Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Χαιρετισμοί, προπόσεις, ευχές και αποτροπές, κατάρες, όρκοι, βλασφημίες, ύβρεις και υβριστικά σχήματα:

Χαιρετισμοί: Καλώς ήρθατε, καλημέρα, καλησπέρα, καλό βράδυ, καληνύχτα, στο καλό να πάτε, καλό δρόμο, όλα κατ’ ευχήν, εις το επανιδείν.

Προπόσεις: ‘Γειά’ μας, εις υγείαν, καλή υγεία!

Ευχές: Χρόνια πολλά και πάντα και τον χρόνο, Άιντε κι όπου χρόνου, να ζείτε, σιδερένιος, και εις ανώτερα.

Αποτροπές: Άλλο κακό να μη σε βρει, μη χειρότερα.

 

Πνευματικός Βίος

Α. Θρησκεία (λαΪκή πίστη και λατρεία)

Οι Ορεστιαδίτες, αλλά και οι Θράκες γενικότερα, ήταν βαθιά θρησκευόμενοι και πολύ πιστοί. Κάθε Κυριακή και στις μεγάλες γιορτές εκκλησιάζονταν όλοι και μάλιστα από τον Όρθρο. Ενθάρρυναν πολύ και τα παιδιά να αγαπήσουν τον Χριστό και την εκκλησία και τηρούσαν με μεγάλη επιμέλεια τις νηστείες τόσο του Πάσχα και των Χριστουγέννων όσο κα της εβδομάδας. Αγαπούσαν πολύ την Παναγία, την οποία είχαν μητέρα τους και προσέτρεχαν σε αυτήν, άλλα και τους Αγίους, τους οποίους τιμούσα με μεγάλη ευλάβεια. 

Προστάτες Άγιοι της Ορεστιάδας είναι οι Άγιοι Θεόδωροι, η μνήμη των οποίων γιορτάζεται το Σάββατο της Α’ εβδομάδας της Σαρακοστής του Πάσχα. Κάθε χρόνο την ημέρα αυτή γίνεται πανηγυρική αρχιερατική Θεία Λειτουργία, με λιτανεία της εικόνας και λαμπρό εορτασμό. Μια από τις πιο γνωστές παλιές εικόνες που υπάρχουν στην Ορεστιάδα είναι η Παναγία η Ανδριανουπολίτισσα, στην οποία πολύς κόσμος έκανε τάματα και εναποθέτει τις ελπίδες του. Τιμούσαν πολύ λοιπόν τους Αγίους και ιδιαίτερα τους έφιππους Αγίους (Αγ. Γεώργιος, Αγ. Δημήτριος, Αγ. Θεόδωροι κ.α.) λόγω του βασιλιά Ρίσσου της Θράκης που απεικονιζόταν έφιππος. 

Περί δαιμόνων δεν υπήρχαν ιδιαίτερες δεισιδαιμονίες, ωστόσο πολλά έθιμα ήταν αποτρεπτικά του κακού (π.χ. την Καθαρά Δευτέρα με την αρχή της Σαρακοστής, έβγαζαν όλα τα σκεύη της κουζίνας, τις κατσαρόλες, τα τηγάνια κ.λπ. και τα έπλεναν καλά για να φύγουν τα κακά πνεύματα. Πίστευαν επίσης στο κακό μάτι, δηλαδή αν κάποιος είχε, κακή πρόθεση ή ήταν υπερβολικός στις εκδηλώσεις χαράς, πίστευαν ότι το μάτι πιάνει. Είχαν επίσης και κάποια έθιμα αποτρεπτικά του Χάρου, όπως το να καρφώνουν το πάτωμα ένα καρφί όταν κάποιος πέθαινε (στα περίχωρα της Ορεστιάδας κυρίως). 

