Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, ΠΕΤΡΟΥΣΣΗΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ

Το δωδεκαήμερο
Μπάμπιντεν
Στο χωριό μας, υπάρχουν πολλά ήθη κι έθιμα. Ένα από αυτά είναι και η παραδοσιακή γιορτή του Μπάμπιντεν, που είναι μία πολύ δημοφιλής εκδήλωση σε όλο το νομό Δράμας. Τα δρώμενα καθιερώθηκαν το 1912-1913 από τον Μητροπολίτη Δράμας, Χρυσόστομο. Οι κάτοικοι της περιοχής, ενωμένοι, προσπάθησαν να καταπολεμήσουν τον τούρκικο ζυγό, που επί αιώνες, τους είχαν υποδουλώσει κάτω από το δικό τους πνεύμα. Έτσι, δημιουργήθηκε μια τοπική γιορτή για το χωριό, που επαναλαμβάνεται μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Η γιορτή, δημιουργήθηκε από τις γυναίκες εκείνης της εποχής, επειδή ήταν καταπιεσμένες και δεν μπορούσαν να διασκεδάσουν. Στη γιορτή, πήγαιναν μόνο γυναίκες και αν υπήρχε κάποιος άνδρας τον γέμιζαν με στάχτη. Οι άντρες για να πηγαίνουν και εκείνοι στη γιορτή έπρεπε να μεταμφιέζονταν σε γυναίκες. Έτσι, καθιερώθηκε το έθιμο να ντύνονται καρναβάλια.
Η ονομασία του Μπάμπιντεν, προήλθε από τη λέξη Μπάμπω, που σημαίνει μαία ή γριά, και από τη λέξη ντεν, που σημαίνει μέρα. Δηλαδή η μέρα της μαίας ή της γριάς. Αρκετοί κάτοικοι υποστηρίζουν ότι το Μπάμπιντεν είναι Διονυσιακή γιορτή, επειδή έχει αρκετά στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας. Όμως αυτό δεν είναι απόλυτο, διότι οι ρίζες της γιορτής χάνονται μέσα στα βάθη των αιώνων. Τα δρώμενα τελούνται στις 6-8 Ιανουαρίου, δηλαδή τον ίδιο καιρό περίπου με τα «κατ’ αγρούς» Διονύσια. Τα στοιχεία που δείχνουν ότι είναι Διονυσιακή γιορτή, είναι τα ακόλουθα από τα οποία δυστυχώς δεν σώζονται όλα. Γύρω στα 35-45 χρόνια πριν, κάποιοι νέοι, οι οποίοι ήταν μέλη του ερασιτεχνικού θιάσου, έβαφαν το πρόσωπό τους και μασκαρευόντουσαν ποικιλότροπα. Φορούσαν δέρματα ζώων, κρεμούσαν στη πλάτη τους κουδούνια ενώ άλλοι φορούσαν πατροπαράδοτες μακεδονικές ενδυμασίες.
