Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Για τις 30 Νοεμβρίου ( Αγίου Ανδρέα) έλεγαν '' αντρεύει'' το κρύο και τη μέρα
αυτή συνήθιζαν να έχουν στο τραπέζι τους βρασμένο σπόρι καλαμπόκι με μέλι ή
σιτάρι με μέλι. Στις 18 Δεκεμβρίου ( Αγίου Μαδέστου) του Θεολόγου γιορταζόταν
για τα ζώα. Δεν εργάζοντάν. Όλοι πήγαιναν για τα ζώα τους πρόσφορα στην
εκκλησία κόλλυβα , κεριά ή λαμπάδα και σήκωναν και ύψωμα. Την Παραμονή των
Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) χοιρινά ή άλλα θροιμένα τους ζώα. Ετοίμαζαν
πίτες και τις έψηναν στο φούρνο του σπιτιού . Έβαζαν προζύμια από
καλαμποκόλευρό , έκαναν κουλούρια και άλλα γλυκά. Τις απογευματινές ώρες
καλαντούσαν τα παιδιά σε συγγενικά τους πρόσωπα και σε γνώριμα σπίτια. Είχαν
λαδοφάνερο και δίσκο και εκεί τοποθετούσαν τα δώρα που τους έδιναν κουλούρια,
ξηραμένα φρούτα, σύκα, καρίδια και χαρούπια. Γύρω στις 7 με 8 το βράδυ θυμίααν
την πίτα στο καθιστικό τραπέζι (''σοφράι''), φορτομένο με πολλά ορεκτικά ,
κοκκινογούλια και φασόλες βραστές και απαραίτητα με μία πιατέλα που είχε
καρύδια στο μέλι. ''Καλώς μου ήρθε η γέννηση του Χριστού'' έλεγε ο πατέρας και
άρχιζε το σταυρωτό κόψιμο και θυμίασμα σε κάθε λύγισμα της πίτας. ''Χρόνια
πολλά και του χρόνου γεροί και μαζεμένοι''. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα πήγαιναν
στην λειτουργία της Γέννησης και πολλοί μεταλάβαιναν . Επιστρέφαν στο σπίτι στις
5 το πρωί που τους περίμενε μία αχνιστή σούπα. Της πίτας ένα κομμάτι ήταν για τον
Χριστό , ένα για την Παναγία , ένα για το σπίτι και τα κτήματα και ένα ένα για τα
άτομα του σπιτιού. Στην πίτα του Αγίου Βασιλείου έβαζαν το φλουρί και ένα
νόμισμα το οποίο το φύλαγαν στο εικονοστάσι . Πολλοί συνήθιζαν να στερεώνουν
στην πίτα δύο φύλλα ελιάς. Το πρωί της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς (31
Δεκεμβρίου) κάθε νοικοκυρά έκανε τον ''κάρτσμά'' με το κλειδί , ένα είδος χαλβά
που στο κάθε κομμάτι αποτύπωναν το κλειδί του σπιτιού για να περάσει γλυκά ο
χρόνος. Στη συνέχεια πρέπει να ετοιμαστεί η βασσιλόπιτα , που είναι ένα μεγάλο
άπλωτο χωριάτικο ψωμί , ζαχαρωζυμωμένο , μέσα στο οποίο έβαζε έναν ''πώρα''
ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός. Πριν το φουρνίσει με δύο μεγάλα πηρούνια
δεξιά και αριστερά σχηματίζει έναν σταυρό ή ζωγράφιζε το νέο έτος πχ 1998. Το
κόψιμο αυτής της βασιλόπιτας γίνεται το ίδιο βράδυ ως εξής : θυμιάτιζαν την πίτα
σε σχήμα σταυρού λέγοντας συγχρόνως το τροπάριο '' εύ πασαν την γην εξολθεν''
και μετά ο νοικοκύρης σταυρώνει το ψωμί και κόβει κομματάκια ''τ ́Αγίου
(Βασίλη), του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και των μελών της
οικογένειας κατα σειρά ηλικίας ξεκινόντας απο τον μεγαλύτερο στον μικρότερο.

