Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΠΑΛΑΙΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

ΕΘΙΜΑ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Δω γιορτάζουμε τις 15 Αυγούστου, επειδή γιορτάζει η εκκλησιά μας της Παναγιάς, κι
έχουμε πανηγύρι, κάνουμε και πανηγύρι. Εκείνα τα χρόνια γινόταν καλύτερη
πανήγυρη, ερχότανε, είχε καφενεία περισσότερα, και στα καφενεία ερχότανε
όργανα, είχανε όργανα, έφερναν όλοι οι καφετζήδες, και γινόταν ωραία γλέντια. Και
πολύς κόσμος πωλούσαν και διάφορα πράγματα, και το’ να και τ’ άλλο. Γινόταν
καλά πανηγύρια. Τρείς μέρες κρατούσε το πανηγύρ’ , τώρα όμως δεν γίνετ΄έτσι,
τώρα έγιναν όλα ψησταριές και έρχεται ο κόσμος έτσι, δίχως όργανα, δεν ακούς
ούτε ένα τραγουδάκι, δεν ακούς τίποτα. Έρχονται, τρώνε και φεύγουνε, και γι΄αυτό
δεν έρχεται ο κόσμος πολύ. Πάνε εκεί που έχει όργανα, σε άλλα χωριά. Παλιά-
παλιά, γινότανε καρναβάλια, διάφορα, και είχε και πιο πού κόσμο βέβαια, αλλά
γινότανε πολλά και ωραία καρναβάλια, και γεντούσε ο κόσμος μέρες, γλεντούσε και
στα καφενεία και μουτζουρώνονταν, βάφονταν, κάνανε, και γλεντούσανε
μερόνυχτα. Τώρα αυτά τα κατεργήσανε. Μόνο κάτι παιδάκια που γίνονται
καρναβάλια, και κάτι κουδούνες που χτυπούν...Τώρα αυτά τα κατεργήσανε στο
χωριό. Ναι, ναι, ναι...Γυρνούσανε απο σπίτι σε σπίτι, και γλυκά και αυτά...τα έθιμα
όλα γινότανε. Τώρα το χωριό λιγόστεψε, και απο 500 άτομα, μείναμε 80. Γι’αυτό και
δεν γίνεται και τίποτα. Οι πιο πολλοί είν’ οι γέροι, ηλικιωμένοι. Λίγοι είν΄οι νέοι,
γι’αυτό και δεν γίνεται και τίποτα. Ποιός θα τα κάνει τώρα, οι γέρ’ σαν εμένα; ...
Ε για το Πάσχα, το Πάσχα κάνουν, έρχονται, και από τις πόλεις έρχονται, κάνουν,
και ψήνουν το Πάσχα. Ψήνουνε κατσίκια, αυτά, έξω, παρέες-παρέες... και από τις
πόλεις έρχονται, δηλαδή, αυτοί που φύγανε απ’ τα χωριά, έρχονται και ψήνουν το
Πάσχα, και γλεντάνε....
Ε παλιά...για παλιά μιλάς; Από παλιά, το Πάσχα γλεντούσαν, πάλι καλά, όμως, πιο
καλά από σήμερα. Δεν είχε, βέβαια, τα φαγώσημα αυτά που έχει τώρα, αλλά
χορεύαμε δύο-τρεις μέρες στα καφενεία, μαζβώμασταν οικογενειακώς, παίρναμε
τα κορίτσια, τς’ αδερφές μας, τις ξαδέρφες και... τα πικάπ, με τα πικάπ. Ύστερα
βγήκαν τα άλλα...πως τα λένε... Έριχνες το μια δραχμή, κι έβγαινε ο δίσκος, και
βγήκαν, μετά, εκείνα πρώτα, με τα γραμμόφωνα, ύστερα βγήκανε τα πικάπ, ύστερα
βγήκανε τα «τζουκ μποξ», αυτά, και γλεντούσαμε καλά. Χορεύαμε πολύ χορό, και
πιοτό, τώρα τίποτα, δεν ακούς τίποτα τώρα. Τα κατέργησαν όλα αυτά, τίποτα,
ερημικά, δεν ακούς τίποτα. Τώρα κοιτάζουν το φαϊ μονάχα, τίποτα, ούτε χορό ούτε
τραγούδι ακούς. Όλη τη νύχτα πίναμε, και τραγουδούσαμε, και γλεντούσαμε, και
παρ’ όλη την φτώχεια που είχαμε, γλέντια πηγαίναμε και με τρεις δραχμές, και με
πέντε, στο καφενείο, να πιούμε, δύο-τρία ούζα, πίναμε πέντ’-έξι ούζα, και τα άλλα
τα γράφαμε, τα μισά τα γράφαμε. «Άντε γράφτα καφετζή, κι αύριο πάλ’ έχει ο
θεός». Κι αυτά γινότανε, αλλά γλεντούσαμε τότες. Τώρα δεν κάνουν τίποτα, πάνε σε
μια καφετέρεια, κλείνονται εκεί, πίνουν τον καφέ, αρχίζουν τα «τάμπα-τούμπα»,
ζαλίζονται και φεύγουν.

