Τοπικές ενδυμασίες από ΑΡΑΤΟΥ, Δ. ΑΡΡΙΑΝΩΝ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Όνομα: ΣΕΔΑ ΑΧΜΕΤ
Ακαδημαϊκό έτος: 2011-2012
Μ.Γ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
Λαογραφία
Χωριό: Άρατος Κομοτηνής
Β) Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός
Α. Ένδυμα
Ζιπκα ενδεχομένως σύνθετη λέξη από την ξενική ζιπ (παντελόνι) και την ελληνική τα κάτω. Το παντελόνι το φτάνει μέχρι κάτω. Καυκασιανό κουστούμι το οποίο το υιοθέτησαν όχι μόνο οι πόντιοι αλλά και οι αρμένιοι, οι τούρκοι, οι – και οι γεωργιανοί. Εμφανίζεται λίγο πριν του 1990. Το φορούν κυρίως οι ένοπλοι για ελευθερία της κίνησης. Το ύφασμα της ζιπκας είναι τσόχα ή κασμίρ σε διάφορα χρώματα, μαύρο στους ενόπλους, μπλε σκούρο ή μπλε ραφ. για τους νέους γκρι για μεγαλύτερους σε ηλικία καφέ σκούρο, καφέ --, δαμασκηνί και κυπαρρισί. Εσωτερικά είναι συνδεδεμένο με κάποτο σε σκούρο χρώμα στη μέση είναι φαρδύ και σχηματίζει πολλές πτυχές και πιέτες πίσω και μπροστά, τα σκέλη μέχρι και τον αστράγαλο ήταν στενά. Δεξιά και αριστερά στο ύψος του παλτουριού είχε τσέπες, ήταν απλικαρισμένη με κορδόνι σε διάφορα χρώματα γύρω από τις τσέπες εως και κάτω από το αστράγαλο. Το γιλέκ δηλαδή το γιλέκο σε τσόχα ή κασμίρ ύφασμα μονόχρωμο αλλά και βαμβακομέταξο ριγωτό το μήκος ξεκινούσε από τον ώμο εώς την λεκάνη περίπου 65 εκατοστά ήταν κεντημένο με κορδόνι σε διάφορα χρώματα. Είχε δυο τσέπες δεξιά και αριστερά κάτω από το στήθος. Έκλεινε από τα δεξιά προς τα αριστερά. Το γιλέκο ήταν ----κουμποτό σχέδιο. Τα κουμπιά ήταν μεταλλικά, υφασμάτινα ή γαϊτάνι. Καμις υποκάμισο σε μπεζ ή άσπρο κυρίως χρώμα αλλά και σε ρίγα και καρό σε διάφορες αποχρώσεις με όρθιο ή κλασικό γιακά, μανίκια σε ίσια γραμμή ή – με δυο κουμπιά και άνοιγμα εμπρός μέχρι το στήθος και πέντε κουμπιά. – το κεφαλοδέσιμο με τις ταινίες του αριστερά και δεξιά η κορυφή του σχημάτιζε μύτη και επάνω ήταν ένα ή δυο κλεμία με κορδόνια με φούντες. Το έδεναν γύρω από το κεφάλι. Συναντούμε διάφορα είδη δεσίματος. Καραβάνα αντρικό παντελόνι πολύ φαρδύ στη μέση στα γόνατα. Από τα γόνατα μέχρι τον αστράγαλο στένευε και κολλούσε στις γάμπες το δέναμε εσωτερικά με κορδόνια. Σχημάτιζε πολλές πτυχές πίσω και εμπρός. Την μέση την συγκρατούσε κορδόνι εσωτερικά περασμένο στο ύφασμα. Ήταν αφοδράριστη. Η καραβάνα ήταν από τσόχα ή κασμίρι σε διάφορα χρώματα κυρίως καφέ, μαύρο και μοβ. Σαν ολοκληρωμένη ενδυμασία συνοδευόταν από το καμις, το γιλέκ, το ταραπουλουζ, το φεξ και το αντρικό μακρυγούνι που το φορούσαν οι προεστοί στα αστικά κέντρα και προϋπήρχε σαν φορεσιά από την ζιπκα. Σαλβάρι αντρικό παντελόνι παρόμοιο με το καραβάνα. Η διαφορά ήταν στο ότι το σαλβάρι κατέληγε στο γόνατο ήταν πολύ φαρδύ και σχημάτιζε πτυχές. Το συγκρατούσε στη μέση το καις λεπτή ή φαρδιά δερμάτινη ζώνη. Το