Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΉΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

ΤΜΉΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ

ΛΙΓΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

ΕΤΟΣ: 2015-2016

ΣΥΛΛΟΓΉ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΤΟΠΟΣ: ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

ΚΑΘΗΓΗΤΉΣ: ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΉΛ

2019-2020

 

Β.Ένδυμα,υπόδεση,κόμμωση και καλλωπισμός

Ανδρική ενδυμασία

ΓΕΝΙΚΑ:

Ζίπκα: ενδεχομένως σύνθετη λέξη από την ξενική ζιπ( παντελόνι) και την ελληνική κα(κάτω). Το φορούν κυρίως οι ένοπλοι για ελευθερία της κίνησης.

Το ύφασμα της ζίπκας είναι τσόχα ή κασμίρ σε διάφορα χρώματα: μαύρο για τους ενόπλους, μπλε σκούρο ή μπλε ραφ για τους νέους, γκρι για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, καφέ σκούρο, καφέ καμηλό, δαμασκηνί και κυπαρίσσι. Εσωτερικά είναι επενδυμένη με κάμποτο σε σκούρο χρώμα, στη μέση είναι φαρδύ και σχηματίζει πολλές πτυχές και πιέτες πίσω και μπροστά, τα σκέλη μέχρι και τον αστράγαλο ήταν στενά δεξιά και αριστερά στο ύψος του παλτουριού ( μηρός) είχε τσέπες, ήταν απλικαρισμένη με κορδόνι σε διάφορα χρώματα γύρω από τις τσέπες έως κάτω από τον αστράγαλο.

 

Γιλέκ: Γιλέκο σε τσόχα ή κασμίρ ύφασμα μονόχρωμο, αλλά και βαμβακομέταξο ριγωτό. Το μήκος του ξεκινούσε από τον ώμο έως τη λεκάνη και ήταν κεντημένο με κορδόνι σε διάφορα χρώματα. Είχε δύο τσέπες, δεξιά και αριστερά κάτω από το στήθος. Έκλεινε από τα δεξιά προς τα αριστερά. Το γιλέκο ήταν σε σταυροκουμπωτό ή μονοκούμπωτο σχέδιο. Τα κουμπιά ήταν μεταλλικά, υφασμάτινα η γαϊτάνι.

 

Καμίς: Υποκάμισο σε μπεζ ή άσπρο κύριος χρώμα αλλά και σε ριγα και πτι-καρό, σε διάφορες αποχρώσεις με όρθιο ή κλασσικό γιακά, μανίκια σε ίσια γραμμή η μανσέτα με δύο κουμπιά και άνοιγμα εμπρός μέχρι το στήθος και πέντε κουμπιά.

 

Πασλούκ: Λέξη τουρκική, που σημαίνει «κεφαλοδέσιμο». Με μήκος 1,50μ. έως και 2μ., με τις ταινίες του δεξιά και αριστερά και φάρδος 0,30μ. Η κορυφή του σχημάτιζε μύτη και πάνω ήταν ένα ή στο κλεμία με πισκούλια ( κορδόνια με φούντες). Το έδεναν γύρω από το κεφάλι. Συναντάμε διάφορα είδη δεσίματος.

 

Καραβόνα: Ανδρικό παντελόνι πολύ φαρδύ στη μέση και τα γόνατα. Από τα γόνατα μέχρι τον αστράγαλο στένευε και κολλούσε στις γάμπες, το δένανε εσωτερικά με κορδόνια. Σχημάτιζε πολλές πτυχές πίσω και εμπρός. Τη μέση της συγκρατούσε κορδόνι εσωτερικά περασμένο στο ύφασμα. Ήταν αφοδράριστη. Η καραβόνα ήταν από τσόχα ή κασμίρ σε διάφορα χρώματα- κύριος καφέ, μαύρο και μωβ. Σαν ολοκληρωμένη ενδυμασία συνοδευόταν από τα καμίς, γιλέκ,ταραπουλούζ(ζωνάρι), φεζ(καπέλο) και το αντρικό μακρυγούνι, που το φορούσαν οι προεστοί στα αστικά κέντρα και προϋπήρχε σαν φορεσιά από τη ζίπκα.

 

Σαλβάρι: Ανδρικό παντελόνι παρόμοιο με την καραβόνα. Η διαφορά ήταν στο ότι το σαλβάρι κατέληγε στο γόνατο, ήταν πολύ φαρδύ και σχημάτιζε πτυχές. Το συγκρατούσε στη μέση το καϊς ( λεπτή η φαρδιά δερμάτινη ζώνη).

 

Ποτούρι: Καθημερινό ένδυμα παρόμοιο με το σαλβάρι και την καραβόνα. Το πάνω μέρος σχημάτιζε τρεις πιέτες από τα αριστερά και άλλες τρεις από τα δεξιά. Μπροστά είχε άνοιγμα, το λεγόμενο «τσιλτιφίρ» και κάτω στένευε μέχρι τον αστράγαλο. Στα δύο πλαϊνά των αστραγάλων εσωτερικά ή εξωτερικά είχε σχισμές 10εκ. για να μπαίνει εύκολα το πόδι. Το ποτούρι γινόταν από βαμβακερό ύφασμα η λινάτσα σε σκουρόχρωμες αποχρώσεις.

Πανωφόρια

 

Μακρυγούνι: Επίσημο ένδυμα που ξεκινάει από την εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Υψηλής Πύλης και φτάνει μέχρι τις αρχές του 1900. Το φορούσαν οι προεστοί.