Βέρα Μαυρίδου

Β. Έθιμα του λαΪκού εορτολογίου

Α) Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα: πολύ χαρακτηριστικό έθιμο της περιόδου αυτής είναι το έθιμο της Βαρβάρας, που γίνεται κάθε χρόνο στις 4 Δεκεμβρίου της Αγίας Βαρβάρας. Συνήθιζαν να λένε ότι << η Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Σάββας σαβανώνει και ο Νικόλας παραχώνεται. Εννοούσαν με αυτό ότι μπαίνει το κρύο και έρχονται τα χιόνια. Η Αγία Βαρβάρα που θεωρούνταν η προστάτιδα της χήρας γυναίκας, των ορφανών παιδιών και κυρίως του Πυροβολικού. 

Το έθιμο της Βαρβάρας είναι αρχαιότατο Θρακικό έθιμο που σώζεται μέχρι σήμερα και σε μεγάλη μάλιστα έκταση. Η Βαρβάρα είναι σιταρόσουπα που φτιάχνουν οι νοικοκυρές και περιλαμβάνει βρασμένο και ξεφλουδισμένο σιτάρι στουμπισμένο σουσάμι, ζάχαρη, σταφίδα, καρύδια, κανέλα, λίγο καλαμπόκι, ρεβύθια, φασόλια και ξηρά σύκα. Στην αρχαιότητα, αυτό το έθιμο ήταν προς τιμήν της Θράκισσας θεάς Εκάλης. Στη συνέχεια όμως εκχριστιανίστηκε και άρχισε να γίνεται στη μνήμη της Αγίας Βαρβάρας.

(Αθανασία Ασπρογέρακα)

Β) Το δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-6 Ιανουαρίου):  Την παραμονή Χριστουγέννων υπήρχε το έθιμο των <<εννιά νηστίσιμων φαγητών>>. Ήταν ένα ιδιαίτερο τραπέζι, στο οποίο ήταν όλα τα μέλη της οικογένειας παρόντα. Τα φαγητά ήταν εννιά στον αριθμό, γιατί συμβόλιζαν τους εννιά μήνες της κυήσεως της Παναγίας, αλλά και την ευχή για επάρκεια αγαθών, καθώς και την αναμονή μεγάλης συγκομιδής της προηγούμενης σοδειάς. 

Πριν η οικογένεια καθίσει στο τραπέζι, η νοικοκυρά θυμιάτιζε όλο το εσωτερικό του σπιτιού και ο νοικοκύρης ή ο νεότερος άντρας περιέρχονταν τους εξωτερικούς χώρους και θυμιάτιζε τα ζωντανά, τα μηχανήματα και τα εργαλεία. 

Τα φαγητά ήταν όλα νηστίσιμα και αποτελούνταν συνήθως από φασολάδα, τουρσί, χαλβά, ελιές, πράσινη σαλάτα, πιπεριές τουρσί, μελιτζανοσαλάτα, καρπούζι και σταφύλια διατηρημένη από την παραγωγή τους το καλοκαίρι, κρασί, κρεμμύδι και το Χριστόψωμο, άρτος που τον στόλιζαν με διάφορα στολίδια από ζυμάρι. Ο νοικοκύρης έκανε το σταυρό του, έλεγε μια ευχή και ξεκινούσε το φαγητό. Έπαιρνε το Χριστόψωμο, το έσπαζε σε κομμάτια και το μοίραζε σε όλους. Το μεγαλύτερο κομμάτι το έπαιρνε πάντα το νεότερο μέλος της οικογένειας.

Όταν τελείωνε το φαγητό, η νοικοκυρά σήκωνε το τραπέζι και άφηνε μόνο το τραπεζομάντηλο με το Χριστόψωμο που περίσσευε. Δίπλωνε το ψωμί με το τραπεζομάντηλο και το κρατούσε διπλωμένο δυνατά στη μέση του τραπεζίου. Οι συγγενείς με το μικρό δαχτυλάκι του ενός χεριού πίεζαν, όσο δυνατά μπορούσαν, το τραπεζομάντηλο με το ψωμί επάνω στο τραπέζι, ώστε η νοικοκυρά να μην μπορεί να το σηκώσει το τραπεζομάντηλο και να το πάρει. Συνήθως η νοικοκυρά αποτυγχάνει και αυτό ήταν πολύ καλό για όλη την οικογένεια, γιατί συμβόλιζε την ομόνοια μεταξύ των μελών της για επιτυχίες.

