Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

 

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ.
1. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Όσο για την Σαρακοστή των Χριστουγέννων, νηστεύαμε πάρα πολύ. Όλο το
σαρανταήμερο, δεν τρώγαμε κρέας καθόλου. Τετάρτες και Παρασκευές, και λάδι
δεν τρώγαμε. Κι όταν θέλαμε να πάμε να κοινωνήσουμε, μια βδομάδα δεν τρώγαμε
λάδι. Όλο βραστές πατάτες, ψωμί, ελιές, τέτοια πράγματα. Κι όταν θέλαμε να πάμε
να κοινωνήσουμε την ημέρα των Χριστουγέννων, έπρεπε να φιλήσουμε το χέρι της
μαμάς, το χέρι του μπαμπά, να ζητήσουμε συγχώρεση στ’ αδέρφια, και μετά
πηγαίναμε στον νονό και την νονά, να φιλήσουμε το χέρι του νονού και της νονάς,
και μετά θα πηγαίναμε στον παπά, να πάρουμε την κοινωνία. Κι όλη την μέρα δεν
μας άφηναν να κάνουμε δουλειά, μην χτυπήσουμε κάνα χέρι και κοπεί, ή κάναμε
εμετό, γιατί ήταν μεγάλη αμαρτία εκείνη τη μέρα, ακόμα και λίγο αίμα να βγάλεις.


2. ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Τα Φώτα λέγαμε κάτι κάλαντα. Είχαμε μια στέρνα, και πηγαίναμε στην στέρνα, κι
έριχνε ο παπάς μέσα στην στέρνα τον Σταυρό, Κι όποιος έπεφτε και τον έπιανε, τον
γυρνούσε στο χωριό κι έλεγε : «Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός, και χαρά μεγάλη
και αγιασμός». Και μετά του δίναν χρήματα, κι ό,τι ήθελε ο καθένας. Και τέλειωνε η
γιορτή. Αυτό ήταν μόνο.

3. ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ
Εμείς για να τα πούμε τα κάλαντα, έπρεπε να χτυπήσει ο εσπερινός, και μετά να τα
πούμε τα κάλαντα. Αν δεν ακούγαμε εσπερινό, δεν μας αφήναν να βγούμε να τα
πούμε τα κάλαντα. Και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, όσο περιθώριο

είχαμε μέχρι να νυχτώσει. Ύστερα πηγαίναμε στα σπίτια μας. Αντί για χρήματα,
άλλοι μανταρίνια μας δίνανε, άλλοι πορτοκάλια, άλλοι κάτι ξερά σύκα, τέτοια
πράγματα δίνανε. Την ημέρα των Χριστουγέννων, καθόμασταν στο τραπέζι και
τρώγαμε. Την δεύτερη μέρα της Πρωτοχρονιάς, κάναν το γνωστό «ποδαρικό».
Έπαιρναν μια πέτρα μεγάλη και την πηγαίνανε μέσα. Καθότανε δίπλα στη φωτιά.
Έριχναν λίγο αλάτι μέσα στην φωτιά.


4. ΑΠΟΚΡΙΕΣ.
Την πρώτη την λέγαμε «άρτσα-σύρτσα». Ύστερα την κρεατινή, και μετά την τυρινή.
Αλλά αυτές τις βδομάδες (τις τρείς), γινότανε καρναβάλια συνέχεια. Ό,τι να’ναι
φορούσανε, φουστάνια, παντελόνια καπέλα, και πηγαίνανε στα σπίτια και
χορεύανε. Κάναμε λίγες πίτες περισσότερο τότε. Εκείνες τις μέρες, τις αποκριές,
ανάβανε μια φωτιά κάτω, βάζανε μια «πυρώστια». Ήτανε ένα στρογγυλό, σαν ταψί,
αλλά δεν ήτανε ταψί. Ήταν κάποια λαμαρίνα στρογγυλή, που την λέγανε «σάτς».
Την βάζανε έπανω στη φωτιά, άνοιγε η μάνα τα φύλλα, και κάποιος άλλος τα
έπαιρνε τα φύλλα, τα έψηνε, τα έστρωνε πάνω σε μια πετσετούλα καθαρή, το ένα
απάνω στο άλλο, ψημένα, κι ύστερα τα σκεπάζαμε, 20-30 φύλλα, για να μην
άνοιγαν όλη την ώρα. Και μετά κάναμε τυρόπιτες, με την μυτζήθρα, με τα πράσα,
ριζόπιτες, διάφορες πίτες. Αυτό γινόταν όλες τις απόκριες.
(Ζαπρή Παναγιώτα)