Μακρυγούνια ανδρικά συναντάμε σε διάφορα σχέδια, χρώματα και υφάσματα. Έχουμε δύο παραλλαγές: στη μία παραλλαγή ήταν ραμμένο από μαύρη ή γκρι ευρωπαϊκή τσόχα σε ίσια γραμμή και σε δύο μήκη το ένα μήκος ξεκινούσε από τους ώμους και κατέληγε στους αστραγάλους και το άλλο τελείωνε στα γόνατα. Εσωτερικά και εξωτερικά ήταν επενδυμένο με γούνα Ρωσίας. Στην άλλη παραλλαγή ήταν  ραμμένο από βελούδο ή δαμάσκο ή βελούδο μπροκάρ σε βυσσινί ή σκούρο κυπαρισσί χρώμα σε γραμμή «Α». Το ύψος ξεκινούσε από τους ώμους και κατέληγε στους αστραγάλους ή λίγο πιο πάνω. Εσωτερικά και εξωτερικά, αλλά και στο γιακά και στα μανίκια, ήταν επενδυμένο με γούνα «τσιντσιλά» .

 

Καφτάν: Πανωφόρι που φορούσαν μόνο οι προεστοί. Το μάκρος ξεκινούσε από το λαιμό και φτάνει στα γόνατα. Το ύφασμα του ήταν από μπροκάρ μεταξωτό. Το χρώμα του ήταν συνήθως βυσσινί, κεραμίδι σκούρο ή βαθύ σκούρο πράσινο. Κουμπώνει με κουμπιά χρυσοποίκιλτα ή μεταλλικά, από δεξιά προς τα αριστερά και από το λαιμό μέχρι τη μέση. Τα μανίκια σχημάτιζαν πτυχές, ραμμένα σε μανσέτα στενή στον καρπό. Τόσο ο γιακάς όσο και οι μανσέτες ήταν κεντημένα με χρυσό κορδόνι. Είχε κοινά στοιχεία με το βυζαντινό μανδύα και το τσαρικό σακάκι.

 

Ανδρική ζιπούνα ή αμπάς ή αντερίν: Ανδρικό σακάκι που αποτελούσε με το γιλέκο και την ζίπκα την ανδρική φορεσιά. Το ύψος ξεκινούσε από τους ώμους και κατέληγε στους γοφούς. Την κατασκεύαζαν από τσόχινο ή κασμιρένιο ύφασμα σε διάφορα χρώματα. Επάνω είχε στενό γιακά και κούμπωνε μπροστά σταυρωτά, δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα. Τα μανίκια ήταν μακριά και στις άκρες σχιστά. Μερικά ήταν επενδυμένα με γυαλιστερό ύφασμα σε διαφορετική απόχρωση από το υπόλοιπο ρούχο. Στους ώμους και στους αγκώνες ήταν ραμμένο διπλό ύφασμα που στο τελείωμα του είχε κεντημένο κορδόνι. Ανδρική ζιπούνα συναντάμε σε διάφορα σχέδια σε όλο τον Πόντο.

 

Τσόχα: Κατασκευασμένη από μάλλινο ύφασμα, φοδραρισμένη ή αφοδράριστη. Την αντρική τσόχα την συναντάμε σε τρία διαφορετικά μήκη. Στην μία περίπτωση το ύψος ξεκινάει από τους ώμους, καταλήγει στη μέση και κουμπώνει μπροστά. Στη δεύτερη περίπτωση το ύψος ξεκινάει από τους ώμους και καταλήγει στους γοφούς και στην τρίτη περίπτωση το ύψος ξεκινάει από τους ώμους, καταλήγει στο μπούτι και κουμπώνει μπροστά. Έχει τσέπες δεξιά και αριστερά και μερικές φορές την συναντούμε με γιακά μονόπετο.

 

Ζωνάρια

Κουσάκ: Λέξη τουρκική. Είδος ζωναριού που το κατασκεύαζαν από μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα. Το φορούσαν κυρίως οι άντρες με την καθημερινή τους φορεσιά σε διάφορα χρώματα ή ριγωτό σε διάφορα χρώματα του σαφράν και της παπαρούνας. Το μήκος του ήταν 3,5μ. ή 4 μέτρα και το φάρδος του 30 εκατοστά. Στις δύο άκρες του υπήρχαν κλεμία.

 

Ταραπουλούζ: Μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανση του έβαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό. Τα χρώματα του ήταν έντονα ζωηρά, με κυρίαρχα το βυσσινί, το πράσινο, την ωχρά. Το μήκος του έφτανε τα 8 μέτρα και το φάρδος του τα 40 εκατοστά. Συνήθως όμως έννωναν με γαϊτάνι τρία κομμάτια των 40εκ. και έβγαζαν ένα φάρδος 1,20μ. Στις άκρες έφτιαχναν  φούντες με κρόσσι από το ίδιο ύφασμα περίπου 20εκ. στην κάθε πλευρά. Πήρε το όνομά του από την Τρίπολη του Λιβάνου και ενδεχομένως και από την Τρίπολη της Λιβύης, από όπου και το έκαναν εισαγωγή. Το ταραπουλούζ το δίπλωναν και το τύλιγαν οι άντρες πολλές φορές στη μέση. Το σχέδιο τελειωμένο σχημάτισε ντραπέ(πλισέ).

 

Καΐς: Είδος δερμάτινης ζώνης. Την φορούσαν για να συγκρατούν τα παντελόνια (καραβόνα,σαλβάρ,ποτούρ). Το μήκος του ήταν 1μ. ή 1,5μ. και το φάρδος του 3,5 ή 7 εκ. Στο ένα άκρο υπήρχε μεταλλική πόρπη.

 

 Σελάχιν ή σελαχλίκ ή σελαχρούκ: Δερμάτινο ζωνάρι που έμπαινε πάνω από το ταραπουλούζ. Ήταν ειδικά φτιαγμένο για να τοποθετούν οι άντρες την «κάμα» (σπαλάκι), το καπνοσάκουλο και διάφορα προσωπικά αντικείμενα. Έπιανε την κοιλιακή χώρα από την μία άκρη στην άλλη. Τη μία μεριά ήταν στενό και στην άλλη φαρδύ καμπυλωτό. Πίσω το συγκρατούσαν δερμάτινα κορδόνια. Ήταν φτιαγμένο από τρεις σειρές ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα στο οποίο έδιναν διάφορους τόνους, από καφέ ανοιχτό έως καφέ σκούρο και μαύρο.