Μετά κόβαν ένα για τα ''ζα'' (ζώα), ένα για το καϊα ( αν διέθεταν) και ένα για το
σπίτι των συμπεθέρων . Μόλις βρουν τον τυχερό του εύχονταν ''και του χρόνου,
χρόνια πολλά και όλοι μαζί τρώνε την σούπα τους από τον χωριάτικο κόκορα.
Γύρω στις 3 το μεσημέρι τα παιδιά με φανάρια στο χέρι έβγαιναν να πουν τα
κάλαντα . Σε κάθε σπίτι που τα λένε η νοικοκυρά τα βάζει μπροστά στο εικονοστάσι
και τα δίνει χρήματα ή καρίδια ,κυδώνια , ξερά σύκα και ρόδια. Εκτός όμως από τα
έθιμα στο Θεόλογο γινόταν και μέχρι σήμερα διατηρήθηκε και το σπορδισμα των
φύλλων. Κάθονται δηλαδή όλοι γύρω από το αναμένω τζάκι , τραβούν την ανθρακιά
προς τα έξω και ρίχναν γύρω στα αναμένα κάρβουνα φύλλα ελιάς βάζοντας στο νού
τους μία ευχή χωρίς να την πούν στους άλλους. Οποιανού το φύλλο γυρίσει
περισσότερο εκείνη η ευχή θα πραγματοποιηθεί Ανήμερα του Αγίου Βασιλείου (1
Ιανουαρίου) πολύ πρωί η νοικοκυρά ανέβαζε στο σπίτι από την αυλή μία πέτρα
καθαρή δύο ή τριών κιλών και την έβαζε και την έβαζε στην γωνία του τζακιού
κάτω από το κρεβάτι για να είναι ο νοικοκύρης και όλη η οικογένεια γεροί σαν την
πέτρα. Την άφηναν εκεί όλο το δεκαήμερο ή τουλάχιστον για τρείς μέρες. Μεγάλη
σημασία έδιναν στο ποιός θα μπεί πρώτος στο σπίτι την Πρωτοχρονιά . Από το
πρόσωπο που μπαίνει κρίνουν αν θα είναι καλή η χρονιά '' αν θα πάει γούρι'' ή όχι.
Ο πρώτος πρωινός επισκέπτης για το καλό γούρι καθόταν στο κρεβάτι και έλεγε :
''ούλες κα κα κα και ένα κω κω κω τρείς φορές. Δηλαδή να βγάλετε κλωσόπουλα
και όλες οι πουλάδες να γεννάν να κακαρίζαν ''κα κα κα'' και ένα κόκορα να κάνει το
δικό του κοκόρισμα '' κω κω κω ''. Ακόμα προσέχαν το τραπέζι εκείνης της ημέρας
το στρώναν πλούσια καθώς η αφθονία των φαγητών προονίζει αφθονία αγαθών .
