Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Μεσσούνη
Δ. Κοινωνική Οργάνωση
Α. Οικογένεια
Το χωριό ήταν παλιά, από το 1950 μέχρι το 1970, 120 οικογένειες. Από το Σιναπλί, από τη Βουλγαρία ήρθαν 30 οικογένειες 200 άτομα, δηλαδή 8-10 άτομα η οικογένεια, άλλες βέβαια ήταν πιο μικρές. Μετά έγιναν 120 αλλά μίκρυναν και όλοι πήγαιναν να βοηθήσουν στα χωράφια, στις δουλειές, στο σπίτι, τη κτηνοτροφία.
Κωνσταντίνος Σκοδραμούδης
Πνευματικός βίος
Α. Θρησκεία
Η εκκλησία, προστάτες, άγιοι, τάματα, αγιάσματα
Η εκκλησία μας είναι της Αν-Τριάδας, της Αγίας Τριάδας. Όταν ήρθαν οι γονείς μας από το Σιναπλή η εκκλησία ήταν εδώ, την πήραμε από τους Βούλγαρους όταν έφυγαν. Παναγιά την είχαν. Τώρα από το Σιναπλή δεν πιστεύω να πήραμε τίποτα, ούτε οι Βούλγαροι πήρανε εικόνες. Εμείς εδώ τις φτιάξαμε και άλλες τις αγοράσαμε. Στις εικόνες κάναμε τάματα κι ακόμη κάνουμε. Ύστερα πάλι έχουμε και τον Αη-Τρύφωνα, τον Προφήτη Ηλία, τον Αη-Δημήτρη κι ένα ακόμα Αγία Παρασκευή πρέπει να είναι. Την εκκλησία την βγάλαμε Αγία Τριάδα για το μοναστήρι, ένα όνομα με το μοναστήρι της Αν-Τριάδας. Εκεί έλεγαν ήταν ο Καρακόλιους και γινόταν μεγάλο πανηγύρι, εκεί μαζευόταν πολύς κόσμος. Η εκκλησία εδώ ήταν πάντα γεμάτη, είχε πολύ κόσμο. Όλο το χωριό.
Β. Έθιμα του λαΪκού εορτολογίου
α. Η Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
Σαράντα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα ξεκινούσαμε νηστεία και πηγαίναμε να κοινωνήσουμε. Δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα σκοτώναμε το γουρούνι. Το πλακώναμε και με το μαχαίρι το σφάζαμε στο αυτί από κάτω. Μόλις ξεψυχούσε παίρναμε το δέρμα, το κάναμε τσαρούχια, το παστό κι άλλα. Τότε όλοι μικροί και μεγάλοι νηστεύαμε. Προπαραμονή τα κορίτσια το πρωί ζύμωναν πενήντα κουλούρες. Μια έδιναν στα παλικάρια και σταφίδες, που έλεγαν τα κάλαντα και δεύτερη έδιναν μόνο σε αυτόν που άρεσαν. Παραμονή Χριστουγέννων κάναμε το τραπέζι με τα εννιά φαΪά (φαγητά). Ήταν το Χριστόψωμο, μπουγάτσα εμείς το λέγαμε, λάχανο τουρσί, φασόλια μι τν αρμιά, φρούτα, καρύδια και άλλα νηστίσιμα ελιές, σταφίδες. Το βράδυ ήταν αυτό. Πάνω στο υνί βάζαμε κάρβουνο και θυμίαμα και θυμιάτιζε ο μεγαλύτερος άντρας. Έπαιρνε το Χριστόψωμο μπροστά στο εικονοστάσι πηδούσε τρεις φορές και έσπαζε το Χριστόψωμο σε σταυρωτά. Το πρώτο κομμάτι το αφήναμε στο εικονοστάσι και ύστερα το μοιράζαμε, εκείνη την ημέρα ετοιμάζαμε και τον κουλιά.