 

Κοσμήματα

Κολπιός, εγκόλπιο: Παραλληλόγραμμο κόσμημα διπλής όψεως από μαλακό επάργυρο ή ασήμι. Ήταν σκαλισμένο στο χέρι. Στη μία πλευρά απεικονιζόταν ο Άγιος Γεώργιος και στην άλλη μία οποιαδήποτε ψυχεδέλεια- συνήθως κλαδί αμπέλου. Επάνω είχε συρταράκι τίμιο ξύλο από τους Αγίους Τόπους (χατζηλίκι) ή μπαρούτι. Στις δύο άκρες έδενε αλυσίδα ασημένια, που είχε σχήμα «8». Το φορούσαν οι άντρες σταυρωτά από το μέρος της καρδιάς. 

 

Φυλαχτόν ή τάμα: Τριγωνικό κόσμημα διπλής όψεως από μαλακό επάργυρο ή ασημί. Η μία πλευρά ήταν χαραγμένη με διαφορά ψυχεδελικά σχέδια. Επάνω είχε συρταράκι που ανοιγόκλεινε. Στο εσωτερικό του τοποθετούσαν τίμιο ξύλο. Στις δύο άκρες έδενε αλυσίδα «αρζαντό». Το φορούσαν οι άντρες στο στήθος και μερικές φορές και οι γυναίκες.

 

Ώρα και κιοστέκ: Ρολόι με μακριά αλυσίδα ( φίδι) από ασήμι ή χρυσό, μήκους  2μ. Το φορούσαν οι άντρες αλλά και οι γυναίκες. Την αλυσίδα τη συγκρατούσε ο αλεπός, τριγωνικό αξεσουάρ που ρύθμιζε το ύψος της. Το κιοστέκ και την ώρα οι άντρες τα έριχναν στη δεξιά τσέπη του γιλέκου τους.

 

Κεντήλ: Οβάλ αξεσουάρ το οποίο φορούσαν οι άντρες στο δεξί μπράτσο. Το φορούσαν πάνω από την αντρική ζιπούνα (σακάκι). Το κεντήλ ήταν υφασμάτινα κεντημένο με χρυσό κορδόνι ή πλεγμένο χρυσό σύρμα.

 

Καλύμματα κεφαλής

Κεφαλοδέσιμο ή πασλούκ ( λέξη τουρκική): Το πασλούκ αποτελούσε κομμάτι της ανδρικής ενδυμασίας. Ήταν κατασκευασμένο από τσόχινο ή κασμιρένιο ύφασμα. Το μήκος του ήταν 1,5μ. και το φάρδος 30εκ. Οι ταινίες του δεξιά και αριστερά στο τελείωμα τους κυμάτιζαν καμπύλες. Στο εσωτερικό του ντουπλάριζαν ύφασμα «ατλάζι» τα γυαλιστερά χρώματα. Η κορυφή του σχημάτιζε μύτη και πάνω έραβαν ένα ή δύο πισκούλια (κορδόνια με φούντες). Το ύφασμα περιμετρικά ήταν κεντημένο με κορδόνι. Το έδεναν μία ή δύο φορές γύρω από το κεφάλι. Συναντούμε διάφορα σχέδια δεσίματος.

 

Γυναικεία ενδυμασία

ΓΕΝΙΚΑ:

Η γυναικεία ποντιακή φορεσιά είχε στοιχεία από το Βυζαντινό κοστούμι. Το χαρακτηριστικό της ένδυμα ήταν η « ζιπούνα» ή «ζαπούνα». Καθιερώθηκε σαν ορολογία για ολόκληρη τη φορεσιά. Στον Δυτικό Πόντο η ζιπούνα λεγόταν εντερίν ή αντερί. Την συναντούμε διαφοροποιημένη λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, αλλά και της κοινωνικής θέσης κάθε γυναίκας. Επίσης η ηλικία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση της υφασματολογία και της χρωματολογίας.

 

Ζιπούνα: Μακρύ μανικωτό φόρεμα χωρίς ραφή στους ώμους. Η βάση του ήταν ένα κομμάτι μήκους 3μ. και φάρδους 50εκ.(τα υφάσματα εκείνη την εποχή ήταν μονόφαρδα, 50-80εκ.). Το δίπλωναν στη μέση και έδιναν μία ψαλίδια 6εκ. οριζόντια και 8εκ. κάθετα για λαιμόκοψη. Από τους ώμους κάθετα προς το στήθος έδιναν άνοιγμα 25εκ. Στα τέσσερα πλαϊνά ένωναν κομμάτια υφάσματος 11 ύψος, 3εκ επάνω και 10εκ. κάτω. Τα κομμάτια ξεκινούσαν από τη μέση και κατέληγαν στους αστραγάλους με αποτέλεσμα το φόρεμα να σχηματίζει γραμμή «Α». Επιπλέον έκαναν άλλα δύο κομμάτια μπροστά που ξεκινούσαν από το άνοιγμα του στήθους και κατέληγαν στον καρπό. Κάτω από τη μασχάλη ένωναν τρίγωνα υφάσματος που ένωναν τα μανίκια με το κυρίως φόρεμα. Αυτά έδιναν αέρα στην κίνηση των χεριών. Τα μανίκια κάτω είχαν ανοίγματα 10εκ. το καθένα. Μπροστά η ζιπούνα έκλεινε με κουμπιά. Με κουμπιά έκλειναν και τα μανίκια, όχι όμως σε όλες τις ζιπούνες. Συναντούμε ζιπούνες χωρίς κουμπιά, με βαθύ άνοιγμα στο στήθος και ανοίγματα στα πλαϊνά. Το φόρεμα περιμετρικά ήταν κεντημένο με σοτάζ και κορδόνι  σε χρυσή ή υφαντική κλωστή. Το εσωτερικό ήταν επενδυμένο με ύφασμα από βαμβακερό καμπότο, σε άσπρο κυρίως χρώμα. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν: μεταξωτό μπροκάρ ( ύφασμα που μέσα σχηματίζεται λουλούδι από το ίδιο το υφάδι του), μεταξωτό ταφτά ( μονόχρωμο ύφασμα), ταφτά σανσάν ( το ύφασμα που κάνει διάφορα χρώματα), ταφτά μουκρέ ( το ύφασμα που κάνει διάφορα νερά), σουά σοβάρ (άγριο μετάξυ «κρουστό»), δαμάσκο μπροκάρ, βελούδο Γερμανίας, ριγωτά βαμβακομέταξα υφάσματα με χρυσή κλωστή, ριγωτά υφαντά (βαμβάκι-μαλλί). Το πιο διαδεδομένο ριγωτό ήταν το «κοτνί», το οποίο συναντούμε όχι μόνο στον Πόντο αλλά και στην υπόλοιπη Μ. Ασία.

