Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΜΙΣΧΟΥ, Δ. ΙΑΣΜΟΥ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ

Όνομα: Χαγιάτ Βελή

Μ.Γ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Λαογραφία

Χωριό: Μίσχο Ροδόπης

 

Υλικός βίος

Β.α)

Η ανδρική ενδυμασία παρουσιάζει ενότητα ως προς τη μορφή της σε όλο σχεδόν τον θρακικό χώρο. Η ενδυμασία αυτή της περιοχής της Θράκης, αποτελούσε ένδυμα κοινό, όπως κοινές ήταν άλλωστε οι συνθήκες και οι ασχολίες των ανθρώπων του τόπου. Έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις γυναικείες φορεσιές, όπου τα τολμηρά χρώματα, η διακόσμηση και τα πολλά εξαρτήματα μπερδεύουν την κυρίως γραμμή τους. Οι θρακιώτες όλοι φορούν ποτούρια. Το ποτούρι είναι είδος ανοιχτού, δηλαδή φαρδύ παντελονιού που φορέθηκε μόνο στη Θράκη και που ονοματολογικά χαρακτήριζε όλη τη θρακιώτικη ανδρική ενδυμασία. Ήταν φτιαγμένο από σαγιάκι, μάλλινο δίμιτο ύφασμα της νεροτριβής (είδος τσόχας) συνήθως καφέ χρώματος, για την καθημερινή ενδυμασία, μαύρου χρώματος για την επίσημη φορεσιά και ραβόταν από τους τερζήδες (ράφτες), που το γαϊτωναν  με μαύρο γαϊτάνι στις άκρες. Το γαϊτωμα των ποτουριών ήταν ανάλογο με την περίσταση και την οικονομική κατάσταση του καθενός. Τα καλοκαιρινά ποτούρια ήταν από βαμβακερό γαλάζιο ύφασμα και ονομαζόταν «βρακία». Η ανδρική ενδυμασία της Θράκης αποτελείται επίσης από το πουκάμισο το οποίο ήταν ή λευκό βαμβακερό κεντημένο στο λαιμό, την τραχηλιά και τα μανίκια ή σκουροζάλαζα ή καφετία με λευκές ρίγες ή τετραγωνάκια για τη δουλειά και είχαν συνήθως όρθιο γιακαδάκι και φαρδιά μανίκια. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν αμάνικα γιλέκα που ήταν από σαγιάκι και άλλα ήταν ανοιχτά και άλλα κλειστά ανάλογα με την περιοχή. Υπήρχαν και πανωφόρια κοντά μανικωτά γιλέκα που ήταν και αυτά από σαγιάκι μαύρο ή σκουρογάλαζο ή καφετί και λεγόταν τζαμαντάνι. Κόκκινο ήταν μόνο το τζαμαντάνι του γαμπρού στην περιοχή μας. Τις κρύες όμως μέρες του χειμώνα φορούσαν τη γούνα, είδος παλτού σαγιακένιου, με γούνινη επένδυση εσωτερικά (προβιά). Το εξάρτημα αυτό χαρακτήριζε την οικονομική κατάσταση αυτού που το φορούσε. Οι πιο φτωχοί φορούσαν το «γιαμουρλούκι» (είδος μακριού παλτού) από γκρι σαγιάκι με κουκούλα. Η ανδρική ενδυμασία συμπληρωνόταν με το μακρύ μάλλινο δίμιτο ζωνάρι, κροσσωτό στις δυο στενές πλευρές, σε χρώμα μαύρο με λευκές ρίγες στο υφάδι ή κόκκινο με λευκές ρίγες για τους νέους και βυσσινί για τους μεγαλύτερους ή όπως στο Μίσχο κόκκινο για τους νέους, βυσσινί για τους μεγαλύτερους και μαύρο για τους ηλικιωμένους.