Ανέβαιναν σ’ ένα άρμα, ειδικά κατασκευασμένο για αυτή τη περίπτωση, η πομπή ξεκινούσε έξω από το χωριό, όπου γινόταν και εικονικό όργωμα. Ύστερα από το όργωμα, ο θίασος, με τη συνοδεία λαϊκών μουσικών οργάνων, έμπαινε στο χωριό. Ανεβασμένοι πάνω στο άρμα, ξεστόμιζαν στους γνωστούς και άγνωστους διαβάτες, τα λεγόμενα «σκώμματα εξωμάτης», δηλαδή βωμολοχίες και τραγουδούσαν «φαλλικά άσματα». Φαλλός είναι το ομοίωμα του ανδρικού γεννητικού οργάνου και στις γιορτές το χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο γονιμότητας. Ακόμα, οι χυδαίες αυτές φράσεις, που είχαν σχέση με τη γενετήσια ορμή, απευθύνονται και σε γυναίκες που είχαν τη κατάλληλη ηλικία για τεκνοποίηση. Αυτό, δε γινόταν για να τις προσβάλλουν, αλλά οι βωμολοχίες είχαν σκοπό τη «γέννηση ανθρώπινων καρπών». Πολλά χρόνια πριν, στις 8 Ιανουαρίου, έβαζαν μέσα σε ένα κοφίνι, έναν γυμνό άνδρα και οι πιο τολμηροί πήγαιναν να τον δουν. Αυτό είναι ένα στοιχείο του φαλλού. Αρκετά χρόνια πάλι πριν, κάποιοι άνθρωποι έμπαιναν γυμνοί μέσα στους φούρνους, γίνονταν μαύροι από τη στάχτη, και μετά περνούσαν τρέχοντας μέσα από το χορό. Ακόμη ένα στοιχείο του φαλλού. Ανάμεσα στην εξέλιξη των δρώμενων, εμφανίζεται και η καμήλα, χαρακτηριστική φιγούρα, υπάρχει στη γιορτή για να δείξει και να τονίσει περισσότερο, τον δύσκολο τρόπο ζωής των ανθρώπων, μιας παλαιότερης εποχής. Και αυτό, γιατί είναι ζώο που αντέχει στη δίψα, στη κούραση και στις κακουχίες. Στοιχεία ασφαλή για το πότε εμφανίστηκε η καμήλα δεν υπάρχουν. Είναι βέβαιο πάντως πως πρέπει να ανατρέξουμε στη περίοδο της τουρκοκρατίας και ειδικότερα προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτό διαφαίνεται και από τις διηγήσεις και μαρτυρίες γερόντων. Αληθινή καμήλα υπήρχε πριν από τέσσερις δεκαετίες περίπου. Τη μετέφερε από τη Κομοτηνή η παρέα που αναλάμβανε τη διοργάνωση της γιορτής, επειδή όμως η μεταφορά αυτή ήταν δύσκολη και πολυδάπανη, έφτιαχναν μια ψεύτικη καμήλα. Αυτοί που διοργάνωναν τη γιορτή, μαζεύονταν σε ένα σπίτι πολλές μέρες πριν και έφτιαχναν τη καμήλα. Σε έναν πάσσαλο, μήκους περίπου ενός μέτρου, τύλιγαν
δέρμα ζώου για να γίνει ο λαιμός της και στο λαιμό στήριζαν το κρανίο ενός νεκρού ζώου, που και αυτό το τύλιγαν με δέρματα. Το σώμα της καμήλα γινόταν με μια ξύλινη σκάλα, όπου έμπαινε στο μπροστινό μέρος ένα άτομο και στο πίσω μέρος ένα άλλο. Η σκάλα στηριζόταν στους ώμους των ανθρώπων, ενώ τα κεφάλια τους που προεξείχαν ήταν οι καμπούρες της καμήλας. Γύρω – γύρω από τη σκάλα και τα σώματα των ανθρώπων, τύλιγαν παλιά λινάτσα (τσουβαλένιο ύφασμα) και προβιές ζώου, που κάλυπταν όλη την περιοχή δεξιά και αριστερά. Το ομοίωμα της καμήλας, περπατούσε με τη βοήθεια των δύο μελών της παρέας και γύριζε στις γειτονιές για να μαζέψουν χρήματα και να καλύψουν κάποια έξοδα της γιορτής. Τα πρώτα χρόνια, η εκδήλωση γινόταν σε ανοιχτούς χώρους. Η τοποθεσία όμως δεν βόλευε τους κατοίκους είτε γιατί ήταν απομακρυσμένο το σημείο από