ποτούρι καθημερινό ένδυμα παρόμοιο με το σαλβάρι και την καραβάνα. Το επάνω μέρος σχημάτιζε τρεις πιέτες από τα αριστερά και τρεις πιέτες από τα δεξιά. Μπροστά έχει άνοιγμα το οποίο ονομαζόταν τσιλτιφιρ και κάτω μέχρι τον αστράγαλο. Στα δυο πλαϊνά των αστραγάλων εσωτερικά ή εξωτερικά είχε σχισμές 10εκ για να μπαίνει εύκολα το πόδι. Το ποτούρι γινόταν από βαμβακερό ύφασμα ή λινάτσα σε σκουρόχρωμες αποχρώσεις. Η γυναικεία ποντιακή φορεσιά είχε στοιχεία από το βυζαντινό κουστούμι. Το χαρακτηριστικό της ένδυμα είναι η ζουπουνα. Καθιερώθηκε σαν ορολογία για ολόκληρη την φορεσιά. Στον δυτικό πόντο η ζιπούνα λεγόταν αντέρι της κοινωνικής θέσης της γυναίκας. Επίσης η ηλικία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην διαφοροποίηση της υφασματολογίας και της χρωματολογίας. Η ζιπούνα μακρύ μανικωτό φόρεμα χωρίς ραφή στους ώμους. Η βάση του ήταν ένα κομμάτι με 3 μέτρα μήκος και 50εκ φάρδος (τα υφάσματα εκείνη την περιοχή τα δίπλωναν στην μέση και έδιναν μια ψαλίδα οριζόντια κάθετα λαιμόκοψη. Τα κομμάτια ξεκινούσαν από την μέση και κατέληγαν και αυτά στους αστραγάλους. Είχαν μήκος 1 μέτρο ενώ το φάρδος επάνω ήταν 3 εκ. τα μανίκια ξεκινούσαν από τον ώμο κατέληγαν στον καρπό. Διπλωμένα είχαν φάρδος 20 εκ επάνω και 14 εκ στον καρπό. Κάτω από αυτό τη μασχάλη ένωναν τρίγωνα υφάσματος που ένωναν τα μανίκια με το κυρίως φόρεμα. αυτά έδιναν αέρα στην κίνηση των χεριών. Τα μανίκια κάτω είχαν ανοίγματα 10 εκ το καθένα. Μπροστά η ζιπούνα έκλεινε με κουμπιά. Με κουμπιά έκλειναν και τα μανίκια όχι όμως σε όλες τις ζιπούνες. Το σαλβάρ φαρδιά βράκα που αποτελείται από τέσσερα κομμάτια, το δεξί και αριστερά σκέλος και το καβάλο εμπρός και πίσω. Στη μέση περνούσαν κορδόνι και έτσι το ρούχο σχημάτιζε πολλές πτυχές. Το σαλβάρι το έδεναν στα γόνατα και το υπόλοιπο του υφάσματος έπεφτε στη μέση της γάμπας. Το φάρδος του ήταν τέτοιο που εξυπηρετούσε ως φρουρό παλιάς εποχής για να στέκεται όμορφα η ζιπούνα. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν το ατλάζι και το ρεγιόν. Στη λαϊκή φορεσιά τα σαλβάρια που τα κατασκεύαζαν από βαμβακερά υφάσματα φυτικές ίνες. Το εσωτερικό ήταν επενδυμένο με καποτο ή χασέ. Καμις υποκάμισο που συνόδευε την επίσημη ενδυμασία. Για το καμις χρησιμοποιούσαν μεταξωτό κουκούλι χασέ και δαντέλα. Το μεταξωτό το έβαζαν σε εμφάνιση σημεία (μανίκια και στήθος) και το χασέ σε κρυφά σημεία. Την δαντέλα την χρησιμοποιούσαν στα τελειώματα του ρούχου. Καμισόλα υποκάμισο φαρδύ στον κορμό και τα μανίκια με ή χωρίς ραφή στους ώμους. Η καμισόλα σχημάτιζε σφηκοφωλιά λάστιχο ραμμένο στη μέση και στους καρπούς των χεριών. Την κατασκεύαζαν συνήθως από – ύφασμα λινάτσα ή βαμβακοφανέλα σε μονόχρωμες συνήθως αποχρώσεις. Εσωτερικά είναι αφοδράριστη. Η καμισόλα σαν ένδυμα συνόδευε το μεσοφούστανο.