Οι γυναικείες φορεσιές μοιάζει να έχουν φτιαχτεί για να εντυπωσιάζουν παρά για να αναδείξουν την ομορφιά του κορμιού. Αντίθετα με την ανδρική ενδυμασία η οποία παρουσιάζεται ως ένα ενιαίο, κοινό ένδυμα, η γυναικεία ενδυμασία της Θράκης παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις μέσα στο χώρο. Τα γυναικεία ρούχα αποτελούσαν ένα κώδικα επικοινωνίας που δήλωναν την κοινωνική θέση ή την κοινωνική κατηγορία της γυναίκας. Το κάθε εξάρτημα, το χρώμα, η διακόσμηση, η μορφή του ενδύματος όλα αποτελούσαν μηνύματα αναγνωριστικά που δήλωναν τη θέση της γυναίκας στην παραδοσιακή κοινωνία. Οι ελεύθερες είχαν ρούχα με ζωηρά χρώματα και πλούσια κεντίδια. Οι κορδέλες στολισμένες με πούλιες μόνο για τις ελεύθερες και τις νιόπαντρες, τα κόκκινα «σαλένια» ή «μπουχασένια» μόνο για τις νύφες, που θα τα φορούσαν 40 ημέρες μετά το γάμο. Ο κεφαλόδεσμος σεμνός για τις ηλικιωμένες, λουλουδιασμένες μαντίλες, καισιργκούνια για τις ελεύθερες. Για τις νύφες λουλούδια και γκιρλάντες, καρφίτσες και τέλια πολλά. Όλα την ημέρα του γάμου λαμπερά, πλούσια, καλορίζικα, σύμβολα και ευχές για την νέα ζωή της γυναίκας και την εξασφάλιση της γονιμότητας. Τα υλικά για την κατασκευή της ενδυμασίας αυτής είναι όλα δικής μας παραγωγής. Μόνες μας οι γυναίκες υφαίνουμε, κάνουμε το σαγιάκι και βάφουμε με χρώματα μαύρο, καφέ σκούρο ή κόκκινο. Η φορεσιά  αποτελείται από το μακρύ πουκάμισο (τοχιμίς) από λευκασμένο χοντρό βαμβακερό ύφασμα με «γραμμένα» στον ποδόγυρο και κεντήματα στα μανίκια. Το στενό αμάνικο μονοκόμματο σαγιακένιο φουστάνι σε χρώματα μαύρο, καφέ, βυσσινί, που κεντιόταν με λευκό ελαφρά κλωσμένο βαμβάκι και χρωματιστά μαλλιά, στον ποδόγυρο και ελάχιστα στην τραχηλιά. Μοτίβα, σχηματισμένα δέντρα, κούκλες, σαλιαγκούδια που συνήθως το κέντημα λεγόταν σαλιαγκό. Το φουστάνι στο Μίσχο ήταν πάντα μαύρο ή σκούρο βυσσινί. Το ολοκόκκινο φοριόταν όταν η κοπέλα έφτανε σε ηλικία γάμου (15-16 ετών). Το νυφικό ήταν πάντα μαύρο κεντημένο με βαμβακερές κλωστές. Το μάλλινο δίμιτο φαρδύ ζωνάρι, μαύρο με λεπτές ρίγες στο υφάδι. Οι Μισχιότισσες σπάνια φορούσαν μεταλλικό ζωνάρι που συνήθιζαν σε άλλα χωριά και αυτό μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα. Στα άλλα χωριά φορούσαν το ζωνάρι και τις γιορτές το ασημοζούναρο ή μπακιροζούναρο (σημάδι του αρραβώνα). Οι ποδιές που λεγόταν «ποδε» διαφέρουν από χωριό σε χωριό. Στο Μίσχο οι ποδιές είναι κατηφένιες (βελούδινες) με στεφανάκια από αυτής είναι το τερλίκ ή μοχαερι, μακρύ πανωφόρι από μάλλινο δίμιτο με μανίκια μακριά που ανασκουμπώνονται στον αγκώνα, για να φανεί το κέντημα καμωμένο σε πρόσθετο βαμβακερό ύφασμα. Το τερλίκ έχει πλούσιο κέντημα με λευκό βαμβάκι και χρωματιστά μαλλιά στα δυο μπροστινά φύλλα, ολόγυρα στον ποδόγυρο, στην πλάτη και σε όλες τις ραφές. Το μικρό μοχαέρι που θα το φορέσει την ημέρα του γάμου, το μεγάλο μοχαέρι που θα το φορέσει τις μεγάλες μέρες (γιορτές) Χριστούγεννα, τις αποκριές, Πάσχα και τη «σιγκούνα» που θα τη φορέσει μετά τα 45 της χρόνια και μ΄ αυτή θα την θάψουν, για να κλείσει έτσι τον κύκλο της ζωής της. Πιο απλά και νεώτερα είναι διάφορα αμάνικα συνήθως τσιπούνια, σκούρου χρώματος που ήταν πιο ελαφρά διακοσμημένα. τα μόνα υλικά που αγοράζει η γυναίκα για την κατασκευή της ενδυμασίας είναι όσα χρειάζονται για τον κεφαλόδεσμο. (χάντρες, φλουριά, πούλιες, μαντίλες).