(Αθανασία Ασπρογέρακα)

Την ίδια μέρα λέγονται και τα κάλαντα των Χριστουγέννων. 24 νέοι 18-22 ετών ντύνονταν με παραδοσιακές θρακιώτικες στολές και έψελναν σε όλη την πόλη τα κάλαντα με τη συνοδεία λαΪκών μουσικών οργάνων. Πρώτα πήγαιναν στο σπίτι του ιερέα, ο οποίος τους έδινε την ευλογία του, χρήματα και Χριστόψωμο. Μετά πήγαιναν στο σπίτι του δημάρχου και στη συνέχεια γύριζαν όλα τα σπίτια. Σε κάθε νοικοκυρά, αφού έψελναν τα κάλαντα και έπαιρναν το φιλοδώρημα, έλεγαν όλοι μαζί την ευχή:

Ευχή

Ήρθαμι στον αφέντη μας, τον πολυχρονεμένο μας έδουσι ένα φούρνο ψωμιά και άλλα τόσα φλουριά όσ’ άστρα π’ τον ουρανό κι φύλλα από τα δέντρα, τόσα, καλά να τ’ δωσ’ Θεός, ιδώ που τραγουδούμι. Χερ' να μην τον πονάει, πουδαρ’ να μην τον πονάει, κιφάλ΄να μην τον πονάει, καρδιά τ’ να μην τον πονάει. Πέτει παλληκάρια μ’ αμήν. 

Α... μην 

Πολλές φορές οι νοικοκύρηδες τους έπαιρναν και μέσα στο σπίτι, όπου έλεγαν κάλαντα και για τον νοικοκύρη, την νοικοκυρά, τον γιό, την κόρη, το παιδί (μαθητή), ανάλογα με τα πρόσωπα της οικογένειας. Τότε ο νοικοκύρης κερνούσε τα παλληκάρια ούζο, κρασί και γλυκά. 

(Βέρα Μαυρίδου)

Την Πρωτοχρονιά γινόταν η κοπή της βασιλόπιτας, που ήταν τυρόπιτα και μέσα της έβαζαν το φλουρί, ένα ξυλάκι και ένα κομματάκι άχυρο. Την έκοβαν ανήμερα την Πρωτοχρονιά, το μεσημέρι μετά την εκκλησία και είχε χαρακτήρα τελετουργικό.

Η πίτα τοποθετούνταν στον σουφρά (χαμηλό στρογγυλό τραπέζι) και όλοι κάθονταν σε σκαμνάκια γύρω-γύρω. Ο πατέρας σταύρωνε την πίτα, την γυρνούσε τρεις φορές και μετά την τεμάχιζε. Το πρώτο κομμάτι ήταν για τον Χριστό, το δεύτερο για τον Άγιο Βασίλη και μετά για το κάθε μέλος της οικογένειας. Εκείνος όπου τύχαινε το ξυλάκι, ήταν ο υπεύθυνος για τα ξύλα της οικογένειας, ενώ αυτός που τύχαινε το άχυρο φρόντιζε για τα ζώα. Έπαιρνε δηλαδή ο καθένας μια αρμοδιότητα για το νέο έτος. Πριν την κοπή της πίτας επίσης ο πατέρας θύμιαζε όλο το σπίτι και τα μέλη. 

(Βέρα Μαυρίδου)

Την παραμονή των Θεοφανείων στους Ιερούς Ναούς της Ορεστιάδας γινόταν αγιασμός, από τον οποίο οι πιστοί έπαιρναν και τον διατηρούσαν στο σπίτι τους μέχρι τον επόμενο χρόνο, οπότε τον επέστρεφαν και τον έριχναν στο δοχείο αγιασμού της εκκλησίας. Ανήμερα των Θεοφανείων, μετά την Λειτουργία γινόταν ο Μέγας Αγιασμός από τον οποίο έπαιρναν όλοι και ράντιζαν το σπίτι, τον χώρο εργασίας τους, τα χωράφια, τα αμπέλια, τα ζωντανά, τα πηγάδια.