Ναι, είχαμε, είχαμε, και οργανοπαίχτες...βιολιά, ακορντεόν, αυτά, τα παλιά, δεν
είχε όμως μικρόφωνα και τέτοια τότες, αγνά πράγματα, δηλαδή παίζαμε,
τραγουδούσαμε, κάναμε, έτσι, ναι, γλεντούσαμε, ωραία, καθαρά...
Τα Θεοφάνια, ε...τα Θεοφάνια, εμείς εδώ, στο χωριό μας, την Παλιά Καβάλα, που
δεν το’ χω πεί ακόμα το χωριό, το λέω τώρα, είχαμε ένα έθιμο, γυρνούσαμε τον
σταυρό...τον γυρνούσαμε τον σταυρό, τον παίρναμε από την εκκλησιά, από την
επιτροπή, και τον γυρνούσαμε στα σπίτια, μετά τον Αγιασμό. Και ήμασταν πολλά
παιδιά, παληκάρια, και βγάζαμε δημοπρασία. Εμείς δίναμε, ας πούμε, και διακόσιες
δραχμές. Τότε οι διακόσιες δραχμές πίανανε. Έ, άλλος έδινε διακόσιες δέκα, άλλος
παραπάνω...όποιος έδινε τα περισσότερα, όποια παρέα, όποιο γκρούπ έδινε τα
περισσότερα, αυτοί παίρναν τον σταυρό και τον γυρνούσανε στα σπίτια. Και ό,τι
μαζεύανε, το δίνανε στην εκκλησία, στην επιτροπή, κι αυτοί μας δίνανε, καμιά
φορά, δεν βγάζαμε όσα δίναμε απ’ την τσέπη μας, καμιά φορά δεν μαζεύαμε τόσα,
γιατί και ο κόσμος δεν είχε λεφτά. Βάζανε από μία δραχμή, σπάνια να βάζανε και
πέντε, πιάναν τα λεφτά τότες. Τότες με μια δραχμή έπινες το ούζο και τον μεζέ.
Τώρα άμα δείς μια δραχμή στον δρόμο, δεν σκύβεις να την πάρεις. Γιατί δεν αξίζει,
δεν έχει καμία αξία. Δεν παίρνεις ούτε μία καραμέλα. Ενώ τότες, με μία δραχμή,
έπαιρνες δέκα καραμέλες. Και μεγάλες κιόλας, ωραίες καραμέλες. Έπαιρνες και κάτι
πιπεριές μεγάλες, τότες, με μία δραχμή! Άλλα δεν είχε λεφτά τότες. Τώρα έχει άλλα
ο κόσμος, δεν γλεντάει όπως γλεντούσαμε κάποτες...Και μετά από αυτό, που
γυρνούσαμε τον σταυρό και τον παραδίναμε στην εκκλησιά, πηγαίναμε όπως
ήμασταν, γιατί μας κερνούσανε στα σπίτια που πηγαίναμε, άλλος ούζο, άλλος λικέρ,
ό,τι πιοτό είχανε, και μεθούσαμε, πηγαίναμε στο καφενείο, το στρώναμε εκεί πέρα
το γλέντι, και δύο-τρεις μέρες χορεύαμε. Ήταν ωραία τα χρόνια, φτωχά αλλά
ωραία...
(Ζαφείρης Τσολάκης)

