Τοπικές ενδυμασίες από ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Εργασία Λαογραφίας.
της Ταχτζίδου Χρυσής
1ο εξάμηνο
μάθημα:Λαογραφία
καθηγητής:Βαρβούνης Μ.Γ.
έτος: 2014-2015
ΑΕΜ:553932
Άγιος Αθανάσιος Δράμας
Υλικός Βίος, ένδυμα
«Παραδοσιακή στολή στο χωριό δεν υπήρχε γιατί το χωριό μας είναι καθαρά ένα προσφυγικό χωριό κ’ έχουμε πολλές ράτσες. Τα ρούχα που φορούσαμε ήταν πάνω κάτω κ’ τα σημερινά. Στις γυναίκες όμως απαγορευόταν το παντελόνι, ήταν προσβολή κ’ ντροπιαστικό».
«Τα πανηγύρια του χωριού όμως ο σύλλογος φρόντιζε να δουν όλοι οι κάτοικοι του χωριού τις παραδόσεις τους, μέσα από τους παραδοσιακούς χορούς, να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια τους. Στο χωριό οι ράτσες που υπερτερούσαν πληθυσμιακά ήταν οι Πόντιοι και οι Θρακιώτες.»
Σύμφωνα με τον Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού μου Βοϊράνη οι Ποντιακές παραδοσιακές στολές ήταν ως εξης:
«Η γυναικεία φορεσιά λεγόταν Ζιπούνα ή Ζουπούνα κ’ την φορούσαν οι γυναίκες ως την μικρασιατική καταστροφή εδώ στο χωριό όταν ήρθαν δεν φορούσε κάνεις την παραδοσιακή φορεσιά του. Το όνομα Ζουπούνα είναι το τυπικό ρούχο το φόρεμα με λίγα λόγια κ’ έτσι πήρε το όνομά της ολόκληρη στολή. Η Ζουπούνα, το φόρεμα, ήταν ολομέταξο ριγέ έφτανε μέχρι τον αστράγαλο κ’ είχε σχισίματα μέχρι πάνω, κοντά στο τέλος του ποδιού. Τα σχισίματα ήταν τρία ή τέσσερα αναλόγως με την περιοχή που καταγόταν η κάθε γυναίκα. Το κούμπωμα γινόταν μπροστά με 10-15 υφαντά κουμπιά που έκλειναν, το άνοιγμα έφτανε μέχρι τον αφαλό. Επίσης είχε βαθύ άνοιγμα στο λαιμό κ’ ήταν συνήθως στρογγυλό. Ίδια υφαντά κουμπιά είχε κ’ το μανίκι. Τα χρώματα του φορέματος ήταν έντονα όπως μουσταρδί, πορτοκαλί, σκούρο καφέ. Το Κάμις, ήταν συνήθως άσπρο κ’ είναι υφαντό πουκάμισο. Επίσης στηθόδεσμος το Σπαλερ ή Σοαρελοπον είχε δύο δεσίματα πίσω από τον λαιμό κ’ ένα πίσω από την πλάτη. Το δέσιμο ήταν σφιχτό κ’ έκανε ιδιαίτερα ελκυστικό το μπούστο της γυναίκας. Ήταν διακοσμημένο με δαντέλες που έβγαιναν από τον ανοιχτό λαιμό της Ζουπούνας, του φορέματος δηλαδή. Το Σαλβαρ ήταν μακρύ κ’ πολύ φαρδύ παντελόνι. Ήταν ιδιαίτερα γυαλιστερό κ’ επέτρεπε το ύφασμα η γυναίκα να μπορεί να χορεύει κ’ να κινείται εύκολα. Το τραπολοζ που ήταν κ’ αυτό υφαντό ύφασμα εμπριμέ περίπου 1 μέτρο διπλώνω όταν στη μέση πάνω από την Ζουπούνα κ’ το φορούσαν το καλοκαίρι. Το χειμώνα αντί για το τραπολοζ φορούσαν το Λαχωρ πού ήταν βαρύ κ’ μάλλινο κ’ φοριόταν όπως κ’ το τραπολοζ. Επίσης το Κοντες ή Πλεκ ήταν ένα κοντό γιλέκο από τσόχα ή βελούδο στολισμένο με κεντήματα. Η χρυσάν κατιφέ ήταν ένα ακριβό ρούχο που φοριόταν απαραίτητα πάνω από τη Ζαπούνα, ραμμένο από βαρύ βελούδινο ύφασμα με κεντήματα λαιμόκοψη, στην πλάτη κ’ στον αγκώνα που ήταν από χρυσή κλωστή. Τέλος, το πιθαμπαλιν ήταν η ποδιά από ένα χοντρό ανθεκτικό ύφασμα κ’ το χρησιμοποιούσαν για τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού. Τώρα τα υποδήματα των γυναικών τα ορλαρια ένα είδος χοντρής σκαλτσάς συνήθως για το χειμώνα. Τα ποσταλια ήταν υποδήματα χαμηλά ανοιχτά από το πίσω μέρος με χαμηλό τακούνι. Μέσα στο σπίτι φορούσαν τα λαμψία κάτι σαν παντόφλες κ’ τα νάλια που ήταν ξύλινες παντόφλες. Τα καλύμματα στο κεφάλι είχα την ταπλα ή αλλιώς το τεπλέκι φτιαγμένο από χοντρό δέρμα στολισμένο από φλουριά. Επίσης είχαν κ’ την μαντήλα που δενόταν το λετζέκ κ’ την περνούσαν πίσω απο τα αυτιά. Το ύφασμα ήταν μεταξένιο κ’ κεντημένο στις άκρες. Τέλος τα κοσμήματα που ήταν απαραίτητο εξάρτημα της φορεσιάς κ’ έδειχνε πόσο ευκατάστατη ήταν η οικογένεια της κοπέλας. Η ώρα λοιπόν ήταν το ρολόι με ασημένια ή χρυσή αλυσίδα κουστιν κόσμημα των πλουσίων γυναικών που ήταν σειρές από χρυσά φλουριά τρυπημένο κ’ περασμένο με χρυσή αλυσίδα, σε σχήμα κομπολογιού τυλιγμένη γύρω από τον λαιμό, ριγμένη πάνω στο σπαρελ φτάνοντας σχεδόν μέχρι τον αφαλό κ’ τέλος ο σταυρόν που ήταν ο χρυσός Σταυρός που υποδήλωνε την ορθοδοξία.»
