα κοφτά τραπεζομάντηλα. Δεν παρέλειπαν όμως να ανάβουν το καντήλι στο εικονοστάσι και να πηγαίνουν στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Την Μεγάλη Τετάρτη ημέρα του Αγίου Μύρου, μικρά παιδιά, κοπέλες και γυναίκες κρατώντας ένα κουπάκι με αλεύρι πήγαιναν στο Ευχέλαιο. Ο ιερέας με βαμβάκι και λάδι έκανε το σημάδι του σταυρού στο κεφάλι και στα χέρια τους. Οι μανάδες έπαιρναν λίγο από το ευλογημένο αλεύρι και το κρατούσαν στο εικονοστάσι τους σαν φάρμακο για το φόβο. Την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, οι νοικοκυρές έβαζαν στο παράθυρο τους ένα κόκκινο πανί που συμβόλιζε την σταύρωση και το αίμα του Χριστού. Τα μικρά παιδιά φορώντας τα καλά τους ρούχα φιλούσαν το χέρι των γονιών τους, του παππού, της γιαγιάς και πήγαιναν στην εκκλησία να μεταλάβουν. Όση ώρα κρατούσαν η λειτουργία, κάθε η νοικοκυρά έβαφε τα κόκκινα αυγά μέσα σε φλούδες από κρεμμύδια ή σε φύλλα λουλουδιών λέγοντας << Ήρθες, ήρθες Πασχάλια με τα κόκκινα τ’ αυγά>>. Πρωί-Πρωί κάθε νοικοκυρά κατέβαινε στο κοτέτσι και έπαιρνε ένα φρέσκο αυγό από τη φωλιά. Το σημάδευε και το έβαζε πρώτο στη κατσαρόλα που έβαφε τα αυγά. Αυτό ήταν το αυγό του Χριστού, που το έλεγαν Μεγαλοπεμπτιάτικο και το φύλαγαν στο εικονοστάσι μέχρι την Κοκκινοπέμπτη της επόμενης χρονιάς. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης όλοι πήγαιναν λουλούδια στο Χριστό. Άναβαν το κερί και παρακολουθούσαν την ακολουθία με κατάνυξη. Οι γυναίκες ξενυχτούσαν δίπλα στον Εσταυρωμένο τραγουδώντας το μοιρολόγι της Παναγίας.>>

(Γιώργος Ζερβουλάκης)

<<Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής τα κορίτσια έτρεχαν στη γειτονιά και στους κήπους. Μαζεύοντας πανσέδες, πασχαλιές, γαρίφαλα, μαργαρίτες, βιολέτες και ότι άλλο λουλούδι έβρισκαν για το Χριστό. Περνούσαν τα λουλούδια σε κλωστή και στόλιζαν τον Επιτάφιο και τις γιρλάντες. Ο Επιτάφιος έτοιμος και στολισμένος δέχονταν το σώμα του Χριστού κατά την Αποκαθήλωση. Οι μανάδες την Μεγάλη Παρασκευή, έπαιρναν προζύμι και έβραζαν τις φακές με ξίδι και δάφνες. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, οι κοπέλες έψελναν τα εγκώμια και ο θρήνος έφτανε στη κορύφωση. Η ώρα της περιφοράς του τάφου ήταν κάτι ιερό. Μπροστά ο Επιτάφιος, μετά ο ιερέας, οι ψάλτες και μετά οι ντόπιοι με τα κεριά. Μετά την περιφορά όλοι έπαιρναν επιταφιολούλουδα για το εικονοστάσι και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, η νονά έστελνε στα παιδιά τα δώρα ενώ η μητέρα των παιδιών έστελναν στη νονά το κουλούρι της Λαμπρής και κόκκινα αυγά. Κουλούρια της Λαμπρής αντάλλασσαν και οι αρραβωνιασμένες. Το βράδυ της Ανάστασης το χωριό γέμιζε κόσμο έξω. Κρατούσαν στα χέρια τους κεριά, φανάρια, κόκκινα αυγά και έμπαιναν στην εκκλησία. Μετά από τα λόγια που έψαλε ο παπάς, χτυπούσαν οι καμπάνες και οι χωριανοί τσούγκριζαν τα αυγά. Όταν γύριζαν σπίτι στη διαδρομή οι λαμπάδες, Το φως της Ανάστασης έπρεπε να σχηματίσει ένα σταυρό στο ανώφλι της εξώπορτας. Να μπει στο σπίτι και να ανάψει το φως του καντηλιού στο εικονοστάσι ενώ στο τραπέζι τους περίμενε η ζεστή μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά. Ανήμερα της Ανάστασης την Κυριακή η μέρα της “δευτεροανάστασης”. Στο τραπέζι δεν έλειπαν τα τσουρέκια, το αρνί, ο θρακιώτικος σαρμάς και κρασί. Το βράδυ επισκέπτονταν όσους γιόρταζαν. Μερικοί που γιόρταζαν πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα κερνούσαν, γλεντούσαν και εύχονταν χρόνια πολλά ο ένας στον άλλον. Την ημέρα του Αγίου Γιώργη, οι πιστοί προσφέρουν αρνιά, τα έβαζαν σε δημοπρασία και τα χρήματα τα έδιναν στην εκκλησία. Την Παρασκευή μετά το Πάσχα ήταν της Ζωοδόχου Πηγής. Εκείνη την ημέρα έκαναν λιτανεία παρακαλώντας για βροχή κρατώντας στα χέρια τους την εικόνα του Ζωοδόχου Πηγής, του Αγίου Θεοδώρου και άλλων αγίων. Σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση, κανείς δεν έλεγε Καλημέρα μόνο Χριστός Ανέστη.>>

(Κορνηλία Ζερβουλάκη)

 