Εκτός από τα φαγητά πάνω στο τραπέζι υπάρχει και μέλι για να πάει γλυκά η χρονιά
και ένας δίσκος με κάθε λογής καρπούς, κλωνάρια ελιάς και άλλα σύμβολα
ευτυχίας. Όταν άρχιζαν τα διπλοκάμπανα της εκκλησίας φορούσαν όλα τα καλά
τους και πήγαιναν στην εκκλησία . Οι γυναίκες με χρυσά μακρία φουστάνια και
χρυσοκέντητα τσικέτα και οι άνδρες με κεντημένα γιλέκα κρατώντας από το χέρι τα
μικρά παιδιά τους και τα λαμπαδόκερα. Από την εκκλησία πήγαιναν πρωτα στο
σπίτι τους. Εκεί ξεκρέμαγαν τα δύο ρόδια που έιχαν με το σταφύλιστο εικονοστάσι
απο την μεριά του σταυρού και με δυνατό τίναγμα πίσω από την πόρτα τα έσπαγαν
και αυτό συμβόλιζε την ένωση της οικογένειας σαν τις ρόγες του ροδιού. Μετά το
μεσημεριανό του φαγητό οι μεγάλοι πήγαιναν στο χόρο που γινόταν με βιολιά στην
πλατεία. Στις 5 Ιανουαρίου δηλαδη την Παραμονή των Φώτων έπαιρναν από τις
εκκλησίες τα ξημερώματα , το ''μεγάλο αγιασμό'', έπιναν αφάγωτοι από 3 γουλιές οι
σπιτικοί και μετά φώτιζαν (ράντιζαν) το σπίτι. Την ίδια μέρα ράντιζαν τα παιδιά όλο
τα κτήματα , τα μελλήσια και τα κοπάδια τους όσο μακρία και αν ήταν από τα
σπίτια τους. Το φωτισμα συνοδευόταν από το ψάλσιμο του τροπαρίου ''Εν Ιορδάνη
βαφτιζομένον σαν Κύριε...'' Στο χωριό ακολουθούσε και ο αγιασμός των σπιτιών
από των ιερέα .Προς το βράδυ άναβαν δάδες και τις ύψωναν πιο ψηλά μέσα στο
τζάκι και έκαιγαν τις χαμηλές , αραχνοκαπνιές της καμινάδας και μπουμπούνιζε τοτε

μία μεγάλη φλόγα, έβγαινε από ψηλά από την κορυφή της καμινάδας και για δέκα-
είκοσι λεπτά φεγγοβολούσαν πολλές μαζί και οι γύρω στέγες και καιγόντουσαν

έλεγαν, και οι καλικάντζαροι που τους έλεγαν δήθεν στην φυγή '' Φέυγει να
φεύγμαμε . Ήρθε με την αχνιστούρα του και τη βρεχτούρα του''. Την ημέρα των

Φώτων (6 Ιανουαρίου) γινόταν πάνδημος εκκλησιασμός . Στο τέλος της Θείας
Λειτουργίας έπαιρναν οι πιστοίτους Αγίους τα λάβαρα σχεδόν όλα σχεδόν όλα τα
εικονίσματα των δύο εκκλησιών και με τους ιερείς και τους ψάλτες πήγαιναν πομπή
πάνω από το χωριό στην τοποθεσία ''Αγία Βασιλική'' . Την ώρα που διάβαζαν τις
ευχές οι μικροί και οι άλλοι κολυμπούσαν τα εικονίσματα στο ποτάμι. Στο τέλος του
Αγιασμού στο κεντρικό φρεάτιο κατακεφάλιζαν τα κοντάρια τους με τους
στεφανομένους Αγίους και μετά τα έβαζαβν ψηλά και τα έτρεμαν με τέχνη γύρω
γύρω στα πλήθη και τους ερράντιζαν με την χάρη και την ευλογία των υδάτων. Την
1 Φεβρουαρίου του Αγίου Τρύφωνα γινόταν πάλι φωτισμός των σπιτιών και
φώτιζαν και τα αμπέλια λέγονται ''Φλεβάρης και φώτιζαν οι φλέβες των νερών ''.
Του Αγίου Χαραλάμπου στις 10 Φεβρουαρίου γινόταν αντιλοιμική λατρεία.