Από το πρωί τα παλικάρια μαζευόμασταν και φωνάζαμε “κόλιντα κι”. Το βράδυ βάζαμε τα καλά μας και μόλις χτυπούσε η καμπάνα ξεκινούσαμε τα κάλαντα. Όλη τη νύχτα, πηγαίναμε σε όλα τα σπίτια. Πρώτο σπίτι ήταν του παπά και λέγαμε στο δρόμο ώσπου να φτάσουμε στην αυλή:
Σ’αυτόν τον πυκνό-μαχαλά
πετάει μια περιστέρα, πετάει μια περιστέρα
Άναψε κόρη μ΄το κερί και βάλτο στο φανάρι
και βάλτο στο φανάρι
Και φέγγε μου καλά-καλά
να περπατώ το βράδυ, να περπατώ το βράδυ.
Φτάναμε στην αυλή και λέγαμε:
Αοίξ’ κυρά μ’ την πόρτα σου
κι έρχεται η Παναγία, κι έρχεται η Παναγία
με τον Χριστό στην αγκαλιά
με το σταυρό στα χέρια
Ρίξε σκαμιά προσκέφαλα
να κάτσν τα παλικάρια, να κάτσν τα παλικάρια
Με τσίμσιρα με μπρόσλικα
βρακιά φορτωμένα, βρακιά φορτωμένα.
Να έτσι λέγαμε. Έλεγα εγώ τα κάλαντα, όλη τη νύχτα έξω ήμασταν.
Κωνσταντίνος Σκοδραμούδης
Λέγαμε το τραγούδι να μπούμε μέσα. Όταν λέγαμε ρίξει σκαμιά προσκέφαλα μπαίναμε μέσα στο σπίτι. Το πιο πριν το λέγαμε στην αυλή. Μπαίναμε μέσα, λέγαμε καλησπέρα και αρχίζαμε με τον Μικρό Χριστό.
Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο
χαρά στον κόσμο στα παλικάρια
στα παλικάρια κι όλους ειτόνους
κι όλους ειτόνους στους άγιους όλους
στους άγιους όλους στους Αποστόλους
στους Αποστόλους στους Αρχαγγέλους
και οι Απόστολοι να μας υρεύουν
κι οι αρχάγγελοι να μοιριοπλάσουν
βοήθα συ Θιέ μου τούτη την ώρα
τούτη την ώρα τη βουημένη
όσου να πάσι και όσου να ρθήσι
η Παναγία μας ελευθερωθεί
με χίλια πόνια και παρακάλια
και παρακάλια στους Αποστόλους
στους Αποστόλους στους Αρχαγγέλους
Χριστός επίσης σαν ήλιος λάμπει
σαν ήλιος λάμπει σα νιο φεγγάρι
κι ο νοικοκύρης να ζει και να’ναι
να ζει και να’ναι με τα παιδιά του
με τα γονιά του με την ανέχεια του
Όλα τα λέγαμε μισοί-μισοί για μην κουραζόμαστε. Δύο φράσεις εμείς δύο οι άλλοι. Το τελευταίο το λέγαμε μαζί για να γίνει, να αλλάξει πιο καλά. Ύστερα λέγαμε τον Μεγάλο Χριστό.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα
πρώτη γιορτή του χρόνου
πόψι Χριστό γιννήθηκιν
κι ο κόσμος δεν τους νιώθει
(Ν) Ο κόσμος και τα κλούμπινα
κι ο βασιλιάς αητός σου
απόψε θελ’ να κατιβεί
στης εκκλησιάς τις πόρτες
Να με ρίξει σόρτια να διαβεί
δέξα απ’ τον Άη Δήμου
να στρώσει το θρονίτσι του
να κατσ’ να δικιοκρίνει
Να δικιοκριν’ τς αμαρτωλούς
κι όλους τους καλεσμένους
κι όποιος το ακούσει χαίρεται
κι όποιος το μαθ’ αγιάζει
Κι όποιος το καλλουφγφαστεί
Παράδεισον κερδίζει
Παράδεισον και λειτουργίες
για τ’ άγια μοναστήρια
Τα μοναστήρια διάβαζαν
κι οι Απόστολοι ψέλνουν
κι αυτά τα γραμματκούδια του
φωνάζουν Κύρια λέισα
Φωνάζουντας και ψέλνουντας