Μετά τον Μέγα Αγιασμό στον Ναό, ακολουθούσε η ρίψη του Σταυρού στο συντριβάνι του Δημοτικού Πάρκου της πόλης, όπου πολλά νέα παλληκάρια έπεφταν στο νερό να τον πιάσουν. Αυτός που τον έπιανε, έπαιρνε από τον Μητροπολίτη ένα χρυσό σταυρό για ευλογία. 

(Βέρα Μαυρίδου)

γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου: μεγάλη Θεομητορική εορτή αυτού του μήνα είναι η Υπαπαντή, στην οποία όλες οι γυναίκες που είχαν γεννήσει πήγαιναν από το πρωί στην εκκλησία με τα παιδάκια της (2 Φεβρουαρίου). Την ημέρα αυτή, κυρίως στα περίχωρα της Ορεστιάδας, έλεγαν: <<Σαράντα του Χριστού, μεγάλη γιορτή>>. Την επόμενη, του Αγίου Συμεών, οι έγκυες γυναίκες δεν έκαναν καμία εργασία για μην γίνει το παιδί <<σημαδιακό>>. Ακόμη, του Αγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου), θεωρούσαν ότι τελείωναν οι μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων γι’ αυτό έλεγαν: <<Είνι μιγάλη γιουρτή μαζών’ ούλες τις γιουρτές>>. 

(Αθανασία Ασπρογέρακα)

Δ)Απόκριες: χαρακτηριστικό έθιμο της περιόδου αυτής είναι ο <<Μπεής>>, έθιμο με σατυρικό χαρακτήρα και πολύ παλιό, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Είναι μια διακωμώδηση των Τούρκων κατοίκων και βοηθούσε τους εδώ ραγιάδες στον αγώνα για τη λευτεριά. Γινόταν κυρίως στα περίχωρα της Ορεστιάδας. 

Τον Μπέη υποδύονταν ένας πολύς Θράκας με επιβλητική και φανταχτερή στολή με αυταρχικό ύφος και συμπεριφορά. Κυκλοφορούσε πάνω σε ένα γαΪδούρι ή άλογο ή σε κάρο διασκευασμένο σε θρόνο. Ήταν ουσιαστικά κάτι σαν θεατρική παράσταση στην οποία, εκτός από τον Μπέη, συμμετείχαν και άλλοι ρόλοι, όπως ο Αξιωματικός, ο Εφοριακός, ο Γραμματικός , η Γιατρός-Νοσοκόμα-Μαμή, η έγκυος γυναίκα, ο Αρκουδιάρης με την αρκούδα, η τσιγγάνα χαρτορίχτρα και οι τσουχαντάρηδες, οι στρατιώτες του Μπέη. 

Το πρωί της μεγάλης Αποκριάς, όλο το ασκέρι συγκεντρώνονταν στο σπίτι του Μπέη. Μετά, πήγαιναν όλοι μαζί στη πλατεία, όπου γινόταν ειδικό προσκλητήριο και ο Αξιωματικό ανέφερε στον Μπέη τον σκοπό της εκστρατείας. Ο Μπέης τότε, απηύθυνε διάγγελμα και έδινε περίεργες ευχές στο στράτευμα και στον κόσμο. Ύστερα άρχιζαν επισκέψεις σε όλα τα σπίτια, όπου ο Μπέης έδινε τις ευχές του και οι νοικοκυραίοι του πρόσφεραν σιτάρι. Μετά τις επισκέψεις, το απόγευμα, η πομπή κατέληγε στη πλατεία, όπου ο Μπέης κατέβαινε από το θρόνο του και όργωνε μαζί με δύο αγόρια που τραβούσαν το αλέτρι και έδινε ευχές για καλή σοδειά. Ο Αξιωματικός ανέφερε το αποτέλεσμα της εκστρατείας, ο Εφοριακός συλλάμβανε όσους δεν πλήρωσαν, η Νοσοκόμα πρόσφερε πρώτες βοήθειες, η Μαμή ξεγεννούσε και οι Τσουχαντάρηδες χόρευαν μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Όταν τελείωνε το γλέντι ορίζονταν ο νέος Μπέης για την επόμενη χρονιά. 