Νωρίτερα από την Απόκρια άρχιζαν τα καρναβάλια με πολύ φαγοπότι. Κάθε χρόνο
την ίδια μέρα το πανηγύρι του καρναβαλιού στο Θεόλογο ξεφαντώνει ενώ ο κόσμος
πίνει το αγνό και ωραίο κρασί του Θεολόγου. Το καρναβάλι είναι ένα πανηγύρι με
βαθιές ρίζες. Η κυρίως γιορτή γίνεται την Καθαρά Δευτέρα. Όλη την εβδομάδα
προτού δηλαδή τον ερχομό της Καθαράς Δευτέρας μικροί και μεγάλοι ντύνονται
καρναβάλια πρόχειρα με ότι βρούν μπροστά τους. Τους φτάνει μόνο να μην
ανγνωρίζονται. Κάθε βράδυ παρέες- παρέες γυρίζουν στο χωριό σε κάθε σοκάκι
τραγουδώντας χαρούμενα τραγούδια σόκιν και αποκριάτικα. Επισκέπτονται φιλικά
τους σπίτια ή πηγαίνουν ακόμη και σε καφενεία χορεύοντας. Αυτές είναι οι
προερταστικές εκδηλώσεις. Παράλληλα με αυτά αρχίζει η προετοιμασία για την
φαντασμαγορική εκδήλωση του πανηγυριού. Πυρετωδώς φτιάχνονται τα άρματα
που θα περάσουν μπροστά από τους ανθρώπους ντόπιους και τουρίστες την ημέρα
εκείνη. Από δύο-τρείς ειδικούς γράφονται τα ποιήματα και οι λόγοι που θα
ειπωθούν από τους μεταμφιεσμένους. Με το τελείωμα των ετοιμασιών έρχεται η
Κυριακή. Από το βράδυ αρχίζει το μεγάλο γλέντι. Δύο, τρείς ντυμένοι καρναβάλια
γυρίζουν στα καφενεία και λένε ποιήματα σόκιν, καθαρά δικά τους
κατασκευάσματα. Κάτι ακόμα που γίνεται είναι το τρίψιμο του πιπεριού. Είναι κάτι
που δίνει μία ξεχωριστή ομορφιά σε όλο το γλέντι για το ξημέρωμα της Δευτέρας.
Είναι ένα είδος παιχνιδιού. Ένας βατώντας μια ζώνη ή ένα σκουπόξυλο για να
χτυπήσει τους παραβάτες είναι ο αρχηγός. Αυτός τραγουδάει μία φορά και το
επαναλαμβάνουν οι άλλοι που χορεύουν. Αυτοί μπορεί να είναι όσοι χωράει η πίστα
του χορού. Χορεύοντας λοιπόν σε στύλ χασαπορσέβικου το χορό , γίνονται και
άλλες κινήσεις. Οι παραβάτες όσοι δηλαδή δεν κάνουν σωστή κίνηση τιμωρούνται
από τον αρχηγό με ένα χτύπημα. Τελειώνοντας με αυτό το έθιμο , το γλέντι
συνεχίζεται μέχρι τα ξημερώματα της Δευτέρας, οπότε τότε αρχίζει το καθαρά
τυπικό μέρος της εκδήλωσης. Οι νοικοκυράδες βγάζουν στα μπαλκόνια τους
οτιδήποτε έχουν να δείξουν χωριάτικο που είναι αντιπροσωπευτικό χωριάτικης
τέχνης , δίνοντα έτσι ακόμη μία αμορφία στην όλη εκδήλωση του πανηγυριού. Αυτό
όμως δεν είναι έθιμο που κρατάει από παλιά αλλά έχει καθιερωθεί εδώ και λίγα
χρόνια για χάρη των τουριστών. Πολλά και πάρα πολύ ωραία άρματα παρατάσονται
