Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ
(Ματούλα Χατζηλαζάρου)
«Τότε οι άνθρωποι, φαινόντουσαν πιο πιστοί σε σχέση με σήμερα. Τότε, τις μεγάλες γιορτές τις κάναμε πιο απλά και πιο καλά. Πρωτοχρονιά, θυμάμαι, ή μάλλον στα Θεοφάνια, μου έλεγαν ότι ανοίγουν το βράδυ οι ουρανοί. Ότι
κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα και βαφτίζεται ο Χριστός. Βγαίναμε εμείς, το θυμάμαι σαν χθες, παραμονή των φώτων και κοιτούσαμε τον ουρανό. Λέγαμε «θα ανοίξει ο ουρανός; Δε θα ανοίξει;» και περιμέναμε. Το θυμάμαι πολύ έντονα αυτό. Το κάναμε πολλές φορές. Μου έλεγαν ότι έτσι γίνεται. Η μάνα μου δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου γράμματα. Δεν πήγε στο σχολείο ποτέ, ούτε μία μέρα. Πίστευε πολύ στη θρησκεία και πίστευε ό, τι της έλεγαν. Της έλεγαν ότι η θρησκεία είναι έτσι, ότι για τη θρησκεία πρέπει να το κάνεις αυτό και εκείνο. Αφού της έλεγαν ότι είναι έτσι, το πίστευε πραγματικά και το έκανε. Όλο να θυμιάζει με τον αγιασμό, τότε που κάνουν. Με αυτά, με εκείνα, με όλα. Τα πίστευαν πιο πολύ τότε. Τα πίστευαν, μάλλον τυφλά. Δεν τα συζητούσαν. Θυμάμαι που έφτιαχνε η μάνα μου βασιλόπιτα. Όλοι στη γειτονιά έφτιαχναν. Στη γειτονιά μου, εκεί, είχε ένα αλώνι στη μέση και όλοι εκεί ανάβαμε φούρνο. Αυτοί που δεν είχαν φούρνο στα σπίτια. Θυμάμαι, ανήμερα, τη Πρωτοχρονιά, το πρωί σηκωνόμασταν και έκανε πίτα. Άνοιγε φύλλα, δεν θυμάμαι τι έβαζε μέσα, συνήθως καρύδια νομίζω έβαζε. Έβαζε μέσα ένα φασόλι, μπορεί και δύο, έβαζε σιτάρι, ένα κλαδί από τα κλήματα, από τα σταφύλια που είχαμε. Το κλαδί λέγανε ότι το βάζουνε για το καλό. Έβαζε ένα κέρμα, έβαζε ένα καλαμπόκι... Γενικά ό,τι έσπερναν, έβαζε και από ένα πράγμα μέσα στο ταψί, για καλή τύχη και για να συνεχιστεί η καλή σοδειά και αυτό τον χρόνο. Αυτό είχαμε για βασιλόπιτα.
Θυμάμαι και το πανηγύρι που γινόταν στην εκκλησία του χωριού. Γινόταν εκεί που είναι το μικρό το εκκλησάκι τώρα που πάνε και εξομολογούνται. Εκεί ήταν τότε το ιερό της εκκλησίας. Η εκκλησία ήταν εντελώς διαφορετική. Καμία σχέση με αυτό που είναι τώρα. Ήτανε έτσι μακρόστενη, πιο μικρή, είχε πολύ ψηλά – που δεν μπορούσες να δεις έξω – μικρά παραθυράκια στρόγγυλα. Και γινόταν πολύ μεγάλο πανηγύρι. Και την ημέρα. Όλη την ημέρα. Και τώρα γίνεται μόνο το βράδυ. Είχε φωτογράφους για να βγάζουν φωτογραφίες. Τότε όμως δεν έστρωνε τραπέζι όπως τώρα. Τότε κάθονταν κάτω. Έφερναν ο καθένας φαγητά με την οικογένεια του. Αυτά γινόταν και την πρωτομαγιά, τον 15 Αύγουστο. Τώρα τέτοιες μέρες βγαίνουν και τρώνε σε ταβέρνες και τέτοια. Τότε το κάναμε όλοι μαζί στο προαύλιο της εκκλησίας. Πηγαίναμε και στο Κεφαλάρι, δίπλα στο ποτάμι. Άλλες φορές πηγαίναμε και στο βουνό. Άλλα, όλοι κάτω. Στρώναμε ένα κιλίμι και εκεί κάτω καθόμασταν και τρώγαμε».