(Αθανασία Ασπρογέρακα)

Ε) Κινητές εορτές:

Σαρακοστή του Πάσχα: την Καθαρά Δευτέρα, έβγαζαν έξω όλα τα μαγειρικά σκεύη και τα έπλεναν καλά για να φύγουν τα κακά πνεύματα. Επίσης οι γυναίκες κυρίως και τα κορίτσια, κρατούσαν τριήμερο, δηλαδή τις πρώτες 3 μέρες της Σαρακοστής δεν έτρωγαν, ούτε έπιναν τίποτα. 

Την Α’ Κυριακή των νηστειών, της Ορθοδοξίας, μετά τη Λειτουργία γινόταν η περιφορά των εικόνων γύρω από τον Ναό, προς τιμήν της αναστηλώσεως των εικόνων. Γινόταν πομπή, οπού όλοι οι εκκλησιαζόμενοι κρατούσαν εικόνες των Αγίων.

Την προηγούμενη, το Σάββατο της Α’ εβδομάδας, των Αγίων Θεοδώρων, πολιούχων της Ν. Ορεστιάδας γινόταν Πανηγυρική Αρχιερατική Θ. Λειτουργία με πομπή γινόταν από τον Ναό και λιτανεία της Ιεράς Εικόνας.

(Βέρα Μαυρίδου)

Την ίδια μέρα γινόταν το έθιμο της θρησκευτικής παλαίστρας. 6 ζευγάρια παλαιστών γυρνούσαν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, κρατώντας τον στολισμένο σταυρό με μεγάλα χρωματιστά μαντήλια. Ακολουθούσαν οι ζουρνάδες παίζοντας και τα νταούλια χτυπώντας τον ανάλογα σκοπό. Κατέληγαν στην κεντρική πλατεία της πόλης, όπου μέσα σε ατμόσφαιρα παθητική-ηρωική, ξεκινούσε η παλαίστρα. Οι παλαιστές φορούσαν δερμάτινη περισκελίδα (κισπέτι) για την προστασία των απόκρυφων και της μέσης και άλειφαν το σώμα τους με λάδι, ώστε τα χέρια να γλιστρούν και να μην δημιουργούνται τραυματισμοί. Για πολύ χρόνο τα ζευγάρια πάλευαν σαν λιοντάρια και όταν ο ένας κατόρθωνε κα ακουμπήσει την πλάτη του άλλου στο έδαφος, εκείνος ήταν ο νικητής της μάχης.

(Ελένη Λιάπη)

Την Γ’ Κυριακή των Νηστειών, της Σταυρπροσκυνήσεως πήγαιναν στην εκκλησία λουλούδια και τα απέθεταν πάνω στο Τίμιο Σταυρό, που ήταν τοποθετημένος σε μικρό τραπέζι. Ο Ιερέας διάβαζε τα λουλούδια και στο τέλος της Λειτουργίας τα μοίραζε στους πιστούς, οι οποίοι τα τοποθετούσαν στα εικονίσματά τους. 

Μεγάλη Εβδομάδα: το Σάββατο του Λαζάρου στα προάστια της Ορεστιάδας έκαναν λαζαράκια, που ήταν ψωμάκια ζυμωμένα σε σχήματα ανθρώπων, με 2 γαρύφαλλα στη θέση των ματιών. Επίσης, υπήρχε το έθιμο με τις Λαζαρίνες, που ήταν κορίτσια 10-15 ετών, ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές και τραγουδούσαν τα κάλαντα του Λαζάρου (Λαζαρικά):

Που΄ σουν Λάζαρε, που η φωνή σου

Όπου σε κλαίγαν οι αδερφοί σου;

Ήμουνα στη γη παραχωμένος,

και με τους νεκρούς ανταμωμένος.

Τα χεράκια μου σταυροδεμένα,

τα ποδάρια μου αγνατισμένα.