τ' Χριστού ο δέντρους ξειρει
ο δέντρος ήταν ο Χριστός
κι η ρίζα η Παναγία
Μετά λέγαμε του παπά το τραγούδι
Αφέντη μ’ και αφεντίτσι μου
πέντε βολές αφέντη
σένα πρέπ’ αφέντη μου
να σε τιμάει ο κόσμος
Να σε τιμούν οι άρχοντες
οι κόσμοι οι αντρειημένοι
χίλιοι κρατούν το μαύρο του
και δύο τον καλιγώνουν
κι άλλοι χίλια τον παρακαλούν
αφέντη μ’ καβαλίκι μ’
Αφέντης καβαλίκεψεν
τρεις άγιορουν μπροστά του
κλωτσιά δίνει στο μαύρο του
κι οι άνεμοι τον παίρνουν
κι όπου πατήσει ο μαύρος του
πηγάδι σκυλαρίζει
πηγάδια συρτοπέγαδα
νερά κανακεμένα
όσες σκλάβες τ’ αφεντικού
όλες εκεί γιομόζουν
μια σκλάβα μια μικρότερη
δεν σκύβει ναι γιομόσει
Σκόψε σκλάβε γιόμισε
πάρε νερό και φύγε
Δεν ήρθα γω για το νερό
δεν ήρθα να γιμώσω
Εγώ ήρθα για τον αφέντη μας
να ειδώ και την κυρά μας
Κυρά μου Αθηνιώτισσα
στο μόσχου ναθρεμένη
Κυρά μου τα σεντούκια σου
τα χρυσοκλειδωμένα
πο χουν τον μέλι κι το κιρί
κι σ’ μέλσσας το βοτάνι
το μελ το τρων οι άρχοντες
κι το κιρί στους άγιους
κι αυτό το μιλσοβότανο
βαστούσαν τα κορίτσια
κι αυτόν τον πράσινο βασιλικό
βαστούν τα παλικάρια
Να ζεις και να σαι αφέντη μας
πάντα τραγούδια να χεις
και μεις σε τραγουδήσαμε
πολλά χρόνια να ζήσεις
Έτσι είχαν τα τραγούδια, στου παπά το σπίτι. Μετά άμα είχε παιδιά τους λέγαμε άλλα τραγούδια. Μετά λέγαμε τον ντουβά. Όταν τελείωναν τα τραγούδια, τους τραγουδούσαμε όλους λέγαμε την προσευχή που λέτε, ντούβα το λέμε. Κοιτούσαμε στη ανατολή κι ο αρχηγός από την ομάδα έλεγε:
Ώσπου πήραμε τον Χριστό τον αφέντη μας
ένα καλό βαρύ κανίσκι
κατά πόδι εκτίμησε ο Θεός τ’ άλας, το ψωμί, τ΄ασήμ’,
τ' αλογάρ της Βενετιάς.
έτσι να τιμήσουμε κι εμείς τ’ άλας, το ψωμί, τ’ ασήμ’,
τ’ αλογάρ της Βενετίας
πέστει παλικάρια Αμήν.
Και έλεγαν τα παλικάρια Αμήν. Τον ντουβά τον έλεγε πολύ γρήγορα αυτός που τον έλεγε. Καληνυχτίζαμε τον παπά, τα παιδιά και την υπόλοιπη οικογένεια και φεύγαμε.
Παρχοντικό σπιτ’ βρήκαμε
σ΄ αρχοντικό δα πάμι, σ’ αρχοντικό δα πάμι
Άναψε κόρη το κιρί
κι βαλ’ το στο φανάρι, κι βαλ’ το στο φανάρι
και φέγγε μου να περπατώ
καλά καλά το βράδυ
Και όσο λέγαμε αυτό, οι νοικοκύρηδες μας κερνούσαν φρούτα, καρύδια, τέτοια πράγματα. Κι όταν φτάναμε στη πόρτα λέγαμε:
Όσα καλά στη Μπαρμπαριά
στη Πόλη κεραμίδια, στη Πόλη κεραμίδια
τόσα καλά να δώσ’ η Θιός
στου νοικοκύρ’ το σπίτι, στου νοικοκύρ’ το σπίτι
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
πολλά χρόνια να ζήσει, πολλά χρόνια να ζήσει
Να ζήσει χρόνια εκατό
ν' ασπρίσει να γεράσει, ν’ ασπρίσει να γεράσει
Κι όταν βγαίναμε στο δρόμο λέγαμε πάλι <<Σ΄ αυτόν τον πυκνό-μαχαλά, πετάει μια περιστέρα>>. Έτσι ήταν η σειρά.
