Τοπικές ενδυμασίες από ΓΡΑΤΙΝΗ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
Όνομα: Σμυρανή Παλιάτσου
Ακαδημαϊκό έτος: 2010-2011
Μ.Γ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
Λαογραφία
Χωριό: Γρατίνη, νομού Ροδόπης
Β) Ένδυμα, υπόδεση, καλλωπισμός
Α) Ένδυμα
« Η γυναικεία γιορτινή φορεσιά της Γρατίνης , είναι λεπτή, φτιαγμένη από μεταξωτό και βελούδινο ύφασμα από τα επτά χρώματα της Ίριδας. Στο κεφάλι δένεται μαντήλα, που ονομάζεται φλούδα. Έχει σχήμα τετράγωνο και διπλώνεται στα δυο, σχηματίζοντας ένα τρίγωνο. Οι άκρες της παιρνιούνται στο πίσω μέρος του κεφαλιού και στη συνέχεια γυρίζονται επάνω και δένονται στο πλάι πάνω από το αριστερό αυτί. Η φλούδα είναι πάντοτε μονόχρωμη, συνήθως σε ένα από τα ακόλουθα χρώματα: λαχανί, κίτρινο, βυσσινί και πράσινο και σε συνδυασμό πάντα με το χρώμα του φορέματος. Γύρω- γύρω στολίζεται με τους ουγιάδες, λεπτή δαντέλα, πλεγμένη με το βελόνι πλεξίματος και με τους κόμπους σχηματίζονται φυλλαράκια, λουλούδια και άλλα σχέδια. Η μπιμπίλα, το κέντημα, γίνεται με χρωματιστές κλωστές. Εξωτερικά φορούσαν μονοκόμματο φουστάνι που το λένε φόρεμα, φούστα ή χούστα. Το γιορτινό φόρεμα ραβόταν από τις μάνες των κοριτσιών σε μεταξωτό ύφασμα ή ατλατζένιω σε χρώμα βυσσινί, πορτοκαλί, κίτρινο, λαχανί, καφέ, ζαχαρί, γαλάζιο, πράσινο και σιέλ. Το επάνω μέρος αποτελούσε τη μπλούζα, εφαρμοστή που έχει λαιμοκοψή σε σχήμα στρόγγυλο και μπούστο, που ανοίγει μπροστά μέχρι τη μέση για να μπαίνει εύκολα το φόρεμα. Η λαιμουδιά και οι δυο πλευρές του ανοίγματος, στο μπούστο, γαρνίρονταν με φαρδιά μαύρη δαντέλα, που οι άκρες της γυρίζουν αριστερά και δεξιά μπροστά και επάνω από τη μέση, σχηματίζοντας η δαντέλα το κεφαλαίο γράμμα ωμέγα (Ω). τα μανίκια είναι στενά ( κάπως εφαρμοστά) και φτάνουν μέχρι τον καρπό του χεριού. Στη μέση ράβεται το κάτω μέρος του φορέματος η φούστα (μεσόφουστα). Η σύνδεση των δυο τμημάτων του φορέματος γίνεται έτσι ώστε, στην μπλούζα να γίνονται μπροστά δυο πένσες, για να στρώνει πάνω στο γυναικείο σώμα το ρούχο. Ενώ η φούστα να κάθεται σουρωτή και να σχηματίζει κατά διαστήματα πιέτες, τις σλίβες, που δείχνουν την φούστα πιο πλούσια. Εξαιτίας της κατασκευής της η μεσόφουστα είναι δύσκολο να σιδερωθεί γι’ αυτό και το δίπλωμα γίνεται προσεκτικά για να μην τσαλακώνει το ύφασμα και δεν φαίνονται οι σλίβες. Ξεκινούν, το δίπλωμα από τον ποδόγυρο και διπλώνουν τις σλίβες τη μια μετά την άλλη και η μεσόφουστα κλείνει σαν μια βεντάλια. Το δίπλωμα λέγεται σλίγωμα. Στο κάτω μέρος της μεσόφουστα και σε αρκετό διάστημα πάνω από τον ποδόγυρο μπαίνει φαρδιά μαύρη δαντέλα. Πάνω από το φόρεμα μπαίνει κοντογούνι. Ράβεται σε μαύρο βελούδο ύφασμα συνήθως αλλά κόκκινο ή καφέ ανάλογα με το χρώμα του φορέματος. Τα μανίκια του είναι ίσια και φτάνουν μέχρι τον καρπό του χεριού, έτσι ώστε να σκεπάζουν τα μανίκια του φορέματος. Στο μάκρος είναι κοντό, κόβεται ψηλότερα από τη μέση, κι αφήνει μπροστά ανοιχτό το στήθος ενώ οι δυο άκρες του, στα πλάγια ακολουθούν λοξή