και παρέλασαν μπροστά από το ενθουσιασμένο πλήθος που παρακολουθεί. Τα
καρναβάλια είναι όλοι ντυμένοι άνθρωποι και όχι και όχι άψυχα σχήματα όπως
γίνονται στο μεγάλα πλούσια καρναβάλια. Τα άρματα αυτά που παρελάυνουν ,

παριστάνουν και αυτά συνήθως θέματα της εποχής ή βάχικες εκδηλώσεις,
εκδηλώσεις δηλαδή που έχουν κύριο θέμα αρχαία γνωστά γεγονότα. Όλα αυτά είναι
φυσικά θέματα που σατιρίζονται . Αφού τα άρματα παρελάσουν , παρατάσσονται
όλοι μέσα στον αυλόγηρο του δηματικού σχολείου και αρχίζει απαγγελία των
ποιημάτων και διάφορων σατηρικών διαλόγων. Αφού τελείωσαν αυτά κλείνει το
τυπικό μέρος του πανηγυριού και αρχίζει τώρα το φαγοπότι. Σε κάθε γωνία του
δρόμου αυτοσχέδι περίπτερα μιράζουν κρασί στους επισκέπτες. Σε κάθε σοκάκι
ακούγονταν τραγούδια. Οι πιο πολλοί είναι πασαλημένοι με φούμο ή μουντζούρα
και χορεύουν αστελιους χορούς , άλλοι με δέρματα ζώών καιμ μεγάλα κουδούνια
κάνουν πολλούς να σπαρταρούν κυριολεκτικά από τα γέλια. Μερικά βιολιά , λαούτα
και ταμπούρλα παίζουν τον ευθύμιο σκοπό τους κανοντάς τον γεμάτο κέφι κόσμο να
χορεύει ασταμάτητα χωρίς ίχνος κούρασης. Μερικές λατέρνες στημένες βρίσκονται
κοντά στα πρόχειρα περίπτερα οπου τώρα εκτός από κρασί διανέμεται και δωρεάν
φαγητό στους επισκέπτες. Το γλέντι μεταφέρεται σε ολόκληρο χωριό. Όλα αυτά
γίνονται σχεδόν μέχρι τα ξημερώματα της Τρίτης. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται
σήμερα το πανηγύρι του καρναβαλιού. Κατα την διάρκεια του καρναβαλιού οι
θεολογίτες έπαιζαν πολλά παραδοσιακά παιχνίδια. Ένα απο αυτά ήταν το
''κορδονάκι'' . Πάνω στην κορυφή ενός ξύλου υπήρχαν δεμένα πολλά κορδόνια.
Κάθε ένας έπαιρνε ένα από αυτά και χόρευε διάφορους χορούς γυρίζοντας γύρω
γύρω από το ξύλο προσπαθόντας να μην μπερδευτούν τα κορδόνια. Ένα άλλο
παιχνίδι ήταν το ''σύκο''. Πάνω σε ένα ξύλο ήταν πάλι ένα κρεμασμένο σύκο. Ο
κόσμος πηγαίνοντας κοντά προσπαθούσε να το πιάσει με το στόμα και να το φάει.
Πολλοί πήγαιναν κοντά αλλά μόλις κόντευαν να το βάλουν στο στόμα τους
πάθαιναν μεγάλη λαχτάρα. Μόλις κόντευε κάποιος να το φτάσει μια χούφτα στάχτη
ερχόταν και τον έκανε μαύρο γεμίζοντας το πρόσωπο κυρίως και τα μαλλίά του.
Άλλο παιχνίδι ήταν το αβγό. Αυτό το φόρτωναν δύο άνθρωποι στους ώμους τους
και το κουβολούσαν πέφτοντας πολλές φορές από το υπερβολικό βάρος του αβγού.