Δημήτριος Ισπικούδης
Άλλο τραγούδι είχαμε στο δρόμο, σ΄ αυτόν τον πυκνό-μαχαλά λέει. Στη πόρτα λέγαμε <<Άνοιξε κυρά μ’ τις πόρτες σου...>>. Μπαίναμε μέσα λέγαμε καλησπέρα και αρχίζαμε τον Μικρό Χριστό. Τον Μεγάλο Χριστό δεν τον λέγαμε πάντα. Στον παπά τον λέγαμε, που πηγαίναμε πρώτα και μετά σε όποιον ήθελε. Μετά λέγαμε τα αρχόντια.
Να πούμε τ’ αρχόντια μας
ένα καλό τραγούδι.
Έτσι άρχιζε κι έλεγε:
Άρχοντας μι τν αρχόντισσα
στη σκάλα κατεβαίνουν
στη σκάλα στο περίσκαλο
στ' αρόν το κοντοσκάλι
Γυρίζει αρχόντς κι λέγει το
γυρίζει κι ρώτα το
καλέ μ’ δεν είσαι ροδιανή
ξάσπρη και μαυρομάτα
κι αν θέλεις να’ μια ροδιανή
ξάσπρη και μαυρομάτα
σύρε στην Αντριανούπολη
ξέβγα στη Σαλονίκη
ξαγόρασε μου συβλτιό
συριωτικό ζωνάρι
και σκουλαρίκια κεχρώτα
καλέ μ’ να δεν’ του γράμμα
να σειέτα ν’ αρματώνεται
να φαίνεται να λυγίζεται
να φέγγει από μπροστά της
Να ζουν και να ‘ν’ τα ‘ρχόντια μας
πάντα τραγούδια να χουν
και μεις σας τραγουδήσαμε
πολλά να ζήστε
Όταν ήταν ανδρόγυνο λέγαμε:
Να πούμε και τ΄αντρόγυνο
ένα καλό τραγούδι
Αντρόγυνα κι νίτσικα
τα ιννιά στεφανωμένα
αυτός την πέρδικ’ άδραξε
απάνω στο φτερούδι
λαχαν η πέρδικα βαριά
αυτός ήταν πουλάκι
κι κάτω χάμω πέταξε
και ράγει το φτιρούδι
και ράγει η φούντα τέσσερα
και το γαΪτάνι πέντε
και τον κοράκου το φτερό
του αρχαγγέλου φρύδι.
Άμα είχε αρραβωνιασμένους στο σπίτι λέγαμε άλλο τραγούδι. Το παλικάρι είχε ωραίο τραγούδι, τον παλίκαρο. Το λέγαμε όταν το παλικάρι είχε τελειώσει το σχολείο.
Ένας καλός παλίκαρος
κι όμορφο παλικάρι
εντύθη κι αρματώθηκε
και σε χωριό πήγαινε
και σε χωριό επήγαινε
να βρει να’ ρραβωνιάσει
Μωρ βάζει και στις τσέπες του
εννιά χιλιάδες άσπρα
Μωρ πάει κοντά, μωρ πάει μακριά
στης Ξάνθης τα κρασιά
πινούντας τα γλυκά κρασιά
φιλώντας τα κρασιά
Έφαγε και ήπιε τ’ άσπρα του
κι αυτές εννιά χιλιάδες
κι ο μαύρος του απόμεινει
κι αυτός τον παζαρεύει
κι ο μαύρος του το λάλησε
κι ο μαύρος του τον λέει
μη με πωλείς αφέντη μου
και μη με παζαρεύεις
για βάλει χρόνο στην ταή
και ξαμήνο στην τάβλα
ταίσε με πότισε με
και λιαροιστωσε με
βάλε βουλή και στοίχημα
να βγω να πιλαλήσω
κι αν δεν σου φέρω τ’ άσπρα σου
κι αυτές εννιά χιλιάδες
τότε πωλείς αφέντη μου
τότε παζάρεψε με
Το αγόρι που ήταν σχολείο είχε άλλο τραγούδι, για τα κορίτσια είχε άλλο τραγούδι. Η μικρούτσικη ήταν ωραίο, μέχρι πριν να πάει σχολείο το κορίτσι λέγαμε:
Μικρή μικρή μικρούτσικη
τι στέκεις στολισμένη
η μάνα μου με στόλισε
και στέκω στολισμένη