γραμμή. Η μπουλτούρα του είναι το – από κίτρινη βαμβακερή χαρτζιά. Επίσης με χαρτζιά στολίζεται και τα μανίκια γύρω στις μανσέτες. Συμπλήρωμα της φορεσιάς είναι η ποδιά, τσαντήλα που δένεται στη μέση. Είναι πάντοτε σε χρώμα κόκκινο φτιαγμένη από κάμποτο, χασέ ή μεταξωτό ύφασμα. Έχει ελαφριά σούρα πάντα στη μέση και το μάκρος της έρχεται ίσα με τον ποδόγυρο του φορέματος. Το κάτω μέρος της, η μπουλντούρα της είναι με μαύρη δαντέλα που γυρίζει και ανεβαίνει προς τα πάνω, στρογγυλεύοντας τις άκρες της τσαντήλας σχηματίζοντας το γράμμα ύψιλον (υ). απαραίτητο στοιχείο της φορεσιάς, όπου φοριέται στη μέση και πάνω από την ποδιά είναι η ζώνη, κουλάνα, που σκεπάζει την ένωση της μεσόφουστας με το επάνω μέρος του φορέματος. Η κουλάνα είναι ζώνη μαύρη βελούδινη (πάντα) με κεντήματα διάφορα σε πολύχρωμα σχέδια όπως λουλούδια και φύλλα. Κουμπώνει στη μέση με τις δυο άκρες, την πόρπη, καπάκια στα Γρατινιώτικα, σε σχήμα ωοηδές, αμυγδαλωτό που μπορεί να είναι ασημένια ή χάλκινα (μπακιρένια). Το σχήμα των καπακίων διαφέρει από τις υπόλοιπες φορεσιές των άλλων χωριών. Κάτω από το γιορτινό φόρεμα φορούσαν, όσες είχαν την ευχέρεια, λευκό βαμβακερό πουκάμισο, με γαρνιτούρα στα άκρα του πουκαμίσου ασπροκόκκινη δαντέλα. Όσες δεν είχαν χρήματα φορούσαν για εσώρουχο τις γκουτζιόκες, φτιαγμένες από παλιό φουστάνι, ξεθωριασμένο. Μεταξύ του φουστανιού, του πουκαμίσου και της γκουτζιόκας, φορούσαν την τραχλιά. Τραχλιά είναι απάνικη λευκή, σε στιλ παιδικής σαλιάρας, ανοιχτή μπροστά με κέντημα ασπροκόκκινης δαντέλας και να φαίνεται το μεσοάνοιγμα του φουστανιού για να μην φανεί το πουκάμισο ή η γκουτζιόκα όπου κάλυπται το στήθος της γυναίκας και το πίσω μέρος του λαιμού. Επίσης μέσα από το φουστάνι και κάτω από την μέση, φόρεγαν χοντρές υφαντές μεσόφουστες και από πάνω ανάμεσα του φουστανιού και της μεσόφουστας, φορούσαν χασεδένια μεσόφουστα για να δείχνει πιο πλούσια το φόρεμα με τις σλίβες. Για εσώρουχο φορούσαν το σιαλβάρι, υφαντό ύφασμα, καρό, από άσπρο και μπλε χρώμα, σε στιλ βράκας. Δενόταν στην μέση με βρακοζώνη, πλεχτή και στο κάτω μέρος κατέληγε στενό, μεταξύ της κνήμης και του γονάτου για να μην φαίνεται ούτε το γόνατο. Στην άκρη το στενό μέρος, στολιζόταν με γαϊτάνιγια να φαίνονται όμορφα όταν σήκωναν την φούστα του φορέματος, στον χορό. Στα πόδια φορούσαν άσπρες κάλτσες μάλλινες ή βαμβακερές».
Νυφική φορεσιά
« H νυφική φορεσιά είναι ίδια με την γιορτινή φορεσιά ωστόσο υπάρχουν μερικές προσθήκες που την διαφοροποιούν. Οι νύφες προσθέτουν στο πίσω μέρος της φλούδας, μαντήλα, δυο σιματάδες, λουλούδια (φούντες) επιχρυσωμένες, από χρυσόχαρτο τις οποίες αγοράζει ο γαμπρός. Τις έβαζε η κουμπάρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, επάνω από την φλούδα μαζί με τα τέλια ή τρέδες, όπου ήταν κορδέλες σε διάφορα χρώματα. Επίσης ο γαμπρός εάν δεν είχε χρήματα αγόραζε στην νύφη γούνα και την φορούσε όποια εποχή και αν ήταν. Στην κουλάνα, ζώνη περνούσαν οι ίδιες οι νύφες τσεβρέ κόκκινο, μαντίλι, με κρόσια».