Από την έρευνα του Κωνσταντίνου Κυριαζή – Κηπουρού
Μπογιαλικιώτικα Κάλαντα
Χριστούγιννα Προυτούγιννα
«Χριστούγιννα προυτούγιννα, πρώτη γιορτή του χρόνου
‘ποψα Χριστός γιννίθικι κι κόσμους δεν του νιώθει.
Κι κόσμους κι τα κλούμπινα κι οι... βασιλιάς αητός σου
τα δύο βαγγέλια λειτουργούν κι ουλ’ Απούστολοι ψέλνουν.
Βρε ψέλνουντας, διαβάζουντας, Χριστός ου δέντρους να ‘ταν
ου δέντρους ήταν ου Χριστός τα κλων’ τα δύο βαγγέλια.
Κι τ’αργυροφιλίτσιν του, να ‘ταν οι προυφητάδις
προυφήτιναν ουλ’ κι έλιγουν, για του Χριστού τα πάθη.
Χριστέ μ’ Χριστέ μ’ ναλήθεια’ναι, Χριστέ μου Σταυρουμένι
σι σταύρουσαν σι παν’ γυρνάν, να πας να σι σκουτέψουν.
Κι όσις σκυντιές, τρανές σκυντιές, ούλις τις καταδέχεις.
Τουν Χάλκουν τουν παρήγγειλαν, να κοψ’ τρια πιρούνια
κι αυτούς ου τρισκατάρετους, βάρει κι κόβει πέντε.
Τα δύο βάζει στα χέρια του κι τ’άλλα δύο στα πόδια
του πέμπτου του φαρμακιρού, αγνάντια στην καρδιά του.
Να στάξει αίμα κι χουλή, για την αληθιούσιν μας
κι έτσ’ έτριχι το αίμα του σα σιγανό πουτάμι.
Κι παναγία του σφουγγαρίζει, μ’ ένα χρυσό μαντήλι.
βουλιές βουλιές του σφουγγίζει, βουλιές μοιρολογούσι.
Κρίμα τουν γιόκα μ’ τουν καλόν, τουν γιόκα μ’ του Λιβέντη
ν’ απού ‘ταν όλους μάλαμα, τα αστήθι τ’ ασημένιου.
Ν’ απού ‘χιντων χρυσούστουμου, τη ζαχαρένια γλώσσα.
Χριστός μας αναστήθικιν κι πάει ψηλά στ’ ουράνια.
Κι απόψι θελ’ να κατεβεί στης ικκλησιάς την πόρταν
να ρίξει δρόσου να διαβεί, διξιά που τ’ Άγιου Βήμα.
Να στρωσ’ του στουματίτσιν του, να κατσ’ να δικιουκρίνει
να δικιουκρίν τ’ς αμαρτουλοί κι ούλις τις κουλασμένοι.
Κι όποιους τ’ ακούει να χαίρπι κι όποιους του μαθ’ ν’ αγιάσει
κι όποιους του καλοφιγραστεί, παράδεισου κιρδίζει.
Παράδεισου κι λειτουργιές για τ’ άγια μοναστήρια
να ρίξει λάδι κι κιρί για τη χριστιανουσίν’ μας».
Συμπεριλαμβάνεται CD όπου θα ακούσετε μέλη του Συλλόγου του χωριού να
τραγουδούν ορισμένα μπογιαλικιώτικα κάλαντα.