η μάνα που σε στόλισε
Μεγάλες ιδέες έχει
πως κάτσει και σε στόλισε
Σαββάτου όλη μέρα
Στολίδε δεν απόσωσε
κι αυτή αποστολίζε
με πράσινο με κόκκινο
μ' άσπρο και με γαλάζιο
βάζει τον ήλιο πρόσωπο
και το φεγγάρι στήθος
και το καθάριο διάρδαρο
σημένιο δαχτυλίδι
Έτσι ήταν η μικρούτσικη. Πιο μεγάλοι λέγαμε την περδικίτσα και για το μωρό είχαμε άλλο τραγούδι <<Κοιμάται τσιλιπόπουλο>> λέει. Ο Ξένος είχε καλό τραγούδι, που ήταν ξενιτιά. Για τον παππού, την γιαγιά είχε άλλο τραγούδι. Πόσων ώρα κάναμε σε κάθε σπίτι. Λέγαμε τον ντουβά προς την ανατολή, την έλεγε ο αρχηγός. Π’ αρχοντικό σπιτ’ βγήκαμε λέγαμε, μας κερνούσαν κι ύστερα λέγαμε όλα καλά στη Μπαρμπαριά.
Β. Το δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)
Τα Χριστούγεννα το πρωί πήγαιναν στην εκκλησία και ύστερα πηγαίναμε για φαγητό στο σπίτι. Τρώγαμε γουρούνι με τουρσί, μπριζόλες, κουλιά. Μετά το φαγητό πηγαίναμε στη πλατεία. Γινόταν χορός, τα όργανα ως το βράδυ έπαιζαν. Τρεις μέρες χορό είχε, όλη την ημέρα είχε. Ερχόταν κι ένας χαλβατζής και τρώγαμε. Παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ κάναμε πίτα και έβαζαν μέσα τυχερά, όσο ήταν στο σπίτι. Τα χωράφια, το σπίτι τα ζώα και άλλα. Θυμιατίζουμε. Γυρνούσαμε την πίτα τρεις φορές. Την κόβαμε και τυχαίναμε και βλέπαμε την τύχη μας. Μετά της δώδεκα έβγαινε η καμήλα κι η αρκούδα. Είχαμε παπά και γιατρό για να μην αρρωστήσει η καμήλα και η αρκούδα. Κι άλλοι ήταν με κατσούλι μυτερό. Ήταν πέντε-έξι μερακλήδες. Όλο το βράδυ δεν πηγαίναμε σπίτι. Περιμέναμε να τελειώσει η εκκλησία, του Άη Βασίλη τη μέρα. Πήγαινε η καμήλα, το στόμα το είχαμε με σκοινί από μέσα και το τραβούσαμε για να πιάσει τα καπέλα. Ύστερα αυτός που ήταν μέσα στη καμήλα ζητούσε λεφτά για να δώσει το καπέλο. Έπειτα πήγαιναν για χορό στο αλώνι. Μετά πήγαιναν σπίτι και τρώγαμε και το απόγευμα στη πλατεία. Παλιά η καμήλα είχε δύο ανθρώπους μέσα. Όλο το βράδυ που περιμέναμε να ξημερώσει γυρνούσαμε με τη καμήλα και την αρκούδα και φωνάζαμε <<Σούβρα κι>>. Πηγαίναμε πάλι σε όλα τα σπίτια. Στη πλατεία χορεύαμε γύρω από τη καμήλα και την αρκούδα. Κάποτε η καμήλα αρρώσταινε, έπεφτε κάτω, πήγαινε ο γιατρός και την έκανε καλά. Μετά έπεφτε η αρκούδα. Είχε και άνθρωπο που την έκανε βόλτα, είχε νταΪρε και χτυπούσε και χόρευε η αρκούδα. Ως το βράδυ χορεύαμε. Τότε η καμήλα είχε δικιά της μουσική. Είχε ζναριάτικο (ζωναράδικο) μουσική που έπαιζε μόνο εκείνη την ημέρα.