Κυρία Τούλα, Πολιτιστικός Σύλλογος Αγίου Αθανασίου, ετών 42
«Η ανδρική Ποντιακή φορεσιά ονομαζόταν Ζίπνια. Αποτελείται από μία φαρδιά βράκα που ονομαζόταν Σαλβαρίν, πάνω από αυτή έμπαινε η ζακέτα το κοντέσιν. Το χειμώνα ένα μακρύ ρούχο το μακρογούνι. Επίσης φορούσα την Ζιπκα μία βράκα με στενό μπατζάκι κ’ μεγάλη σελα, Μαζεμένη κ’ είχε πολλές πτυχές. Ήταν μάλλινο τσολίνο μπλε ή μαύρο για να τους κρατά ζεστούς. Το κάμις ήταν ένα υφαντό πουκάμισο, ήταν μονόχρωμα με γιακά κ’ κουμπωμένο μέχρι κάτω. Επίσης στο γιλεκ ήταν ένα κοντό γιλέκο με σκούρα κεντήματα μπλε ή μαύρα ή γκρι. Είχαν κ’ ένα κοντό πανωφόρι το κοντές ή μιντάν που έμοιαζε με σημερινό σακάκι με μαύρο χρώμα κ’ σκληρό ύφασμα κ’ κούμπωνε προς τα αριστερά. Το ζωναρ ήταν μία μακριά λωρίδα υφάσματος που χρησίμευε στο σφίξιμο των ρούχων επάνω στο σώμα. Σαν στήριξη επίσης είχαν το σιλαγλικ μία δερμάτινη χοντρή ζώνη με πολλές θήκες που φοριόταν πάνω από το τραπολόζ κ’ μέσα στις θήκες έβαζαν μαχαίρια ή κ’ πιστόλια ή ακόμα το χρησιμοποιούσαν κ’ σαν πορτοφόλι. Τα υποδήματα τους τώρα, ήταν τα μεσχία από δέρμα για να μην βρέχονται τα πόδια τους. Τα ορτάρια κοινά με τα γυναικεία ήταν μάλλινες κάλτσες. Είχαν ακόμα τα τσαρούχια από χοιρινό ύφασμα για μέσα στο σπίτι ή για τις αγροτικές εργασίες. Στο κεφάλι φορούσαν το Παπάχ ήταν κάτι σαν κουκούλα με λωρίδες υφάσματος τα Ωωτια που δενόντουσαν. Στο μπροστά μέρος ήταν με κεντήματα κ’ στην κορυφή είχε μια φούντα. Όπως οι γυναίκες είχαν κοσμήματα έτσι κ’ οι άντρες είχαν κοσμήματα κ’ αντικείμενα όπως το καρακουλακ που ήταν το μακρύ μαχαίρι η ματαραν πού ήταν η θήκη γιατί πυξίδα, το γαβλουκ πού ήταν η καπνοσακούλα και τωρα τα κοσμήματα που φορούσα ήταν το κιοσεκ μια ασημένια αλυσίδα που έφτανε ως την τσέπη. Το εγκόλπιο που ήταν μια ασημένια θήκη με ανάγλυφες παραστάσεις του Αγίου Γεωργίου κ’ το έδινε ο παππούς στον εγγονό κ’ μέσα είχε ευχές κ’ τέλος το φυλαχτόν ή ενα χαϊμάλι ασημένιο φυλαχτό κρεμασμένο στο λαιμό ή καρφιτσωμένο στο στήθος. Συνήθως αυτό το είχαν αυτοί που έφευγαν ή για πόλεμο ή για ξενιτιά.»
Κυρία Τούλα ετών 42.