 

Σαλβάρ: φαρδιά βράκα που αποτελείται από τέσσερα κομμάτια, το δεξί και το αριστερό σκέλος και το καβάλο εμπρός και πίσω. Το ύφασμα του κάθε σκέλους είχε φάρδος 80εκ. και του καβάλου 70εκ. Τα τέσσερα αυτά κομμάτια τα ένωναν, και σαν αποτέλεσμα έβγαζαν μία πολύ φαρδιά βράκα που είχε ύψος 1,30μ. Στη μέση περνούσαν κορδόνι και έτσι το ρούχο σχημάτιζε πολλές πτυχές. Το σαλβάρι το έδεναν στα γόνατα και το υπόλοιπο του υφάσματος έπεφτε στη μέση της γάμπας. Το φάρδος του ήταν τέτοιο που εξυπηρετούσε ως φουρό παλιάς εποχής για να στέκεται όμορφα η ζιπούνα. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν το «αλτάζι» ( είδος μεταξιού) και το «ρεγιόν»  (τεχνητή μέταξα). Στη λαϊκή φορεσιά τα σαλβάρια τα κατασκεύαζαν από βαμβακερά υφάσματα, από λινάρι ή κάνναβη (φυτικές ίνες). Το εσωτερικό ήταν επενδυμένο με κάμποτο ή χασέ.

 

Καμίς: Υποκάμισο που συνόδευε στην επίσημη ενδυμασία. Για το καμίς χρησιμοποιούσαν μεταξωτό κουκούλι, χασέ και δαντέλα. Το μεταξωτό το έβαζαν σε εμφανή σημεία ( μανίκια και στήθος) και το χασέ σε κρυφά σημεία ( πλάτη και πάνω μέρος χεριών). Τη δαντέλα τη χρησιμοποιούσαν στα τελειώματα του ρούχου ( μανίκι και γιακά).

 

Σπαρέλ ή σπολέρ: Πήρε το όνομά του από το ρήμα ασφαλίζω -ασπα-λίζω, δηλαδή κλείνω-δένω γύρω από το σώμα ή από τη λέξη σπάλα, τα πλαϊνά του θώρακα. Το σπαρέλ ή σπαλέρ ήταν κομμάτια υφάσματος 45 ή 50εκ. φάρδος και 50 ή 60εκ. ύψος. Επάνω το ύφασμα σχημάτιζε ημικύκλιο για να εφάπτεται με τον λαιμό. Περιμετρικά του λαιμού κεντούσαν κορδόνι σε διάφορα σχέδια, με φάρδος 5εκ. Το σπαρέλ έδενε στο λαιμό και τη σπάλα με κορδέλες, τα «δέματα» όπως τα ονόμαζαν. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν διαφορά, ριγωτα ή μονόχρωμα, μεταξωτά ή βελούδα και ήταν ντουμπλαρισμένα με χασέ. Το φορούσαν οι γυναίκες, συνήθως στον ορεινό όγκο του Πόντου, μέσα από τη ζιπούνα.

 

Μεσοφούστανο: Μονοκόμματο ύφασμα 4-5μ περίπου, το οποίο έκλεινε με μία ραφή πίσω. Επάνω έμπαινε λάστιχο ή κορδόνι με αποτέλεσμα να σχηματίζει πτυχές. Είχε ύψος 85εκ. Το φορούσαν οι γυναίκες για φούστα. Το συναντάμε κυρίως στην περιοχή της Τόνιας και του Καρς, στην περιοχή της Ματσούκας, όπως και στην περιοχή του δυτικού Πόντου. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν βαμβαοφανέλα μονόχρωμη, βαμβακομεταξι ριγωτό ύφασμα και κασμιροφανέλα. Το μεσοφούστανο ήταν συνήθως αφοδράριστο.

 

Καμισόλα: Υποκάμισο φαρδύ στον κορμό και τα μανίκια, με ή χωρίς ραφή στους ώμους. Το ύψος ήταν 75εκ. και το φάρδος της περιμετρικά 1,20μ. Μπροστά είχε άνοιγμα μέχρι το στήθος. Δεξιά και αριστερά του λαιμού σχηματίζονταν δύο γιακάδες σε οβάλ σχέδιο. Τα μανίκια διπλωμένα είχαν φάρδος η κάθε πλευρά 25εκ. από το ύψος του ώμου μέχρι τον καρπό. Η καμισόλα σχημάτιζε σφικοφωλιά ( λάστιχο ραμμένο) στη μέση και στους καρπούς των χεριών. Την κατασκεύαζαν από τσεβρόλ ύφασμα, λινάτσα ή βαμβακοφανέλα,σε μονόχρωμες συνήθως αποχρώσεις. Η καμισόλα ως ένδυμα συνόδευε το μέσο φουστάνο στις περιοχές Καρς-Τόνια και στον δυτικό Πόντο.