Τα ματάκια μου γιομάτα δάκρυ, 

και το στόμα μου πικρό φαρμάκι.

Κι ήρθεν ο Χριστός και ξύπνησε με 

κι απ’ το μνήμα μου εσήκωσε με.

Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια

ήρθε' η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.

Την Κυριακή των ΒαΪων: ο Ιερέας ευλογούσε τα βάια μετά την Λειτουργία, τα οποία μάζευαν 3 παλληκάρια την προηγούμενη μέρα και τα μοίραζε στους πιστούς, οι οποίοι τα τοποθετούσαν στα εικονίσματα τους και τα χρησιμοποιούσαν για το βάσκαμα. Επίσης, την ημέρα αυτή καταλύονταν η νηστεία και έτρωγαν ψάρι.

Την Μ. Δευτέρα και την Μ. Τρίτη, οι νοικοκυρές καθάριζαν, σφουγγάριζαν και ασβέστωναν τα σπίτια τους.

Την Μ. Τετάρτη γινόταν Ευχέλαιο στην εκκλησία και στα σπίτια. Οι νοικοκυρές έβαφαν 3 αυγά, πριν χτυπήσει η καμπάνα το απόγευμα και τα έβαζαν στο εικονοστάσι. Όταν έριχνε χαλάζι, έβαζαν έξω ένα από αυτά τα αυγά για να σταματήσει η χαλαζόπτωση. Επίσης παρασκεύαζαν και τα τσουρέκια.

Την Μ. Πέμπτη: έβαφαν τα αυγά, γι’ αυτό την έλεγαν και κόκκινη Πέμπτη. Για την αφή χρησιμοποιούσαν φιδολάπατα, μπογιά, καρυδόφυλλα και κρομμμυδόφυλλα. Την μπογιά δεν την πετούσαν, αλλά την κρατούσαν 40 μέρες. 

Την Μ. Παρασκευή: όλη μέρα η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα. Μετά την Αποκαθήλωση τα κορίτσια στόλιζαν τον Επιτάφιο με λουλούδια που έφερναν οι πιστοί να προσκυνήσουν τον Εσταυρωμένο. Οι γυναίκες κάθονταν δίπλα στο νεκρό σώμα του Χριστού και έλεγαν το μοιρολόι της Παναγίας:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι για να σταυρώσουν τον Χριστό, των πάντων βασιλεύει κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει στο περιβόλι, να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι. Η Παναγία Δέσποινα καθόταν μοναχή της, τας προσευχάς της έκανε για τον μονογενή της. 

Το βράδυ γινόταν η περιφορά του Επιταφίου στους κεντρικούς δρόμους της πόλης και όλοι με αναμμένο κερί ακολουθούσαν την πομπή, ενώ ο Ιερέας και οι ψάλτες έψελναν τα Εγκώμια.

Το Μ. Σάββατο πήγαιναν στα νεκροταφεία και άφηναν κόκκινα αυγά στους κεκοιμημένους και μετά έσφαζαν τα αρνιά και τα κατσίκια για να τα ετοιμάσουν για ψήσιμο. 

Αργά το βράδυ όταν χτυπούσε η καμπάνα, όλοι με τις λαμπάδες και τα κόκκινα αυγά πήγαιναν στην εκκλησία. Όταν ο Ιερέας έλεγε το <<Δεύτε λάβετε φως>> έσβηναν τα φώτα και όλοι έπαιρναν φως από το τρικέρι του Ιερέα. Ύστερα, έβγαιναν έξω όλοι μαζί στο προαύλιο του ναού και κατά τα μεσάνυχτα περίπου, ο Ιερέας έψελνε το <<Χριστός Ανέστης>>. Τότε η καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα, οι πιστοί τσούγκριζαν τα αυγά και αντάλλασσαν ευχές.

Όταν τελείωνε η Αναστάσιμη λειτουργία, έσβηναν το παλιό φως της καντήλας και την άναβαν με το Άγιο φως. Ακολουθούσε το χαρμόσυνο τραπέζι, που περιλάμβανε μαγειρίτσα, κόκκινα αυγά, κουλούρια και κρασί. 

