Τελετουργίες από ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Δωδεκαήμερο:
Την παραμονή των Χριστουγέννων κάναμε εξαιρετικά κουλουράκια και πάνω τους ζωγραφίζαμε ένα σταυρό με τα μονογράμματα του Ιησού Χριστού. Τα τρώγαμε αφού προηγουμένως τα βάζαμε για τρεις μέρες στην εικόνα του σπιτιού μας.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζευόμασταν όλοι γύρω από τη φωτιά και διηγούνταν οι παλιότεροι διάφορες επίκαιρες ιστορίες από τη ζωή τους, περιμένοντας έτσι τον νέο χρόνο. Τότε ρίχναμε σιτάρι πάνω στα αναμμένα κάρβουνα και προσέχαμε με μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε σε ποιο ακριβώς σημείο του ορίζοντα θα πετάγονταν. Αν πετάγονταν οι κόκκοι του σιταριού στην Ανατολή, τότε θα πήγαιναν όλα καλά για τη νέα χρονιά, γιατί πιστεύαμε πως η Ανατολή έφερνε τη χαρά μια που από εκεί ανατέλλει ο ήλιος που αναζωογονεί την φύση και τον άνθρωπο. Αν όμως πήγαιναν προς τη Δύση μεγάλη καταστροφή θα ξεσπούσε και οπωσδήποτε τα πρόβατα μας θα είχαν κακή γέννα, αφού στην Δύση χάνονταν ο ήλιος παραχωρώντας την θέση του στη φοβερή νύχτα.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές έψηναν την βασιλόπιτα που δεν έμοιαζε μ΄ αυτές που κάνουμε εμείς σήμερα. Κι αυτό γιατί πάνω απ΄ αυτή έβαζαν διάφορα ξυλαράκια σε σχήμα κύκλου και στο κέντρο μικρότερα που συμβόλιζαν τα πρόβατα και το μαντρί. Μετά από πολλές μέρες ένα κομμάτι βασιλόπιτας και μια χούφτα αλάτι, που πιο μπροστά κατά την γιορτή των Θεοφανίων το πήγαιναν για να «ευλογηθεί» στην εκκλησία, τα έβαζαν ανακατεύοντας τα μέσα στα πίτουρα και τα έδιναν πάλι στα ζώα τους.
Την παραμονή των Απόκριων όλη η φαμίλια μαζεύονταν σε ένα σπίτι όπου ζούσε η μεγαλύτερη συγγένισσα γιαγιά ή ο παππούς τους και στρογγυλοκάθονταν όλοι κυκλικά στα πλούσια κιλίμια και στις ποικιλόχρωμες φλοκάτες, βελέντζες. Τότε σηκώνονταν με τη σειρά ο πιο νέος και, χαιρετούσε με χειραψία τους μεγαλύτερους του, αρχίζοντας φυσικά απ΄ τον παππού και την γιαγιά προς τους οποίους και έλεγε: Να ζήσουμε και εμείς όσο εσείς και να τα χιλιάσουμε μαζί με σας· συγχωρεμένα. Στους άλλους, τους πιο μικρούς, έλεγε: Συγχωρεμένα και του χρόνου με το καλό. Έτσι όλα διαγράφονταν και συνέχιζαν την ζωή τους χωρίς μίση και πάθη.
Το πλούσιο όμως τραπέζι ήταν στρωμένο ανυπόμονα περίμενε τους συνδαιτημόνες του. Πράγματι πλησίαζαν όλοι, μικροί και μεγάλοι και στρώνονταν σε κεφάτο φαγοπότι. Μετά άρχιζε η ευχάριστη στιγμή της βραδιάς που με μεγάλη χαρά την περίμεναν τα μικρά παιδιά. Έφτανε το χάσκα. Έδεναν δηλαδή στην άκρη του πλαθόξυλου (στιάλα), με το οποίο έπλαθαν τις πίτες ένα σχοινί, περίπου 60 εκατοστά και στην άκρη του έδεναν ένα αυγό βρασμένο ή ένα κομμάτι ξερό χαλβά. Τότε πλησίαζαν όλα τα παιδάκια και προσπαθούσαν, έχοντας το στόμα τους ανοιχτό, να «πιάσουν» δαγκώνοντας το αυγό ή τον χαλβά που τον έφερνε κοντά τους κάποιος ηλικιωμένος. Κάθε ένα όμως είχε το δικαίωμα μόνο για τρεις φορές να επαναλάβει τις προσπάθειες του. Χαρά, φωνές και πηδήματα ακολουθούσαν κάθε «επιτυχία», ενώ το πλαθόξυλο συνέχιζε χορεύοντας το διασκεδαστικό γύρο του.
Το πλούσιο όμως φαγοπότι θα έδινε τη θέση του σε μια χρονική περίοδο νηστείας. Την καθαρή Δευτέρα και την Τρίτη, αρχή της νηστίσιμης περιόδου, δεν έφτιαναν καμιά απολύτως δουλειά, ενώ την Τετάρτη οι νοικοκυρές έστρωναν νηστίσιμο τραπέζι και προσκαλούσαν τις φίλες τους όπου και πρόσφεραν κουλουράκια με το σημείο του σταυρού. Ακόμη αυστηρή νηστεία βαστούσαν την μεγάλη εβδομάδα και δεν κοιμούνταν καθόλου το μεγάλο Σάββατο για να μεταλάβουν με καθαρή ψυχή και σώμα στην πρώτη Ανάσταση.