 

Πανωφόρια

Μακργούνι: Επίσημο ένδυμα που εξυπηρετούσε ως παλτό. Πανωφόρι αστικών περιοχών. Ήταν ραμμένο σε γραμμή «Α» στον κορμό, και τα μανίκια ήταν χωρίς κουμπιά. Το μάκρος του ξεκινούσε από το λαιμό και κατέληγε στους αστραγάλους. Το ύφασμα ήταν μάλλινο ( τσόχα η κασμίρ) σε διάφορα χρώματα, κυρίως βυσσινί, καφέ, μπλε και μαύρο. Η επένδυση του ήταν εσωτερικά από γούνα αρκούδας για να προφυλάσσει από το κρύο. Εξωτερικά για λόγους προστασίας από το κρύο αλλά και για λόγους καλαισθησίας χρησιμοποιούσαν γούνα αλεπούς, κάθετα στα δύο ανοίγματα εμπρός. Το φορούσα σε όλη τη Μ. Ασία από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε διάφορες παραλλαγές.

 

Κοντογούνι: Πανωφόρι από βελούδινο ύφασμα. Το συναντάμε σε δύο μήκη. Το ένα μήκος ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στη μέση και το άλλο μήκος ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στους γοφούς. Σε αντίθεση με το μακρυγούνι η ραμμένος σε ίσια γραμμή στον κορμό και στα μανίκια. Χρησιμοποιούσαν βελούδο Γερμανίας σε χρώματα κυρίως δαμασκηνί, μπλε, μαύρο και κυπαρίσσι. Ήταν ανοιχτό μπροστά, χωρίς κουμπιά και τα τελειώματα στα μανίκια και τη μέση ήταν κεντημένα με χρυσό κορδόνι. Εσωτερικά ήταν επενδυμένο από ύφασμα ατλάζι ( είδος μεταξιού) ή από κάμποτο. Εξωτερικά γύρω από το λαιμό στόλιζαν το κοντογούνι με γούνα αλεπούς.

 

Κατιφέ: Βελούδινο ζακέτο. Η λέξη κατιφέ είναι γαλλική και σημαίνει βελούδο. Έτσι υιοθετήθηκε και στον Πόντο. Το μάκρος του ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στη μέση. Χρησιμοποιούσαν βελούδο Γερμανίας ή Γαλλία σε χρώμα δαμασκηνί, κυπαρίσσι, μαύρο και μπλε. Ήταν κεντημένο στο λαιμό, στη μέση, στο στήθος και τα μανίκια, με χρυσό συρμάτινο κορδόνι. Το κέντημα έχει φάρδος 5εκ. Κάτω από τη μασχάλη υπήρχε σχέδιο κεντημένο το οποίο ονόμαζαν καντίλ ή κεντίλ επειδή σχημάτιζε καντήλα. Το κατιφέ σχεδίαζα και κεντούσαν ειδική <<τερζίδες>> ( ράφτες). Ήταν απαραιτήτως στη νυφική ενδυμασία αλλά και στην ενδυμασία νεαρών κοριτσιών.

 

Τσόχα: Πανωφόρι καθημερινής χρήσης. Υπήρχε η γυναικεία και η ανδρική. Η τσόχα συνήθως ήταν χωρίς επένδυση, και την κατασκεύαζαν από χοντρό μαλλί ύφασμα- κυρίως σκουρόχρωμο. Η γυναικεία τσόχα υπήρχε σε δύο τύπους. Στην πρώτη περίπτωση το μάκρος ξεκινούσε από το λαιμό και κατέληγε στους γοφούς, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το μάκρος έφτανε στη μέση της γάμπας. Κούμπωνε στο πλάι και επάνω  υπήρχε ένας μικρός όρθιος γιάκας.

 

Σαλταμάρκα ή πόλκα ή κοντές: Ορολογίες που συναντούμε σε διάφορες περιοχές του Πόντου. Κοντό πανωφόρι που ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στη μέση. Στη μία περίπτωση ήταν ραμμένο σε ίσια γραμμή στα μανίκια και στη μέση. Το ύφασμα του ήταν από τσόχα η κασμίρ σε διάφορα χρώματα ( καφέ, πράσινο, μαύρο, μπλε) και ήταν ανοιχτό μπροστά με ή χωρίς γιακά. Το εσωτερικό του ήταν επενδυμένο με ριγωτό ή μονόχρωμο ύφασμα από κάνναβη και είχε εσωτερικές τσέπες δεξιά και αριστερά. Περιμετρικά ήταν κεντημένο με δύο σειρές κορδόνι. Στην άλλη περίπτωση τα ραμμένο σε ίσια γραμμή στη μέση αλλά τα μανίκια του σχημάτισαν μανσέτες κούμπωναν με κομψές από ύφασμα ριγωτό σε διάφορα χρώματα, μετάξι κρουστό. Μπροστά είχε κουμπιά φτιαγμένα με γαϊτάνι. Στα τελειώματα του γιακά και των μανικιών είχε κεντημένο κορδόνι.

 

Σαλ: Ήταν το σάλι που έβαζαν στους ώμους οι γυναίκες. Το κατασκεύαζαν οι ίδιες από μαλλί κατσίκας. Το συναντούμε σε τρίγωνο ή τετράγωνο σχήμα, το οποίο δίπλωναν στη μέση. Στις άκρες υπήρχαν μικρά πισκούλια( φούντες).

 

Αιπατέ: Παλτό καθημερινής χρήσης. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό καπιτονέ ( γαζιά κάθετα και οριζόντια) σε διάφορους χρωματισμούς. Ραμμένη σε ίσια γραμμή με μακριά μανίκια, ανοιχτή μπροστά, με στενό γιακά χωρίς κουμπιά.