Από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια δεν έκανε κανένας μπάνιο. Έλεγαν τα νερά ήταν αβάφτιστα και φοβόμασταν να κάνουμε μπάνιο. Τα Θεοφάνια ρίχναμε το σταυρό στην εκκλησία και αγίαζαν τα νερά.
Γ. Βρέξιμο των γαμπρών
Του Άη Γιάννη, του Άη Γιάννη κάναμε το βρέξιμο των γαμπρών. Όποιος ήταν νιόπαντρος τον έβρεχαν για το καλό.
Δ. Γιορτές του Φεβρουαρίου
Πρώτη Φεβρουαρίου ήταν ο Άγιος Τρύφανος, ο Τρύφανος ο προστάτης για τα αμπέλια. Εκείνη την ημέρα πηγαίναμε στην εκκλησία, παίρναμε τον αγιασμό και πηγαίναμε στα αμπέλια. Όλα τα αμπέλια τα ραντίζαμε για να φύγει το κακό από πάνω τους και να βγάλουν καλό καρπό. Κάποιοι μερακλήδες έπαιρναν και όργανα, χόρευαν, τραγουδούσαν, έπιναν κρασιά, τσίπουρο.
Ε. Απόκριες
Τις Απόκριες ντυνόμασταν καρναβάλια, γεμάτος ήταν ο τόπος. Πηγαίναμε τρία τέσσερα άτομα μαζί από σπίτι σε σπίτι για να δούμε αν μας γνωρίζουν και γελούσαμε. Τις Απόκριες ήταν πολλοί που πηγαίναμε στα σπίτια και ήμασταν ομάδες, άλλα τα Χριστούγεννα ήμασταν όλοι μαζί.
Κωνσταντίνος Σκοδρομούδης
Στ. Κινητές εορτές
Σαρακοστή, Πάσχα, μετά το Πάσχα έως την Πεντηκοστή
Η νηστεία για το Πάσχα ήταν πολύ αυστηρή. Δεν τρώγαμε ούτε κρέας, ούτε ψάρια, ούτε γάλα, αυγά. Μεγάλη Παρασκευή ούτε λάδι δεν τρώγαμε.
Την Κυριακή των ΒαΪων πιο παλιά κάνανε τα κορίτσια τον Λάζαρο, δεν το πρόλαβα εγώ αυτό. Παλιά το έκαναν. Κάθε μέρα πηγαίναμε στην εκκλησία ως το Πάσχα.
Την Μεγάλη Πέμπτη κάναμε τσουρέκια, βάφαμε τα αυγά. Το βράδυ στολίζαμε τον επιτάφιο. Το Μεγάλο Σάββατο στις έντεκα το βράδυ κάναμε Ανάσταση. Το Πάσχα το πρωί ξανά πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά πηγαίναμε στο αλάνι για χορό. Μετά γυρνούσαμε σπίτι και τρώγαμε το Πασχαλιάτικο φαγητό, αρνάκι στο φούρνο.
Ζώη Μιτανούδη
Γ. Δημώδης ποίηση. Μουσική και χοροί
α. Δημοτικά τραγούδια
Είχαμε πολλά τραγούδια. Αυτό μας άρεσε πάρα πολύ, όταν ήμασταν στο τραπέζι το έλεγαν:
Τρώτι φίλοι μ’ κι πίνιτι
κι γω δα τραουδήσου
κι γω δα τραλουηδησου
Κι τι τραουδι να σας πω
να ‘ρέζει η λεβεντιά σας
να ‘ρέζει η λεβεντιά σας
Το έλεγαν κι ανατριχιάζαμε. Έχει τέτοια μουσική που σε σηκώνεται η τρίχα. Ύστερα ένα άλλο:
Άσπρα μου περιστέρια
από τον τόπο σου
μαύρα μου χελιδόνια
από την Αραπιά
Γύριζαν με σε ζναριάτικο (ζωναράδικο)
Που σαν βρε Στάνκη, που σαν βρε Στάνκη
στου Κάστρου ήμαν, στου Κάστρου ήμαν
στου Κάστρου ήμαν, ζνάρια υφαίνου
όλου μουκαΪντένια, όλου μουκαΪντένια