Β.β)

Οι άνδρες στα πόδια φορούσαν τσουρούτια πλεκτά. Για κάθε μέρα είχαν λεύκα κομμάτια από σαγιάκι, με τα οποία τύλιγαν τις κνήμες,  τα λεγόμενα μπλιάλια ή ποδοπάνια και τα γουρουνοτσάρουχα ή βοίδοτσάρουχα που τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι και δένανε με τα τσαρουχόσχοινα σταυρωτά. Τις γιορτές φορούσαν τα κουντούρια ή γεμενιά παπούτσια που αγόραζαν. Τα αγορασιά υποδήματα δίνονταν κυρίως σαν δώρα γάμου και φορέθηκαν με τις θρακιώτικες φορεσιές από τα τέλη του 19ου αιώνα κυρίως.

Στα πόδια οι νύφες φορούσαν τα λευκά σαγιακένια καλτούνε, στολισμένα με χρωματιστά γαϊτάνια από την τερζή (ράφτη). Καθημερινά φορούσαν γουρουνοτσάρουχα όπως και οι άνδρες, και τις Κυριακές και τις γιορτές κουντούρες (κλειστά δερμάτινα παπούτσια).

Β.γ)

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των ανδρικών ενδυμασιών της θράκης είναι το κεφαλοκάλυμμα. Πρόκειται για ένα μαύρο ή σκουρογάλαζο ζωνάρι, μήκος περίπου 2 μέτρων, μάλλινο ή βαμβακερό, το οποίο τύλιγαν ολόγυρα στο κεφάλι, αφήνοντας να κρέμεται στην πλάτη η μια κροσσωτή άκρη. Το κάλυμμα αυτό λεγόταν σάλι ή σερβέτα και αντικαταστάθηκε από το καλπάκι, μαύρο βελούδινο ή αστρακάν καπέλο με δυο κουμπιά. Στο καλπάκι συνήθιζαν να σκαλώνουν ένα ρομβοειδές ή στρογγυλό χάντρινο κόσμημα.

Οι γυναίκες στο κεφάλι φορούσαν ένα κόκκινο σκουφάκι με υποσαγώνιο το μαγγούρι, που σκεπαζόταν όλο από το καφέ ή σκούρο βυσσινί μαντίλι, το τσεμπέρι. Κάτω από την μαντίλα στερέωναν (στο μαγγούρι) σειρές φλουριά και σταυρούς που κρέμονταν στο μέτωπο.

Τοπική ονομασία ενδύματος

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
2594
Έτος καταγραφής
2012-13
Επώνυμο
Χαγιάτ
Όνομα
Βελή