 

Ζώναρια

Λαχόρ ή λαχόρι: Τετράπλευρο υφαντό στον αργαλειό. Ζωνάρι το οποίο έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους πάνω από τη ζιπούνα. Το σχέδιο του σχημάτιζε κάθετες ρίγες 2-3εκ. Η μία ρίγα  είχε περίπου 8εκ. απόσταση από την άλλη και σε αυτό το πλαίσιο σχημάτιζε ψεχεδελικά ημικύκλια τα «λαχούρια». Τα χρώματα του ήταν έντονα, ζωηρά βαμμένα με φυτικές βαφές του σαφράν, της παπαρούνας και του κάστανου. Τα βασικά χρώματα ήταν το πορτοκαλοκόκκινο, το κίτρινο της ωχράς, το μπλε σκούρο, το πράσινο ανοιχτό και το μπεζ. Κάθετα στις δύο άκρες υπήρχαν κλέμια ( κρόσια), 10εκ. η κάθε πλευρά. Πάνω στο λαχόρι οριζόντια της κάθε κάθετης πλευράς έραβα τα «δέματα», κορδέλες φάρδους 1,5εκ. Το κάθε «δέμα» είχε μήκος 1,50μ. και στις δύο άκρες του υπήρχαν πισκούλια ( φούντες). Με τα «δέματα» στερέωναν το λαχόρι επάνω στο σώμα. Το λαχόρι είχε φάρδος 1μ. και μήκος 1,1μ. Το όνομά του το πήρε από την πόλη Λαχόρη του Πακιστάν.

 

Κοκνέτσα: Τετράπλευρο ζωνάρι το οποίο έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους. Ήταν παρόμοιο με το λαχόρι. Το ύφαιναν από «ταγμένο» μαλλί ( πολύ άγριο) και βαμβάκι σε πολύ έντονους χρωματισμούς. Σχημάτιζε ριγές 2-3εκ. οι οποίες είχαν απόσταση 5εκ. μεταξύ τους. Το πλαίσιο των 5εκ. σχηματίζονταν ρόμβοι. Το φάρδος της ήταν περίπου 95εκ. εως 1μ., το μήκος της 1,20μ. και τα κρόσια 15εκ. Την «κοκνέτσα» την φορούσαν συνήθως οι γυναίκες στα χωριά πάνω από τη ζιπούνα ή μεσοφούστανο. Πάνω από την «κοκνέτσα» έδεναν τη «φότα» .

 

Ταραπουλούζ: Γυναικείο μεταξωτό ζωνάρι το οποίο συνδύασαν οι γυναίκες με το επίσημο ένδυμα. Στην ύφανση του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ρίγες που είχαν σαν αποτέλεσμα να σχηματίζουν καρό. Τα χρώματα που ήταν έντονα ζωηρά τις αποχρώσεις του κίτρινου της ώχρας, το κεραμίδι, του πράσινου, του μπλε και του μπεζ. Το μήκος του ήταν 1,20- 1,40μ. και το φάρδος του 33εκ. Στις δύο άκρες του σχημάτιζε κλεμία με πισκούλια μικρά. Τα κλεμία είχαν μήκος 15εκ. Συνήθως ένωναν με γαϊτάνι τρία κομμάτια των 33εκ. και τα έβγαζα φάρδος περίπου 1μ. Το ταραπουλούζ το έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους πάνω από τη ζιπούνα, επειδή όμως ήταν πιο φαρδύ από τα άλλα ζωνάρια, στο δέσιμο του σχημάτιζε ντραπέ. Το όνομά του το πήρε από την Τρίπολη του Λιβάνου ή ενδεχομένως από την Τρίπολη της Λιβύης.

 

Φοτά ή πεσταμπάλ ή εμπρόστεα: Είδος ποδιάς που φορούσαν οι γυναίκες πάνω από το λαχόρι. «Φοτά» υπήρχε μεταξωτή και υφαντή. Το φάρδος της ήταν 1,20μ. και το ύψος της 85εκ. Σχημάτισε κάθετες ρίγες και η κάθετη ρίγα είχε φάρδος 79εκ. Ήταν δίχρωμη. Ο πιο διαδεδομένος συνδυασμός ήταν το βυσσινί με το κίτρινο το βυζαντινό. Στην υφαντή φοτά τα κυρίαρχα χρώματα ήταν το μαύρο με το καφέ. Υπάρχουν όμως πάρα πολλές παραλλαγές χρωμάτων: μωβ- πράσινο, κόκκινο– άσπρο, μωβ- μαύρο, πράσινο- πορτοκάλι και μπλε- κόκκινο. Στις αστικές περιοχές «φοτά» φορούσαν οι κυρίες άνω των 40 ετών, ενώ στα ορεινά «φοτά» φορούσαν ακόμη και οι νεαρές κοπέλες. Στην περιοχή της Ματσούκας τη «φοτά» την έδεναν στο πλάι.

Η «εμπροστέα» ήταν ποδιά οικιακής χρήσης. Τι φορούσαν οι γυναίκες στην καθημερινή τους εργασία στο σπίτι ή έξω. Το φάρδος της ήταν 1,20μ. και το μήκος της 85εκ. Ήταν φτιαγμένη από μονόχρωμο ύφασμα σκούρου ή ανοιχτού χρώματος. Το ύφασμα της συγκεκριμένης ήταν από χάσε ή λινάτσα.