Καθημερινή φορεσιά
«Η καθημερινή φορεσιά φτιάχνεται από χοντρά υφάσματα, στον αργαλειό. Τα σχέδια ύφανσης είναι δυο: α) ριγωτά και β) καρώ, σκέτο μονόχρωμο υφαντό δεν υπάρχει. Τα κορίτσια φορούσαν το τσιπάκι, εφαρμοστή, ξεχωριστή μπλούζα και μεσόφουστα, φούστα όπου δενόταν στην μέση με μάνες, μοχόχρωμες, ζώνες. Η φούστα ήταν ριγέ με χρώματα που εναλλάσσονταν κόκκινο, κίτρινο, γαλάζια, άσπρο εναλλάξ. Στο κάτω μέρος του φουστανιού και λίγο πιο πάνω από τον ποδόγυρο υπήρχε μια φάση, λωρίδα με φαρδύτερες μάνες, ρίγες, που συνδυάζονταν με χρώματα μεταξύ τους». «οι ηλικιωμένες γυναίκες φορούσαν πάντοτε ολόκληρο φόρεμα. Άλλες μορφές καθημερινής φορεσιάς ήταν τα φορέματα από υφαντό καρώ σε μικρά ή μεγάλα τετράγωνα. Τα χρώματα των τετραγώνων ήταν βυσσινί με μπλε ή γαλάζιο με άσπρο ρίγες. Με το ίδιο ύφασμα έφτιαχναν τις μεσόφουστες, γκουτζιόκες και τα σαλβάρια τους. Στα πόδια έβαζαν πλεχτές μάλλινες ή βαμβακερές κάλτσες». «κάποιες άλλες φορεσιές γιορτινές ήταν και οι μυρνιές. Οι μυρνιές φτιάχνονταν από μεταξωτό ύφασμα το φόρεμα τους, το οποίο ήταν λουλουδάτο. Το φόρεμα έχει την ίδια κατασκευή με τα άλλα φορέματα και τα υπόλοιπα μέρη της φορεσιάς είναι το κοντογούνι, η τσαντήλα, η φλούδα και η κουλάνα». Ανδρική ενδυμασία «στην ανδρική φορεσιά δεν υπάρχουν γιορτινές και καθημερινές, είναι μια. Στο κεφάλι φορούσαν μαύρο καπέλο το κασκέτο. Η φορεσιά τους λέγεται πουτούρια και ράβεται από μαύρο ή καφέ υφαντό ύφασμα από μαλλί προβάτου. Μέχρι το γόνατο είναι φαρδύ και σχηματίζει φουσκωτό, κάτω όμως από το γόνατο στενεύει και κουμπώνει με γαντζάκια, ειδικά κουμπάκια από σύρμα, ενώ με μαύρο σηρίτι, όπου σχηματίζονται σχέδια σαν κουμπιά εξωτερικά. Πάνω από την μέση φοριέται το τζιαμαντάνι, με μακριά μανίκια, χωρίς γιακά και εσωτερικές τσέπες. Το τζιαμαντάνι γύρω- γύρω έχει μαύρες τρέσες στις τσέπες. Οι τσορμπατζήδες, πλούσιοι, στα μανίκια του τζιαμαντανιού τους έβαζαν γαϊτάνι στα μανίκια. Κάτω από το τζιαμαντάνι φορούσαν τον τζιμπέ, αμάνικο, κλειστό, σαν γιλέκο από μπροστά και από πίσω ανοιχτό που κούμπονε με γαντζάκια δεξιά ή αριστερά κάτω από τη μασχάλη. Κάτω από το τζιμπέ φορούσαν το αντιρί, το πουκάμισο, χωρίς γιακά, από υφαντό ύφασμα, σε σχήμα καρώ κόκκινο-μπλε ή μπλε-άσπρο ριγέ. Κάτω από το αντίρι, σε θέση φανέλας, φορούσαν το πκάμισο όπου ήταν άσπρο και ανοιχτό από μπροστά. Στην μέση για να στεριωθεί το πουτούρι έβαζαν το ζουνάρι, μάλλινο υφαντό σε χρώμα κόκκινο ή βυσσινί και στενόμακρο. Το μάκρος του είναι περίπου πέντε εως έξι μέτρα για να τυλίγει πολλές φορές το σώμα. Στις δυο του άκρες έχει κρόσια όπου δεν φαίνονταν γιατί έμπαιναν στο δέσιμο όπως τυλίγονταν. Μέσα στο ζωνάρι έβαζαν την καπνοσακούλα και την παραδοσακούλα, δερμάτινη ή υφασμάτινη τσέπη. Για εσώρουχο φορούσαν την βράκα, βαμβακερή που σχημάτιζε φουφούλα μέχρι το γόνατο και δενόταν με βρακοζώνα. Στα πόδια φορούσαν μαύρα, χοντρά πλεκτά τα τσουράπια, οι κάλτσες όπου έφταναν μέχρι το πουτούρι και φοριόνταν πάνω από αυτό. Στον λαιμό τους φορούσαν τον βαλά. Ο βαλάς ήταν μεγάλο, τετράγωνο μαντήλι σε χρώμα λαχανί ή κόκκινο στολισμένο γύρω γύρω με τους ουγιάδες, δαντέλα ασπροκόκκινη. Τον φορούσαν σε σχήμα τρίγωνο όπου οι δυο άκρες τους δεν δένονται. Ο αρραβωνιασμένος άνδρας φορούσε τον βαλά που τον έστελνε η κοπέλα του, μαζί με τα δώρα της όπως μαντήλια, βρακοζώνα, κεντημένη παραδοσακούλα». «οι τσορμπατζήδες, πλούσιοι το χειμώνα φορούσαν βαριές κάπες με μανίκια ή αμάνικες υφαμένες από μαλλί προβάτου ή κατσικιού».