Β. υποδήματα
Γεμενιά, πήραν το όνομα τους από την Υεμένη. Τη κατασκεύαζαν από δέρμα κατσίκας. Ήταν πολύ μαλακά με γυριστές μύτες. Οι σόλες τους ήταν λεπτές έως ανύπαρκτες. Το ύψος των υποδημάτων έφτανε στον αστράγαλο. Το φορούσαν οι άντρες με την τζίπκα σε συνδυασμό με τα μεστια το χρώμα τους ήταν μαύρο. Τσάπουλας ήταν ανδρικά υποδήματα παρόμοια με τα γεμενιά. Οι διαφορές τους ήταν οι εξής το δέρμα που χρησιμοποιούσαν για τα τσάπουλας ήταν σκληρό και οι μύτες των παπουτσιών δεν ήταν γυριστές. Οι σόλες ήταν μισό εκατοστό και ήταν από δέρμα πολύ σκληρό. Το χρώμα τους ήταν μαύρο ή καφέ σκούρο. Το φορούσαν με την ζιπκα σε συνδυασμό με τα μεστια ή σκέτα με την καραβάνα. Το ύψος τους έφτανε στον αστράγαλο. Στο εσωτερικό της γάμπας είχαν μικρές τρύπες από όπου περνούσαν δερμάτινο κορδόνι για να τα δένουν σφιχτά στα πόδια. Χαμηλά κάτω που εξείχαν δερμάτινες γλώσσες οι οποίες κάλυπταν το πάνω μέρος μπροστά των παπουτσιών. Τα μεστια φορούσαν σε συνδυασμό με τα γεμενιά ή τα τσάπουλας. Ρωσικές μπότες. Τα πότας έτσι τα αποκαλούσαν οι πόντιοι μετά την έλευση του ρωσικού στρατού. Οι Έλληνες της περιοχής υιοθέτησαν τα συγκεκριμένα υποδήματα τα οποία αντικαταστήσαν τα τσάπουλας σε πολύ μεγάλο βαθμό. Τις φορούσαν κυρίως οι προεστοί με τα φραγκικά ή τα στενά κατασκευασμένα από δέρμα. Μπροστά σχημάτιζαν μυτερό ημικύκλιο. Οι σόλες ήταν από σκληρό δέρμα μισού εκατοστού ενώ τα τακούνια από σκληρό δέρμα ενός εκατοστού. Το ύψος στις συγκεκριμένες μπότες έφτανε στο γόνατο. Το δέρμα ήταν τόσο μαλακό που στο μέσο της γάμπας σχημάτιζε πτυχές. Στο εσωτερικό τους είχε φερμουάρ. Το χρώμα τους ήταν μαύρο, γκρι και καφέ σκούρο. Κουντουράς – παπούτσια με τακούνι. Ήταν κατασκευασμένα από δέρμα μαύρου χρώματος. Κάλυπταν όλο το πόδι και στο ύψος έφταναν λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο. Ήταν σχεδιασμένα που δεν ξεχώριζε το αριστερό από το δεξί. Μεταφορικά αν ήθελαν να κοροϊδέψουν κάποιον άκαμπτον έλεγαν ---κουντουραν πορπατεί. Τα φορούσαν άντρες και γυναίκες. Ποσταλια είναι γυναικεία υποδήματα αστικών κέντρων, ευρωπαϊκό σχέδιο που είχε κοινά στοιχεία με την γαλλική παρετα. Το τακούνι ήταν τετραγωνισμένο και στένευε προς τα κάτω. Μπροστά ήταν ανοιχτά και έκλειναν με στενό λουράκι από το ίδιο δέρμα ή από λάστιχο. Μποτινα παπούτσια που κατασκεύαζαν από μαλακό δέρμα γουρούνια. Τα συγκεκριμένα ήταν άσολα. Τα φορούσαν πάνω από τα – κάλτσες πλεχτές. Δεξιά και αριστερά στο ύψος της φτέρνας είχε τρύπες από όπου περνούσαν κορδόνι δερμάτινο και το έδεναν σταυρωτά στη μέση της γάμπας. Τα τσαρούχια τα φορούσαν στην καθημερινότητα τους στα χωριά άντρες και γυναίκες. Ναλια τσόκαρα τα οποία φορούσαν με ή χωρίς παπούτσια για να προστατεύονται από τα νερά και τις λούμπες. Τα ναλια στον ορεινό όγκο του πόντου ήταν κατασκευασμένα από ξύλο και δέρμα, ενώ στα αστικά κέντρα ήταν από βερνικωμένο ξύλο φιλντίσι και σύρμα ασημένιο και πλεγμένο στο χέρι, το οποίο στερέωναν πάνω από βελούδινο ύφασμα. Είχαν τακούνι σε δυο σημεία. Το ένα που είχε σχήμα πυραμίδας ήταν στην πατούσα ενώ το άλλο που είχε σχήμα οβάλ πίσω και τετράγωνο. Μπροστά ήταν στην φτέρνα. Ναλια φορούσαν συνήθως οι γυναίκες αλλά και άντρες κυρίως στα δημόσια λουτρά.