 

Πεσταμπάλ ή εμπροστέα από τσόχα: Συμπλήρωνε το κοστούμι της Σάντας  και το κοστούμι της Τόνιας. Στη Σάντα φορούσαν πάνω από το πανωφόρι που κατασκευαζόταν και αυτό από τσόχα. Ήταν σε βυσσινί σκούρο, κόκκινο ή καφέ χρώμα. Είχε μήκος 85εκ. και φάρδος 53εκ. Περιμετρικά έχει κεντημένο δύο σειρές κορδόνι. Τη τσόχινη ποδιά έδεναν με «δέματα» (κορδέλες) που στις άκρες τους κρέμονταν κλεμία. Η ποδιά της Τόνιας ήταν κυρίως φτιαγμένη από μαύρη τσόχα σε μήκος 85εκ. και φάρδος 1,20μ. Την έδεναν πίσω επανωτιστά (η μία πλευρά έμπαινε πάνω στην άλλη) με δέματα. Η επιφάνεια της ήταν κεντημένη με πορφυρους και κίτρινος σταυρούς. Περιμετρικά ήταν πλεγμένη με γαϊτάνι.

 

Κοσμήματα

Γκιορντάν, γιορτάνι: Αρμαθιά με φλουριά κωνσταντινάτα σε τρεις ή τέσσερις σειρές. Τα  φλουριά ήταν περασμένα σε αλυσίδες ή κεντημένα σε ύφασμα και τα φορούσαν ημικυκλικά στο λαιμό ή τριγωνικά στο στήθος.

 

Πεντόλιρα: Τα χάριζα οι πεθερές τις νύφες την ημέρα του γάμου. Η αξία τους ήταν πέντε φορές μεγαλύτερη από την αξία της τουρκικής λίρας. Τα φορούσαν στο λαιμό ένα ή δύο μαζί με διπλή αλυσίδα «κοχλίδ».

 

Καρδίτσας: Έτσι ονόμαζαν τα σκουλαρίκια ή τα μενταγιόν που είχαν σχήμα καρδιάς. Στο κέντρο υπήρχε πέτρα σε διάφορα χρώματα, συνήθως βυσσινί, άσπρη ή γαλάζια. Ήταν φτιαγμένα από χρυσό 24 καρατίων και τα φορούσαν νεαρά κορίτσια.

 

Πέρλες και μαργαριτάρια: Υπήρχαν σε διάφορα μεγέθη και μήκη. Τα περνούσαν τρεις ή τέσσερις φορές στο λαιμό.

 

Κοχλίδ: Χρυσή ή ασημένια αλυσίδα την οποία τύλιγαν πολλές φορές γύρω από το λαιμό. Έφτανε μέχρι την κοιλιά. Οι σπόνδυλοι είχαν το σχήμα σαλιγκαριού, για αυτό την ονόματα κοχλίδ.

 

Χασίρ ή χασιρί: Χειροποίητο κόσμημα σε βυζαντινή γραμμή για το λαιμό και το χέρι. Κατασκευαζόταν από σύρμα χρυσό ή ασημένιο. Κούμπωνε με συρταράκι. Στη μια άκρη είχε αγκράφα στην οποία οι γυναίκες χάραζαν το μονόγραμμα τους.

 

Περιλαίμια: Τα κατασκεύαζαν από ασήμι και υπήρχαν σε διάφορα σχέδια.

 

Σαμσάδες ή σεπσέδες: Ονόματα νυφικά κωνσταντινάτα φλουριά τα οποία κρεμούσαν σε αλυσίδες. Στην περιοχή του δυτικού Πόντου σαμσάδες ή σεπσέδες έπλεκαν στις πλεξούδες τους.

 

Καλύμματα Κεφαλής

Τεπελίκ, τεπελίκι(κορυφή) ή τάπλα(δίσκος): Τουρκικές λέξεις. Δισκοειδές καπελάκι που κοσμούσε το γυναικείο κεφάλι. Πήρε το όνομά του από τη λέξη «τεπέ» που σημαίνει κορυφή. Το κατασκεύαζαν εσωτερικά από σκληρό χαρτί ( χαρτόνι) και εξωτερικά από τσόχα, σκληρό κάμποτο ή βελούδο. Η περίμετρος του ήταν 10εκ.. Ημικυκλικά περνούσαν χαρτί χοντρό ενός εκατοστού και πάνω σε αυτό έραβαν μία ή δύο σειρές φλουριά κωνσταντινάτα. Το πάνω μέρος το κάλυπταν με μέταλλο σφυρήλατο σε διάφορα σχέδια ή σύρμα φτιαγμένο στο χέρι. Στις δύο μεριές, δεξιά και αριστερά, έραβαν κορδέλες τις οποίες έδεναν πίσω στο κεφάλι. Το τεπελίκ το συναντούμε σε όλες τις περιοχές του Πόντου να συνοδεύει τη ζιπούνα. Τεπελίκια φορούσαν και οι γυναίκες στην Αρμενία, την Καππαδοκία και τη Μ. Ασία. 

 

Κουρσίν: Η λέξη είναι τούρκικη. Κουρσίν ονόμαζαν το χρυσό κορδόνι, με αποτέλεσμα να ονομάζεται κουρσίν ολόκληρη η τάπλα.

 

Καμαρά ή καμάρα: Το νυφικό πέπλο και όλα τα στολίδια μαζί με τα κοσμήματα που το συνόδευαν.

 

Λετσέκ: Μαντήλι τετράγωνο που το δείχνουν στη μέση και το φορούσαν οι γυναίκες μέσης ηλικίας στο κεφάλι. Το λετσέκ ένα 1,20x 1,20μ. Ήταν σκουρόχρωμο και στο εσωτερικό σχημάτιζε διάφορα σχέδια από το ίδιο το υφάδι του σε έντονα χρώματα. Περιμετρικά ήταν πλεγμένο γαϊτάνι ή δαντέλα χειροποίητη. Υπήρχαν μαντήλια κεντημένα. Τα υφάσματα ήταν ταγμένη λινάτσα ( πυκνή) ή καμβάς ( γάζα). Το λετσέκ το φορούσαν τριγωνικά στο κεφάλι πάνω από το τεπελίκι ή χωρίς αυτό. Το άφηναν λυτό και οι δύο άκρες έπεφταν στους ώμους. Στην περιοχή της Ματσούκας το φορούσαν δεμένο. Η δεξιά άκρη του περνούσε στην αριστερή μεριά του λαιμού και η αριστερή άκρη του στη δεξιά μεριά του λαιμού. Σταύρωνε κάτω από το πηγούνι και έδενε πίσω στο κάτω μέρος του κεφαλιού.