Ταυτόχρονα έλεγαν πολλά σόκιν τραγούδια. Μερικές αρκούδες χόρευαν στους
δρόμους, ενώ ο αρκουδιάρης βαμένος με φούμο ή με καπνία από σόμπα , χτυπόντας
το ντέφι του συνόδευε τις αρκούδες (φυσικά οι αρκούδες ήταν μεταμφιεσμένοι
άνθρωποι) που πολλές φορές γίνονται επιθετικές ορμώντας στους άλλους δίνοντας
περισσότερη χάρη στην όλη επίδειξη. Μια καμήλα , και αυτή μεταμφιεσμένος
άνθρωπος , ντυμένη με προβιές από πρόβατα κουνιόταν και χόρευε, ενώ πολλές
φορές κάποιος βρισκόταν καβάλα πάνω της πέφτοντας συνέχεια κάτω. Στο μεταξύ
κατάμεσης στο δρόμο είναι στημένες σε μία πρόχειρη ''παραστία'' με ξύλα οι χύτρες
με τις φασολάδες. Η φασολάδα συνοδευόταν με πιπεριές, τουρσί και φιμησμένο
ντόπιο ρακί και κρασί. Οι γυναίκες με τις φουστάνες (φουστάνια) και μαντήλες στο
κεφάλι ενώ οι άντρες με τις μαύρς βράκες και το πλουμιστό όμορφο γιλέκο
φορούσαν στο κεφάλι το μαύρο καπέλο. Μέσα στο σωρό των χωρικών ξεχώριζαν
κάτι αλλόκοτοι άνθρωποι οι λεγόμενοι εξομολογητές. Αυτόι ντυμένοι στα μαύρα με
ουρά και πάρα πολύ μεγάλα αυτιά κρατούσαν στο χέρι τους το ευαγγέλιο
εξομολογόντας κάθε άπιστο άνθρωπο. Μαζί τους βρισκόταν και ο Γρίπος, έμοιαζε
με τα σημερινά άρματα. Μία βάρκα με έξι-εφτά ανθρώπους με φωτιά αναμμένη
μέσα σε αυτήν γυρίζει μέσα στο χωριό. Ρίχναν δίχτυα και προσπαθούσαν να

βγάλουν ψάρια από την στεριά. Την Καθαρά Δευτέρα πηγαίναν όλοι στην εξοχή,
στη μεγαλόστομη πηγή ''Καρτσιλιωταίνα'' με νηστίσιμους θαλασσινούς μεζέδες με
κουκιά στο νερό , καρύδια και τσίπουρο. Στη Σαρακοστή , Παρασκευή και Σάββατο
πρωί πήγαιναν κόλυβα στην εκκλησία και τα μνημόνευε ο παπάς. Την Μεγάλη
Πέμπτη έδινε πίσω τα χαρτιά με τα ονόματα και του έδιναν φιλοδωρήματα. Τη
Μεγάλη Πέμπτη έβαζαν και το πρώτο κόκκινο αβγό στο εικονοστάσι. Στο μπαλκόνι
ή στο χαγιατί έστρωναν κόκκινο πανί. Τη Μεγάλη Παρασκευή έψελαν τα Άγια
Πάθη και έκαναν την περιφορά του επιταφίου σε όλη την ενορία της η κάθε
εκκλησία γενικά το Πάσχα το γιόρταζαν με όλο τυπικό, με χαρές και μεγαλεία. Για
το Πάσχα ή για του Αγίου Γεωργίου έκαναν τα νέα ζευγάρια στον κουμπάρο τους
και βαφτισιμιοί στους ανάδοχους τους τα ''κλίκια'' που ήταν ειδικά δώρα για κοινό
φαγοπότι. Μέσα σε πανέρι δυο ταψιά κουλουρόψωμα, φουντούκια και κουφέτα. Τα
κουβαλούσε η νεόνυμφη γυναίκα με καμάρι στο κεφάλι της. Ο άντρας της κρατούσε
αριστερά ένα γαλόνι κρασί και δεξιά ένα κάτασπρο ζωντανό αρνί. Βέβαια σήμερα
αυτό το έθιμο δεν συνεχίζεται, συνεχίζουν όμως να κάνουν παηγύρι στον Μιχαήλ
Άγγελο, τον προστάτη του χωριού μας που τον λένε Άγιο. Τη Δευτέρα της Λαμπρής
μετά το φαγητό μια ομάδα προσκυνητών συνόδευαν τον Άγιο που με ιερείς ,