Το μοιρολόγι της Παναγίας 

Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα 

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται

Σήμερα βγάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι 

οι άνομοι και τα σκυλιά και τρισκαταραμένοι 

για να σταυρώσουν τον Ιησού τον Πάντα Βασιλεία

 

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να βάλει Δείπνο Μυστικό για να το λάβουν όλοι

 

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μονάχη την

τας προσευχάς της έκανε για τον μονογενή της 

Φωνή της ήρθε εξ’ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα

 

Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν και οι μετάνοιες 

το γιό σου τον έπιασανε και στο ληστή τον πάνε

και του Πιλάτους τας αυλάς εκεί τον τυρανάνε 

και το Χαλκιά φωνάξουμε και το Χαλκιά προστάζουν

Φτιάξε χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πιρούνια

κι εκείνος ο βαρήκοος πάει και κάνει πέντε 

-Συ Φαραέ που τα’ φτιάξες πρέπει να μας διδάξεις

 

Βάλτε τα δύο στα πόδια σου, τ’ άλλα στα δυό του χέρια 

το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του 

να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του 

 

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγωθεί

σταμνιά νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο 

και τρία το ροδόσταμο, για να’ ρθει ο λογισμός της

και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της

 

Ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πέσει μέσα

Ζητά γκρεμό να γκρεμιστείς, κρεμιέται ο κόσμος όλος 

 

Βάλε κρασί μες το γυαλί κι αφράτο παξιμάδι

κι έκανε την παρηγοριά, για να την λάβουν οι άλλοι 

Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Ιακώβ η μάνα 

και του Λαζάρου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα

Πήρα το δρόμο το δρομί, στρατί το μονοπάτι

το μονοπάτι τις έβγαλε κει στον ληστή την πόρτα

 

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλότου 

Κι πόρτα από το φόβο της ανοίγει μονάχη της

 

Βλέπει δεξιά, βλέπει ζέρβα κανένα δεν γνωρίζει 

βλέπει και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη

 

Άγιε Γιάννη, Πρόδρομε και βαπτιστή του γιού μου

μην είδες τον υγιοκα μου και σε Δάσκαλό σου;

 

Δεν έχω στόμα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω

δεν έχω χέρι παλμό για να σου τόνε δείξω

Βλέπεις Εκείνο το γυμνό τον παραπονεμένο 

όπου φέρει πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι 

Εκείνος είναι ο γιόκας σου κι εμέ Διδάσκαλος μου 

 

Κι η Παναγία πλησίασε κοντά του και του λέει

Δε μου μιλάς υγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου

 

Τι να σου πω μανούλα μου, που διάφορα δεν έχεις 

Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι

όταν λαλήσει ο πετεινός, σημαίνουν οι καμπάνες 

τότε κι εσύ μανούλα μου, να’ χεις χαρές μεγάλες

 

Όποιος το λέει σώζεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει

κι όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο λαμβάνει 

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.>>

 

<<Ένα άλλο έθιμο που είχαμε στο χωριό μας ήταν εκείνο της Κληδόνας. Το γιόρταζαν στις 24 Ιουνίου του ΑΪ-Γιαννιού. Την ημέρα του ΑΪ-Γιαννιού όλα τα νέα κορίτσια και αγόρια έκαναν ένα μπουκέτο ανθοδέσμη την “Κιτκα” και την βάζανε σε ένα δοχείο του κλήδονα. Στο οποίο άδειαζαν το αμίλητο νερό που έφερνε ένα μικρό αγόριμε μια καινούργια μπακίρα και τη βρύση. Το βράδυ της Παραμονής άναβαν φωτιές στους δρόμους και τις πηδούσαν τρεις φορές και έλεγαν φωναχτά “ξεβηκακόχρονε σ’εμπα καλόχρονε”. Το πρωί του ΑΪ-Γιαννιού τα κορίτσια μαζεύονταν στο σπίτι που ήταν ο κλήδονας και τότε μια κοπέλα ξεσκέπαζε τον κλήδονα και έλεγε: 

Ανοίγουμε τον κλήδονα, να βγει η χαριτωμένη

να φέρει την αγάπη μας, που’ ναι ξενιτεμένη

Μετά ένα αγόρι ή ένα κορίτσι με τους γονείς εν ζωή τραβούσε μια ανθοδέσμη, το τυχερό ή ριζάκι. Ένα κορίτσι διάβαζε το μπεγέτι ένα στιχάκι, που ήταν δηλαδή το μυστικό κάθε ανθοδέσμης. Μέσα από το στιχάκι έβρισκαν σε ποιόν άνηκε το μπουκέτο και ένα κορίτσι το έπαιρνε, αν ήταν αγόρι του το έστελνε πίσω με το στιχάκι του. Ένα από τα στιχάκια του κλήδονα ήταν:

“Όλο τον κόσμο γύρισα, να βρω γλυκό σταφύλι 

δεν βρήκα πιο γλυκότερο απ’ τα δικά σου χείλη  

Ημέρα η σημερινή δεν μοιάζει με τις άλλες 

γατί είδα το πουλάκι μου κι έχω χαρές μεγάλες 

Διαμάντι δαχτυλίδι φορείς στο χέρι σου 

κι η βέρα γράφει επάνω να γίνω ταίρι σου” 

Μέχρι να πουν όλα τα στιχάκια ξημέρωνε η μέρα των γενεθλίων του Ιωάννη του Προδρόμου. Ένα γνωστό στιχάκι έλεγε:

Άνοιξε την κληδόνη να δείτε γραμμένα

διάφορα πράγματα μικρά μπερδεμένα.>>

(Ανθούλα Ζερβουλάκη)

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
3236
Έτος καταγραφής
2018-19
Επώνυμο
Ντάκο
Όνομα
Ζωή
Εικόνες