Τελετουργίες από ΘΑΣΟΥ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Μετά την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου, που άνοιγε το τριώδιο άρχιζαν
στο Λιμένα τα καρναβάλια, παρέες παρέες οι γυναίκες κυρίως ντύνονται με
διάφορα απλά ρούχα με τρόπο που να μην αναγνωρίζονται.
Σε κάθε σπίτι που πηγαίνουν έστηναν χορό, τραγουδούσαν , έκαναν φασαρία ,
πείραζαν τους σπιτικούς. Στο τέλος αφού κουράζονταν από όλα αυτά αποκάλυπταν
τα πρόσωπα τους και η νοικοκυρά του σπιτιού τους κερνούσε γλυκά του κουταλιού,
ξηρούς καρπούς αλλά και διάφορες παραδοσιακές πίτες, όπως γαλατόπιτα. Όλα
αυτά γινόταν κάθε μέρα μέχρι την Καθαρά Δευτέρα. Το βράδυ μάλιστα της
αποκριάς μαζεύονταν σε σπίτι και γλεντούσαν παρέες.
Την Κυριακή της Τυροφαγού τίναζαν τα τουλούμια. Τα έθιμα με τους
μεταμφιεσμένους έχουν κρατήσει κατα τον ίδιο χρόνο μόνο παιδιά ως 12 χρονών .
Τα τραγούδια που ακούγονται είναι ''Τα αυλάκια'', '' Γιάννηκας'', ''Αχ δασκάλα μου''.
Την Καθαρά Δευτέρα γίνονταν τα τελευταία μασκαρέματα. Αφού τελείωναν με τις
δουλειές τους έβγαιναν στους δρόμους για να δούν τα τελευταία γλέντια στις
γειτονιές με την λατέρνα καθώς και να τραγουδήσουν.Το ψυχοσάββατο επικρατεί η
άποψη ότι οι ψυχές με το τριώδιο έβγαιναν έξω, κυκλοφορούσαν γύρω μας και
χάνονταν ξανά του Αγίου Πνεύματος.
Των Αγίων Θεοδώρων πήγαιναν οι γυναίκες κόλλυβα στην εκκλησία, τα οποία
έφτιαχναν με τον ίδιο τρόπο όπως τα ψυχοσσάβατα, τα διάβαζε ο παπάς και μετά τα
μοίραζαν κυρίως στα νεαρά κορίτσια που ήταν ανυπαντρα. Εδώ υπάρχει πίστη στην
ονειρομαντεία, γιατί πίστευαν ότι με τα κόλλυβα των Αγίων Θεοδώρων στο
μαξιλάρι τους . Οι κοπέλες λοιπόν έβαζαν τα κόλλυβα κάτω από το μαξιλάρι τους
επι 3νύχτες και έλεγαν πριν κοιμηθούν αυτό το ποιηματάκι.
''Άγιε Θεόδωρε καλε, άγιε και θαυματουργέ εσύ που τα βουνά γυρνάς και τις νύχτες
συναντάς , αν δείς και την δική μου , να την διπλο χαιρετάς. Αν κάθεται να σηκωθεί
και αν στέκεται να μαραίνει . Και όποιο είναι το τυχερό μου να έρθει απόψε στο
όνειρο μου.
Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά έβγαιναν με ένα καλαθάκι μικρό στα κάλαντα.
Πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά σπίτια και μη και έλεγαν τα κάλαντα και έδιναν
χρήματα και αβγά. Τα λόγια που έλεγαν ήταν :
Ηρθε ο Λάζαρος , ηρθάν τα βάγια , ήρθε και ο γιός της Παναγιάς .
''Αν αφέντη μου Λάζαρος εχάθει''
''Που είναι το μνήμα του και έλα δειξε με τον και με τα κεριά ανέστησε τον''
''Αναστήθηκε και απο του Άδη και φωνητικά Χριστός σημάδι
Δω μου κυρά το αβγό απο την φωλιά σου και αν δε με το δώσεις , δεν φεύγω από
κοντά σου.''
Την παραμονή του Κληδωνά μια κοπέλα ελεύθερη έβαζε σε ένα τσουκάλι νερό, από
τρείς βρύσεις χωρίς να βγάλει ζέλη. Τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας ή της γειτονιάς
έβαζαν μέσα διάφορα αντικείμενα, ένα ότι ήθελε ο καθένας .Μετά σκέπαζαν το
τσουκάλι με ένα κόκκινο μαντήλι ή πανί, το κλείδωναν με κλειδαριά και έβαζαν
πάνω του λουλούδι του Αϊ Γιάννη τον κλήδονα, που ήταν χρυσάνθεμα. Την άλλη
μέρα το απόγευμα ( απο τον Εσπερινό) , ένα μοναχοπαίδι αγόρι ή κορίτσι
ξεκλήδωνε τον κήδονα, έβγαζε την αλυσίδα και με το κόκκινο πανί του έδεναν τα
μάτια. Πριν το ανοίξει έλεγαν :
Ανοίξατε τον κλήδονα να βγεί η χαριτωμένη
να βγεί η κόρη απο τον όντα
σαν νύφη στολισμένη''
Καβανόζη Βασιλική 65 ετών