Παιδική ενδυμασία
«Τα μωρουδιακά βρίσκονταν στην προίκα της κάθε κοπέλας. Οι πάνες λέγονταν κλόπανα, ήταν χοντρές, φτιαγμένες από μάλλινο ύφασμα, κομμένο από παλιό ρουχα. Η εξωτερική φασκιά ήταν τετράγωνη από καρώ ύφασμα, μπουχτσιάς άσπρο-μπλε».
Φορεσιά πένθους
« Η γυναίκα όταν πέθαινε κάποιος, ντύνονταν στα μαύρα όπου διατηρούσε το πένθος πολύ περισσότερο από τον άνδρα. Όταν ήταν μακρινός συγγενής φορούσαν μόνο μαύρη τσαντήλα, ποδιά, και την κρατούσαν τουλάχιστον σαράντα μέρες. Επίσης τις πλεξούδες τις έδεναν γύρω από το κεφάλι. Οι άνδρες δεν ξυρίζονταν σαράντα μέρες και δεν έβγαιναν στο κασαμπαριό, στην πλατεία. Επίσης όταν ο συγγενής του ήταν κοντινός φορούσε μαύρο αντιρί».
Β) υποδήματα « για παπούτσια φορούσαν οι γυναίκες τα κουντούρια, χοντρά χαμηλοτάκουνα από δέρμα σε χρώμα μαύρο. Στο κάτω μέρος υπήρχαν πρόκες για να ακούγονταν όταν χόρευαν. Μέσα στο σπίτι φόραγαν τιρλίκια από χοντρό μάλλινο ύφασμα, αμπά. Έξω στην αυλή ή στην γειτονιά φορούσαν τα γαλέτζια και τσαργούλια , φτιαγμένα από ξύλο πλατάνου ή μουριάς που τα έφτιαχναν τσαγκάρηδες στην Γρατινή. Οι άντρες φορούσαν κουντούρια μαύρα δερμάτινα».
Γ) καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση «η γυναίκα φορούσε στο κεφάλι την φλούδα και τα μαλλιά της τα άφηνε ελεύθερα ή τα χτένιζαν και τα έκαναν πλεξούδες, γουρδίλες. Τα μαλλιά ήταν πάντα μακριά και οι γουρδίλες ήταν δυο ή τέσσερις όπου στο τέλος τις έδεναν με κόκκινη κλωστή σαν σταυρός. Οι άνδρες φορούσαν στο κεφάλι το κασκέτο». Δ) καλλωπισμός «οι γυναίκες έβαζαν για την βασκανία, για το μάτι, μια γαλάζια χάνδρα ή μπουντζίκα και ένα μικρό πλατό κομμάτι από παλιουρά. Η παλιουρά είναι ένας θάμνος όπου φυτρώνει στο χωριό. Έπρεπε να είναι σε θέση όπου όπως λένε οι Γρατινιώτες «να μην ακουστεί λάλησμα πετεινού». Έκοβαν το κομμάτι το Σάββατο και την άλλη μέρα το πήγαιναν στην εκκλησία για να διαβαστεί στην Κυριακάτικη Λειτουργεία για το μάτι. Επίσης φορούσαν σκουλαρίκια και βραχιόλια τα χαρχάλια που ήταν κοκάλινα ή χρυσά τις βέργες. Στο λαιμό κρεμούσαν φλουριά όσες είχαν και ντούμπλες από το μικρότερο στο μεγαλύτερο με σειρά κυκλική. Επίσης τα μαλλιά τους τα έλουζαν με φύλλα καρυδιάς για να καφετίζουν».