 

Τσίτι ή κατζοδέτρα: Τετράγωνο μαντήλι καθημερινής χρήσης που το φορούσαν οι κοπέλες και οι γυναίκες του ορεινού Πόντου. Οι διαστάσεις ήταν 1x1, ή 80x80εκ. Το ύφασμα ήταν τσελβόλ, λινό, βισκόζη ή γάζα. Συνήθως τα συγκεκριμένα μαντήλια ήταν μονόχρωμα, σκούρα αλλά και ανοιχτής απόχρωσης. Στην περιοχή της Τόνιας ήταν άσπρα και μαύρα. Στη Σάντα το χρώμα ήταν το μαύρο, με λουλούδια σε έντονους χρωματισμούς. Στη Νικόπολη ήταν το σκούρο μπλε, τα σκούρο καφέ και το μαύρο. Τον δυτικό Πόντο ( Σαφράμπολη, Πάφρα και Σινώπη) συναντούμε μαντήλια σε άσπρο, σε μπεζ και σε κόκκινο χρώμα. Το δέσιμο στην περιοχή της Ματσούκας κάλυπτε το πηγούνι αλλά το μέτωπο ήταν ανοιχτό. Στη Σάντα οι δύο άκρες σταύρωναν κατευθείαν πίσω στο λαιμό, περνούσαν από το ύψος των κροτάφων πλάι στην κορυφή της κεφαλής. Στη Νικόπολη αλλά και σε άλλα χωριά της Ματσούκας το μαντήλι κάλυπτε το μέτωπο και το πιγούνι και έδενε πίσω στο λαιμό. Το δυτικό Πόντο τα κεντημένα μαντήλια τα άφηνα λυτά, με τις άκρες να πέφτουν στους ώμους. Τα μονόχρωμα και σταμπωτά τα έδεναν μπροστά, στο λαιμό, κάτω από το πηγούνι.

 

Η Ποντιακή ενδυμασία στον Άγιο Ανδρέα

 

Η ποντιακή ενδυμασία αναμφισβήτητα αποτελεί ένα κομμάτι της πολιτιστικής παράδοσης. Ο Πόντος γεωγραφικά καταλαμβάνει μία μεγάλη έκταση στην περιοχή της Μικράς Ασίας, κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία και διαφοροποίηση της ενδυμασίας από περιοχή σε περιοχή. Το ποντιακό κοστούμι έχει πολλές ομοιότητες με το κοστούμι της Καππαδοκίας, της Αρμενίας, του Καυκάσου και του Ικονίου. Είναι μία φυσιολογική εξέλιξη αφού για πολλούς αιώνες οι λαοί συνυπήρχαν μεταξύ τους, συνεπώς ο ένας δανείστηκε στοιχεία από τον άλλον, όχι μόνο στην ενδυμασία αλλά και στη γλώσσα, η μουσική, τη νοοτροπία (ήθη και έθιμα, διατροφικές συνήθειες).

 

Σαφώς, αποτελεί γεγονός το ότι μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, οι άνθρωποι  που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο έφεραν μαζί τους και τον υλικό τους πολιτισμό μαζί με τις παραδόσεις και τις συνήθειές τους. Είναι επίσης γεγονός το ότι με την πάροδο του χρόνου διάφορα στοιχεία της ποντιακής κουλτούρας άρχισαν να εμφανίζονται με μικρότερη συχνότητα, ανάμεσά τους και η ποντιακή ενδυμασία. Λογικό επακόλουθο ήταν η σταδιακή αντικατάσταση της  τουλάχιστον όσον αφορά την καθημερινή ζωή) και η χρήση  και η χρήση της πλέον ως ¨φορεσιά’’ σε επίσημες εκδηλώσεις δημοσίου ενδιαφέροντος.

 

Τα λόγια του κ. Ηλία Μηλιάδη: «...... ενδυμασία ιδιαίτερη για τους άνδρες δεν υπήρχε. Όσον αφορά τις γυναίκες οι περισσότερες φορούσαν το τσεμπέρ, μαντήλα, λετσέκ. Συνήθως ήτανε άσπρο για τις νέες, μαύρο για τις χήρες- πένθος.» Αναφορικά με τα υποδήματα: «.... παπούτσια φορούσαμε ό,τι έβγαζε η γειτονιά και τσαρούχια στην κατοχή. Δεν υπήρχαν αγορές. Τα καλύτερα τσαρούχια γίνονταν όταν σφάζανε κανένα βόδι, ιδίως το πάνω δέρμα που είναι το σκληρότερο, συνήθως τα τσαρούχια ήταν από δέρμα χοιρινού, το οποίο το καλοκαίρι με τη ζέστη γινόταν ιδιαίτερα δύσοσμα. Πάντως το καλοκαίρι οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν ξυπόλητοι και γι’ αυτό έπρεπε να προσέχουν για να μην πατήσουν αγκάθι παλουριάς (παλίουρος) ή αχλάδια, τα οποία ήταν επώδυνα. Όλα τα υπόλοιπα δε θεωρούνταν τόσο ενοχλητικά λόγω της σκληραγώγηση στον πελμάτων…»

 

Σήμερα η «ποντιακή φορεσιά» αναβιώνεται το χωριό του Αγίου Ανδρέα μέσα από τον μουσικό- χορευτικό σύλλογο του χωριού με τις εκδηλώσεις του οποίου οι νέοι μυούνται στην πολιτιστική κληρονομιά

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Αρ. χειρογράφου
3303
Έτος καταγραφής
2019-20
Επώνυμο
Λίγνος
Όνομα
Άγγελος