Γ. καλύμματα κεφαλιού και κόμμωση
Τεπελια δισκοειδής καπελάκι που κοσμούσε το γυναικείο κεφάλι. Πήρε το όνομα του από την λέξη τεπε που σημαίνει κορυφή. Το κατασκεύαζαν εσωτερικά από σκληρό χαρτί και εξωτερικά από τσόχα σκληρό καποτο ή βελούδο. Ημικυκλικά περνούσαν χαρτί χονδρικά ενός εκατοστού και πάνω έραβαν μια ή δυο σειρές φλουριά κωνσταντινάτα. Το πάνω μέρος το κάλυπταν το μέταλλο σφυρήλατο σε διάφορα σχέδια ή σύρμα φτιαγμένο στο χέρι. Στις δυο σειρές, δεξιά και αριστερά έραβαν κορδέλες τις οποίες έδεναν πίσω στο κεφάλι. Το τεπελικ το συναντούμε να συνοδεύει τη ζιπούνα. Τεπελίκια φορούσαν οι γυναίκες Κουρσιν ονομάζαμε το χρυσό κορδόνι. Υπήρχαν τεπελικια που στην κορυφή αντί για μέταλλο κεντούσαν χρυσό κορδόνι με αποτέλεσμα να ονομάζεται ολόκληρη η τάπλα κουρσιν. Λετσεκ είναι μαντίλι που φορούσαν οι γυναίκες μέσης ηλικίας στο κεφάλι. Περιμετρικά ήταν πλεγμένο γαϊτάνι ή δαντέλα χειροποίητη. Υπήρχαν μαντίλια κεντημένα. Το ύφασμα ήταν ταγμένη λινάτσα ή καμβάς. Το λετσεκ το φορούσαν τριγωνικά στο κεφάλι πάνω από τεπελίκι ή χωρίς αυτό. Το άφηναν λιτό και οι δυο άκρες του έπεφταν στους ώμους. Η δεξιά άκρη του στην δεξιά μεριά του λαιμού. Σταύρωνε κάτω από το πιγούνι και έδενε πίσω στο κάτω μέρος της κεφαλής. Τσίτι ή κατζοδετρα τετράγωνο μαντίλι καθημερινής χρήσης που το φορούσαν κοπέλες οι γυναίκες. Το ύφασμα ήταν τσελβόλ, λινό, βίσκοζι ή γάζα. Συνήθως τα συγκεκριμένα μαντήλια ήταν μονόχρωμα σκούρας αλλά και ανοιχτής απόχρωσης. Ήταν άσπρα και μαύρα αλλά και με μαύρο με λουλούδια σε έντονους χρωματισμούς. Ήταν σκούρο μπλε, σκούρο καφέ και το μαύρο. Το δέσιμο κάλυπτε πιγούνι αλλά το μέτωπο ήταν ανοιχτό. Οι δυο άκρες σταυρώνουν κατευθείαν πίσω στο λαιμό περνούσαν από το ύψος των κροτάφων πλάι στην κορυφή της κεφαλής. Τα κεντημένα μαντήλια τα άφηναν λιτά με τις άκρες να πέφτουν στους ώμους. Τα μονόχρωμα και σταμπωτά τα έδεναν μπροστά στον λαιμό κάτω από το πιγούνι. Κεφαλοδέσιμο ή πασλούκ αποτελούσε κομμάτι της ανδρικής ενδυμασίας. Ήταν κατασκευασμένο από το τσόχινο ή κασμιρένιο ύφασμα. Οι ταινίες του δεξιά και αριστερά στο τελείωμα τους σχηματίζουν καμπύλες. Στο εσωτερικό του ντουμπλαρίζουν ύφασμα ατλάζι σε γυαλιστερά χρώματα. Η κορυφή του σχημάτιζε μύτη και επάνω έραβαν ένα ή δυο πισκούλια. Το ύφασμα περιμετρικά ήταν κεντημένο με κορδόνι. Το έδεναν μια ή δυο φορές γύρω από το κεφάλι. Υπήρχαν σχέδια διάφορα δεσίματος. Φεζ ονομασία της γαλλικής Τόκας. Αντρικό το οποίο φορούσαν οι προεστοί ήταν κατασκευασμένο από το χοντρό χαρτί εξωτερικά ήταν επενδυμένο με τσόχα και είχε σχήμα δίσκου. Το κάτω ήταν μεγαλύτερο στο κεφάλι ενώ επάνω στένευε. Στην κορυφή είχε ραμμένο πισκουλι. Τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν για το φεζ ήταν το κόκκινο, το βυσσινί, το μαύρο, το μοβ. Μερικές φορές πάνω από αυτό τύλιγαν σειρές υφάσματος. Υπήρχαν διάφορα ύψη φεζ. Συνήθως όσο πιο κοινωνικά ανεβασμένος ήταν τόσο πιο ψηλό φεζ φορούσε. Ρωσική τοκα συνόδευε το καυκασιανο κουστούμι. Την φορούσαν μετανάστευαν για επαγγελματικούς λόγους. Είχε διάφορα ύψη και ήταν κατασκευασμένα από ρωσική γούνα. Συνήθως από λίγης, ζεμπελίνα ή καστόρ.