Τοπικές ενδυμασίες από ΓΡΑΤΙΝΗ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Σκοπιανός Παναγιώτης
Λαογραφία
Καθηγητής Μ.Γ. Βαρβούνης
2002-2003
Γρατινή, Ροδόπη
Είδη ρουχισμού
Ήταν τα πλεχτά στο χέρι τα υφαντά στον αργαλειό, τα μάλλινα από τα πρόβατα και τα βαμβακερά απ’ το βαμβάκι. Όλα γίνοταν από δικά τους υλικά και με δική τους επεξεργασία πάνω σε αυτά. Επίσης, υπήρχαν και δερμάτινα είδη όπως οι ζώνες και τα παπούτσια και μεταξωτά είδη για πιο επίσημα ενδύματα και για τα φέσια και για κάποιες ζώνες.
Β.Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
α. Για του άνδρες: φορούσαν ‘’πουτούρια’’ (μακριές βράκες, μάλλινες, καφέ χρώματος οι οποίες γινόταν από μαλλί καφέ προβάτου ή από ένα μείγμα μαύρου και άσπρου μαλλιού που γινόταν καφέ. Δε τα έβαφαν. Οι κάλτσες τους ήταν μάλλινες πλεχτές άσπρου χρώματος.
Τα πουκάμισα ήταν άσπρα βαμβακερά. Έγνεθαν το βαμβάκι και το ύφαιναν στον αργαλειό. Μετά το έραβαν το χέρι.
Το γιλέκο ή ‘’τζαμαντάνι’’ όπως το πουτούρι, χρώματος καφέ από το πρόβατο κτλ. Γύρω- γύρω από το γιλέκο έβαζαν γαϊτάνι, για ομορφιά, κάνοντας σχεδιάκια (γαϊτάνι: κλωστή, όπως σημερινή τρέσα).
Ζωνάρι: μάλλινο άσπρου χρώματος. Γινόταν στον αργαλειό 40 πόντους πλάτος και 1,5 με 2 μέτρα μάκρος ανάλογα με το άτομο. Απ’ τις άκρες του είχε κρόσια και για να στηριχθεί έβαζαν τη μία άκρη του μέσα σε αυτό (ζωνάρι). Επίσης, είχαν δερμάτινες ζώνες.
Εσώρουχα: πλεχτές φανέλες από μαλλί. Βαμβακερά και υφαντά στον αργαλειό. Μακριά σώβρακα από βαμβάκι, υφαντά στον αργαλειό.
Παλτά: το χειμώνα φορούσαν κάπα η οποία γινόταν από κατσίκι και πρόβατο στον αργαλειό. Για να γίνει ανθεκτική και σκληρή την πήγαιναν και την χτυπούσαν με ξύλα στο ποτάμι ή το πήγαιναν στα ‘’ντουλάπια’’ ένα εργαλείο που γυρνούσε με το νερό όπως ο νερόμυλος και την έκανε πιο ανθεκτική.
Το χειμώνα οι νέοι φορούσαν σκούφους και το καλοκαίρι ψάθινα καπέλα. Οι γέροι φορούσαν φέσια (κόκκινα μεταξωτά καπελάκια με «πίσκιουλα»). «Πίσκιουλα» είναι η χοντρή κλωστή που πέφτει στο πλάι απ’το φέσι.
Οι γυναίκες για καθημερινά ρούχα φορούσαν από πάνω τα κοντογούνια. Βαμβακερές χοντρές ζακέτες που τις ύφαιναν στον αργαλειό.
Είχαν μισές φούστες (μισοφούστες) ή ολόκληρο φόρεμα το οποίο το έλεγαν φούστα (από τους ώμους μέχρι κάτω). Ήταν βαμβακερές υφαντές. Με τη μισόφουστα φορούσαν από πάνω μια βαμβακερή μπλούζα η οποία λεγόταν «τσιπάκι».
Οι κάλτσες τους ήταν άσπρες μάλλινες πλεχτές για τον χειμώνα (τα «τσουράπια») και βαμβακερές για το καλοκαίρι.
Τα γιορτινά των γυναικών: Ολόκληρη φούστα (φόρεμα). Απ’ τη μέση και κάτω είχε πιέτες (τις έλεγαν σιάστες). Ήταν ενός χρώματος και με σχέδια. Έπαιρναν αγοραστά υφάσματα και τα έραβαν. Ήταν μεταξωτά ή μάλλινα και τα σχεδιάκια τα έλεγαν «μέρινα». Γύρω γύρω στο ποδογύρι είχαν δαντέλα και στο στήθος γύρω γύρω απ’ το λαιμό και λίγο από μπροστά είχαν πάλι δαντέλα. Φορούσαν ποδιά μεταξωτή, διαφορετικού χρώματος με το φόρεμα για να κάνει αντίθεση, η οποία είχε δαντέλα κάτω. Από πάνω απ’το φόρεμα φορούσαν το κοντογούνι το οποίο ήταν βελούδινο και γύρω-γύρω είχε γαϊτάνι. Από κάτω απ’το φόρεμα φορούσαν το μεσοφόρι το οποίο ήταν από χασέ άσπρο και γύρω-γύρω είχε άσπρη δαντέλα.
Φορούσαν επίσης και ένα είδους φουλαριού, άσπρο με δαντέλα άσπρη-μπλε και φαινόταν λίγο μέσα από το φόρεμα. Το φουλάρι αυτό το έλεγαν «τραχλιά».
Ζώνη: μαύρο βελούδο και κεντημένη με διάφορα χρώματα. Έμπαινε ακριβώς στη μέση και έκλεινε με δύο καπάκια σκαλιστά ασημένια ή χρυσά. Αυτή τη ζώνη την έλεγαν «κολάνα».
Εσώρουχα: υφαντό άσπρο πουκάμισο. Βράκα υφαντή σε σχέδιο λεπτό καρό μπλε-άσπρο.
β. Για καθημερινή χρήση οι άνδρες φορούσαν τσαρούχια. Ήταν φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιού δεμένα με λωρίδες δέρματος γουρουνιού. Για τα γιορτινά τους φορούσαν τα «κουντούρια» τα οποία ήταν από δέρμα αλλά αγοραστά.
Οι γυναίκες για καθημερινή χρήση φορούσαν τις «γαλέτσες» (παντόφλες με ξύλινο πάτο και για να συγκρατείται το πόδι είχε δέρμα από πάνω). Το χειμώνα τις φορούσαν με «τερλίκια» (μάλλινη κοντή κάλτσα) και κάλτσες. Τα γιορτινά ήταν τα «κουντούρια» αγοραστά δερμάτινα παπούτσια με λίγο τακούνι.
γ. Οι άνδρες φορούσαν τραγιάσκα για τα γιορτινά (εκκλησία, γιορτές) και για καθημερινά έβαζαν ένα σαρίκι (ένα κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το κεφάλι) ή το χειμώνα έβαζαν και σκούφους. Τα μαλλιά τους ήταν κοντά και είχαν μουστάκι.
Οι γυναίκες φορούσαν μαντήλες τις «φλούδες». Η μαντήλα είχε γύρω-γύρω ψιλή δαντέλα την «γουγιάδα». Είχαν μακριά μαλλιά και τα είχαν σε πλεξίδες τις «γουρδίλες».
δ. Ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες είχαν κάποιο είδος καλλωπισμού.