Κέδρο κόβαμε τότε στο χωριό. Κόβαμε ένα κλαδί για τα Χριστούγεννα, το μπήγαμε
σε μια γλάστρα, σ’ ένα κουτί το βάζαμε έτσι μέσα, με χώμα, βάζαμε το κωτσάν’μέσα,
το κλαδί, κι από πάνω ήταν η πρασινάδα, και κόβαμε μπαμπακάκια-βαμβακάκια,
και το στολίζαμε, το κάναμε χιονάτο, άσπρο, κι είχαμε φωτογραφίες, και το
στολίζαμε με φωτογραφίες πάνω. Αυτό ήταν το δέντρο μας. Ε, αργότερα είχε και
μπαλόνια, έβαζες και μπαλόνια πάνω. Όταν καλαντούσαμε και δεν μας έδιναν
τίποτα, λέγαμε «Εσένα πρέπει, αφέντη μου, τρουβά και δεκανίκι, να σε τραβούνε τα
σκυλιά, και 15 λύκοι». Εκείνοι μας κυμηγούσαν, ύστερα. Και δεν μας δίνανε τίποτα,
και μας κυνηγούσαν κιόλας, ύστερα, γιατί τους λέγαμε αυτά τα κάλαντα. Και
νηστεύαμε, δεν τρώγαμε, σαράντα μέρες νηστεία. Κι ανήμερα, μόλις χτυπούσε, στις
5.00, η καμπάνα, σ’κωνόμασταν και πηγαίναμε στην εκκλησία για εκκλησιασμό. Και
μετά, το πρωί που χάραζε, σχολνούσε η εκκλησιά, κατά τις 7.00-7.30, και
μαζευόμασταν όλ’γύρω απ’το τραπέζ’ να φάμε. Τρώγαμε ματιές απ’ το γουρούν’,
τ’άντερα τ’τα χοντρά, δηλαδή, τα γεμίζαμε, γεμιστά τα τρώγαμε, με πληγούρι,
σ’κωτάκια και μυρωδικά.