μοναχούς και ψαλτάδες ξεκινάει ξεκινάει από το χωριό για να πάει να λειτουργηθεί
στο μαναστήρι του Αρχάγγελου. Σ ́ αυτή την ώρα βγαίνουν από τα σπίτια τους όλοι
οι χωριανοί κατευοδώνουν τον Άγιο και την μεγάλη συνοδεία του μέχρι την άκρη
του χωριού. Οι προσκηνυτές άλλοι πεζοί και άλλοι καβάλα στολισμένοι με
κορδέλες-κουδουνάκια -κούμαρα-κλίμια υποζύγια αποτελούσαν πραγματικά μία
λαμπρή συνοδεία. Η ομάδα που κρατούσε τα λάβαρα έπρεπε να φτάσει με τα πόδια
μέχρι το μοναστήρι , έθιμο που μέχι και σημερα τηρείται. Στο μοναστήρι γίνεται
εσπερινός, γλέντι τη νύχτα και το πρωί της Τρίτης λειτουργία με κεράσματα,
φαγητό και δωρεές, τάματα και σχετική φιλοξενία. Χτυπάν τα χαρμώσινα
διπλοκάμπανα διαβάζοντα ευχές και τροάρια ,άλλαζαν ευχές και οι πιστοί με
χειραψίες και το '' Χριστός Ανέστη'' γίνεται δεξίωση στο Μετόχι του Αρχάγγελου,
έθιμα που τηρούνται και σήμερα. Την Πρωτομαγιά εκτός από στεφάνια με
πρασινάδες και αγριολουλουδα έφερναν από το πρωί στις εξώπορτες και στη στέγη
ένα χυμώδες φυτό με πράσινο χρώμα ο καρπός του που το λένε ''δράκοντα'' για να
είναι γεροί οι ένοικοι. Στις 24 Ιουνίου (γενέθλια Ιωάννου Προδρόμου έζων οι πιστοί
στην μέση τους το στέλεχος ενός άλλου θαμνοειδούς που έχει κίτρινα άνθη και το
όνομα αυτού είναι '' φλώμος''. Αυτό θα βοηθούσε να κρατάει γερή την μέση τους και
ανθεκτική στις βαριές αγροτικές δουλείες. Επίσης την ίδια μέρα έπιναν από το
άγιασμα που έβγαινε απο το πηγαδάκι κοντά και κάτω από τον Ιερό Ναό του Ιωάννη
Προδρόμου που είναι έξω από το χωριό. Πολλοί έριχναν και λίγες σταγόνες μέσα
από τα ρούχα τους στη ράχη ή στον λαιμό και αυτό θα τους προφύλαγε να μην
έχουν πυρετό το θέρος. Στις 31 Ιουλίου διεξήγαν τότε και μέχρι σημερα το έθιμο
''Αναβροχιάρης''. Αυτό το έθιμο σχετίζεται με τις ξηρασίες του καλοκαιριού.Οι
κάτοικοι παρακαλούσαν τον θεό να στείλει βροχή και να ποτιστούν τα αμπέλια και
οιμελαιώνες ώστε να εξοικωνομίσουν καλό κρασί και καλό λάδι. Είχαν μεγάλη
εκτίμηση στον Ιωάννη τον Βαπτιστή και από σεβασμό στο αίμα του, στις 29
Αυγούστου που γιορτάζεται η αποκεφάλιση δεν έτρωγαν ούτε μαύρο σταφύλι, ούτε

μαύρο σύκο , ούτε και καρπούζι γιατί θα έιχαν μεγάλο αμάρτημα . Ως ελευθερώτης
και πολυούχος ο Άγιος Δημήτριος γιορτάζεται στο Θεολόγο στις 26 Οκτωμβρίου με
πολλές ετοιμασίες και ειδική μεγαλοπρέπεια. Στο τέλος της λειτουργίας γινόταν και
γίνεται το κοινό χριστιανικό τραπέζωμα, το οποίο ονομάζεται ''κλουμπάνι'' (δηλαδή
κουρμπάνι), θυσία στον Άγιο. Μοιράζονται 3 είδη φαγητού, όλα τα υλικά είναι
προσφορά των κατοίκων.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2455
Έτος καταγραφής
2011-12
Επώνυμο
Παπακοσμίδου
Όνομα
Ευανθία