Κι ένα έθιμο για την αποκριά. Την αποκριά κάναμε την λεγόμενη «χάψα». Η χάψα
είναι ένα έθιμο παλιό, που το έκανε ο παππούς. Μάζευε όλα τα εγγόνια του σε ένα
δωμάτιο μέσα, τα έβαζε γύρω-γύρω καθιστά. Ο παππούς ήταν όρθιος. Έπαιρνε το
πλαστήρι, εκείνο το ξύλο, και περνούσε με μία κλωστή το αυγό. Το χτυπούσε στο
στόμα τρείς φορές, κι όποιος προλάβαινε να το δαγκώσει, έπαιρνε το αυγό και το
έτρωγε εκείνη την ώρα.
(Μεντίγης Δημήτρης)
Στο τραπέζι, όταν καθόμασταν, πρώτα σταυρώναμε το ψωμί και μετά το κόβαμε και
το μοιράζαμε.
(Μεντίγη Αναστασία)

ΚΙΝΗΤΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΠΑΣΧΑ-ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Όταν ερχόταν η Σαρακοστή, για την Καθαρά Δευτέρα, έπρεπε να τα καθαρίσουμε
όλα. Να φάμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, γιατί λέγαμε οτι αύριο δεν θα μπορούμε
να φάμε, γιατί να τα πετάξουμε; Και τρώγαμε συνέχεια, όλη την εβδομάδα
τρώγαμε, μέχρι να έρθει η Καθαρά Δευτέρα και να τα καθαρίσουμε όλα.
Κι αρχινούσαμε την Σαρακοστή, την μεγάλη την Σαρακοστή. Νηστεία μεγάλη, με
τους χαλβάδες, τα τουρσιά, ελιές, και την Καθαρά Δευτέρα γινότανε το καρναβάλι.

Μαζευόμασταν στην πλατεία και κάναμε διάφορα καρναβάλια. Με τρακτέρια. Τα
καρναβάλια παίζανε σκέτς. Χαρούμενα πράγματα.

ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Οι γιορτές που γιορτάζαμε το καλοκαίρι, είναι βέβαια το μεγάλο πανηγύρι του
Προφήτη Ηλία, που γλεντούσαν δύο μέρες συνεχόμενες. Μετά είναι στις 6
Αυγούστου, του Σωτήρος. Με τα ζώα, με τα άλογα, με τα κάρα, συγκεντρωνόμασταν
όλοι μαζί μια παρέα, και πηγαίναμε στην λάσπη. Έξω, στο Μποσανός, έτσι λέγεται
αυτό το μέρος, γεμάτο λάσπη, που πήγαινε ο κόσμος και θεραπευόταν, έμπαιναν
μέσα και κολυμπούσανε. Είχε και αγίασμα. Πως ανοίχτηκε αυτό. Κάποτε, σ’ αυτό το
μέρος, ήταν μία γουρούνα που ήταν πάρα πολύ άρρωστη και είχε πολλές πληγές
στο σώμα της. Και πήγε σε εκείνο το μέρος και κυλήστηκε. Κι έγινε καλά. Κι από’ κει
είδαν το μέρος που ήτανε θαυματουργό, και το αξιοποίησαν. Είναι θαυματουργό,
γιατί μπαίναν όλοι μέσα και δεν βούλιαζαν. Μετά έρχεται ο Δεκαπενταύγουστος.
Τότε πηγαίναμε στα χωράφια και σπάζαμε καπνά. Αλλά είχε ένα πρόγραμμα.
Έπρεπε κάθε Δεκαπενταύγουστο να πάμε από βραδύς στην Εικοσιφοίνησσα. Στο
μοναστήρι’ εκεί γινόταν το πανηγύρ’. Πηγαίναμε από βραδύς. Φορτώναμε όλα τα
σύνεργα που χρειαζόμασταν, κουβέρτες, φαγητά, να φάμε. Και πηγαίναμε από
βραδύς, με τα πόδια, στο μοναστήρι. Ήταν πολύ μακριά, αλλά με τα πόδια
πηγαίναμε. Καθόμασταν από βραδύς εκεί, παρακολουθούσαμε την λειτουργία.
Γλεντούσε ο κόσμος. Πιάναμε όλοι από μία θέση και κοιμόμασταν. Το πρωί θα
πηγαίναμε στην εκκλησία, και μετά θα συγκεντρωνόμασταν όλοι πάλι με τα
γαϊδουράκια, και φεύγαμε κι ερχόμασταν στο χωριό. Αλλά δεν χάναμε ποτέ τον
Δεκαπενταύγουστο να πάμε στο μοναστήρ’. Ετοιμάζαμε, τηγανίζαμε μελιτζάνες,
πιπέρια, οτιδήποτε, και τα βάζαμε στα τάπερ για να έχουμε να τρώμε εκεί πέρα
πάνω.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
651
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Καλαμενίου
Όνομα
Αθανασία