(Ελένη Λιάπη)

Την Κυριακή του Πάσχα το μεσημέρι γινόταν στην εκκλησία η δεύτερη Ανάσταση και μετά ακολουθούσε πομπή στους κεντρικούς δρόμους της πόλης που κατέληγε στη πλατεία. Αφού γινόταν η Απόλυση πήγαιναν όλοι στα σπίτια τους και έτρωγαν το αρνί ή το κατσίκι ψημένο στα κάρβουνα. 

Την ημέρα της Πεντηκοστής πήγαιναν στην εκκλησία και είχαν μαζί τους καρυδόφυλλα και κερί. Ύστερα τα έπαιρναν στο σπίτι τους και τα έβαζαν στα σεντούκια για να μην τα φάει ο σκόρος . Πολλοί λένε ότι τα καρυδόφυλλα συμβόλιζαν το Άγιο Πνεύμα απ’ το σχήμα φύλλου με τις γλώσσες. 

(Αθανασία Ασπρογέρακα)

 

Στ) Ακίνητες γιορτές της άνοιξης: την 25η Μαρτίου γινόταν Λειτουργία και δοξολογία στους Ναούς της πόλης και μετά επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο. Ακολουθούσε μαθητική και στρατιωτική παρέλαση στην οδό Κωνσταντινουπόλεως. 

Του Αγίου Γεωργίου έσφαζαν και έκαναν κουρμπάνη. Οι νοικοκυρές έκαναν γιουβέτσι με κρέας, ρύζι, πράσινο κρεμμυδάκι και δυόσμο. Έβαφαν επίσης και αυγά. Την ημέρα αυτή γιορτάζει ο στρατός ξηράς. 

Την Πρωτομαγιά μάζευαν λουλούδια και στόλιζαν τα σπίτια. Έφτιαχναν επίσης στεφάνια για τα παιδιά και τα φορούσαν στο κεφάλι. Ακόμη, έβγαιναν στην εξοχή και έλεγαν ανοιξιάτικα τραγούδια.

 

Ζ) Γιορτές του καλοκαιριού: Την Μεταμόρφωση (6 Αυγούστου) γινόταν Λειτουργία, όπου οι γυναίκες πήγαιναν σταφύλια, τα οποία ευλογούσε ο Ιερέας και τα μοίραζε στους πιστούς. 

Της κοίμησης της Θεοτόκου (15 Αυγούστου) γινόταν μεγάλη πανήγυρη στον Ι. Κ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το βράδυ οι μητέρες με τα παιδιά τους κοιμούνταν μέσα στο Ναό. 

Στις 29 Αυγούστου είναι η Αποτομή της Κεφαλής του Προδρόμου. Ήταν μεγάλη νηστεία και δεν έκοβαν με μαχαίρι ούτε ψωμί, ούτε καρπούζι. 

 

Η) Γιορτές του Φθινοπώρου: Την ύψωση του Τίμου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) ήταν άλαδη νηστεία. Πήγαιναν στην εκκλησία βασιλικό, τον ευλογούσε ο Ιερέας και τον μοίραζε στον κόσμο. 

Του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) γινόταν Λειτουργία και στη πλατεία χορός. Τότε άρχιζαν τα προξενιά και οι αρραβώνες.

Την Ταξιαχρών ή του ΆΊ Στρατή (8 Νοεμβρίου) έσφαζαν κοτόπουλο και έκαναν κουρμπάνι. Τους τιμούσαν γιατί γιάτρευαν κυρίως την επιληψία.

Του Αγίου Μηνά (11 Νοεμβρίου) πήγαιναν στην εκκλησία και πίστευαν ότι αν ανάψει κάποιος κερί στον Άγιο, ό,τι χάνει το βρίσκει. 

(Ελένη Λιάπη)

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
3233
Έτος καταγραφής
2018-19
Επώνυμο
Λιάπης
Όνομα
Χρήστος
Εικόνες