Την Πρωτοχρονιά, εκείνη τη μέρα, σπάζαν ένα ρόδ μέσα στο σπίτι, για να’ χεις όλον
τον χρόνο όλα τα καλά του κόσμου, δηλαδή, όσα σπυριά έχει το ρόδι, τόσα καλά να
έχεις για όλη τη χρονιά.
Α, τι άλλο; ΄Αναβαν φωτιές και πηδούσανε, του Αϊ- Γιαννιού, σε κάθε μαχαλά,
ανάβανε φωτιά και πηδούσανε τα παιδιά , έτσι, έθιμο ήταν αυτό, έπρεπε να
ανάψεις φωτιά και να πηδήξεις του Αϊ-Γιαννιού.
Στα καρναβάλια, ντύνονταν η γιαγιά καρναβάλια στο χωριό. Ναι, γίνονταν
καρναβάλια με την Ζαφειρούλα. Να οι γέρ’ και οι γριές, κι έβαζαν πανέρια στην
πλάτη τους και φώναζαν «Πανέρια, καλάθια, πανέρια, καλάθια». Κι εγώ τις
απόκριες, μια φορά, πήρα την φιλενάδα μου και ντυθήκαμε καρναβάλια. Εγώ
ντύθηκα κατσιβέλα. Παλιούρια, μια παλιόμπλουζα φορούσα πάνω, και μια
παλιόφουστα , κάτ΄παλιοπάπουτσα, κι έγινα κατσίβελος. ‘Κείνη είχε και κανα δύο
πανέρια, κατσίβελος που ήτανε, είχε και κάνα δύο πλαστόβεργες. Εγώ είχα μια
φούστα..φούστα ήτανε; Τι ήτανε; Ποδιά ήτανε; Δεν θυμάμαι . Την είχα δέσει στην
πλάτη, την πέρασα εδώ στον λαιμό μου, κι έβαλα την κόρη’μ’ πίσω, την μεγάλη
τότε. Τα ποδάρια της κρέμονταν από δω κι από ‘κει, και τα χέρια της, από πάνω
ήταν βγαλμένα. Μωρό ήτανε, πέντε-έξι μηνών, και το χα εγώ, πλαστόβεργες είχα,
πανέρια είχα, καλάθια είχα. Φορούσα, μάλλον, σαν βράκα εγώ, έκανα κάτι σαν
βράκα, κι έβαλα και κουδούνια μέσα. Κι όταν περπατούσα, εγώ, κουδουνούσανε, κι
έβγαινε ο κόσμος να δει, κι έλεγε «Ελάτε κι από δω, ελάτε κι από δω». Δεν ξέραμε
που να πρωτοπάμε να μας κεράσουν για...Κι εγώ φώναζα πάλι «πανέρια, καλάθια,
πανέρια, καλάθια». Κι ο κατσίβελος είχε κι ένα κομπολόι, και γυρνούσε. Εκείνος δεν
φώναζε, εμένα μόνο χτυπούσε από καμιά, να φωνάζω εγώ. Δεν μας γνωρίζανε,
φορούσα εγώ μια παλιομαντήλα δεμέν’, ένα παλιοτσεμπέρ’, ένα μαύρο, ξεσκιμένο.
Γελούσε ο κόσμος, έσκαζε στα γέλια. Απ’ την μάναμ θυμάμαι, που ντύνονταν
καρναβάλια με την Ζαφειρούλα, και γύριζαν στα καφενεία, και πήγαιναν εκεί που
ήταν οι αντρούδες τους. Και δεν τις γνώριζε κανένας, κανένας δεν τις γνώριζε.
Πήγαιναν εκεί, κάνανε, τραγουδούσαν, χόρευαν, γελούσαν, Ούτε ο παππούς
γνώριζε την γιαγιά, ούτ’ ο άλλος γνώριζε την γυναίκα του. Και πήγαιναν στο σπίτι κι
έλεγαν « Βρε να έρθουν δύο καρναβάλια ,λέει, μα τι καρναβάλια, λέει, ήταν εκείνα.»
Κι εκείνη έσκαζε στα γέλια. «Ε ποιός ήταν, εγω κι η Ζαφειρούλα». «Εμ πανάθεμά
σας». Στα καφενεία που πήγαιναν, τους κερνούσαν ούζο, μεζέδες... Στα σπίτια, να,
ό,τι είχε ο καθένας, λικέρια, φοντάνια, τέτοια, και φρούτα βγάζανε. Εγώ θυμάμαι, σ
την παρέλαση μόνο, 25 η Μαρτίου, που βάζαμ’άσπρες μπλούζες, και μπλε
φουστίτσες, και παρελάζαμε. Λέγαμε ποιήματα, έτσι την κάναμε. Παραδοσιακές
στολές, λέγαμε ποιήματα, κάθε φορά λέγαμε. Όλο το χωρίο πήγαινε στο σχολείο,
καθόταν στα θρανία, ο παπάς, κι είχε έτσι έναν πάγκο μεγάλο, που ανεβαίναμε
εμείς και λέγαμε τα ποιήματα. Ε, ήρθε και η σειρά η δικιά μου, ν ’ανεβώ να πω το
ποίημα μου. Είπα μια λέξη, δύο, τα μπέρδεψα, παίρνω δρόμο φεύγω όξω...
(Ευδοκία Κονταρού)

Κατηγορία

Ετήσιος εορτολογικός κύκλος

Αρ. χειρογράφου
781
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Γιανουσίδου
Όνομα
Ευφροσύνη
Εικόνες