το χωριό, είτε γιατί ο χώρος ήταν σχετικά περιορισμένος ενώ παλαιότερα οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν και στο δρόμο προς τη Δράμα. Από το 1976, την όλη διοργάνωση και φυσικά και τη καμήλα, την έχει αναλάβει ο εκπολιτιστικός σύλλογος του χωριού και έχει επιλεχθεί ο χώρος της αυλής του Δημοτικού Σχολείου ως ο καταλληλότερος για να στηθεί το σκηνικό (παραδοσιακό σπίτι) που θα πλαισιώνει την όλη εκδήλωση. Η χρησιμότητα του στησίματος του παραδοσιακού σπιτιού, είναι διττή. Από τη μία μεριά, θέλει κυρίως να θυμίσει στους νεότερους, την αρχιτεκτονική μιας άλλης εποχής, τη διαφορετική διαρρύθμιση των χώρων, τον τρόπο ζωής των παλαιότερων, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι μπορεί να συμβολίζει το σπίτι της Μπάμπως. Από την άλλη, είναι και ο πρακτικός χαρακτήρας του, μιας και η γιορτή γίνεται το καταχείμωνο και οι καιρικές συνθήκες είναι συχνά αντίξοες και προστατεύεται, κατά κάποιον τρόπο, η ορχήστρα από το κρύο ή τη βροχή. Το χτίσιμο του, αρχίζει με τον ερχομό του νέου έτους και οι εργασίες είναι πυρετώδεις προκειμένου να ολοκληρωθεί μέχρι τις 7 Ιανουαρίου. Η δουλειά που απαιτείται είναι ομαδική, δείγμα άλλωστε και το γεγονός ότι παλαιότερα ομαδικά και βοηθώντας ο ένας τον άλλον φτιάχνονταν τα σπίτια. Στην ουσία, πρόκειται για μία λυόμενη ξύλο-κατασκευή, που όμως φαντάζει τόσο παλιά και τόσο αληθινή. Είναι φτιαγμένο από ξύλο φουντουκιάς και πλάκες, ενώ η σκεπή είναι με κεραμίδια ή με πλάκα. Γενικά χρησιμοποιούνται υλικά μιας παλαιότερης εποχής. Συχνά κάτω από την εξέδρα του σπιτιού τοποθετούν μια σειρά
από ζωγραφισμένα τσουβάλια, για να δείξουν ότι υπήρχαν ζώα τα οποία ήταν πολύ χρήσιμα στη ζωή και την παραγωγή τροφής των ανθρώπων. Ενώ έξω από το σπίτι, συχνά στήνεται μια κούνια ενός μωρού, φτιαγμένη από ξύλα και τσουβάλια.
Στις 7 Ιανουαρίου, λοιπόν, από νωρίς το πρωί, η αίθουσα του Συλλόγου σφύζει από ζωή. Στολίζεται η καμήλα και ο καμηλιέρης έχει τη κύρια φροντίδα της. Από το 2008, στη γιορτή συμμετέχει αληθινή καμήλα, ο Ζαχαρίας, ο οποίος αποτελεί σύμβολο της γιορτής. Ο Ζαχαρίας, είναι μία δωρεά από το Δήμο Προσοτσάνης, ο οποίος τον αγόρασε 5.000 ευρώ, όταν ήταν μηνών. Ο Ζαχαρίας, μένει σε ένα σπιτάκι, το οποίο το έφτιαξαν οι κάτοικοι του χωριού και βρίσκεται κοντά στην έξοδο του χωριού. Η θέση του καμηλιέρη είναι τιμητική και πολλοί τη λαχταρούν. Παλαιότερα, αυτό που έπιανε τον Σταυρό, την ήμερα των Φώτων, με την παρέα του αναλάμβαναν τη διοργάνωση και διαχειρίζονται το σιτάρι και τα χρήματα που μάζευαν από τη γύρατου χωριού. Με την ίδρυση του, το 1976, ο Πολιτιστικός Σύλλογος, έχει αναλάβει την όλη εκδήλωση. Στο έθιμο, συμμετέχουν όλοι οι κάτοικοι του χωριού ανεξαρτήτως ηλικίας, και συχνά οι παλαιότεροι, συμβούλευαν τους νεότερους για τον τρόπο διεξαγωγής του. Οι οργανοπαίχτες, κουρδίζουν τα όργανα, πολλά νέα παιδιά βάφονται με φούμο και σχηματίζουν το σχήμα του σταυρού στο μάγουλο και στο μέτωπο, ενώ οι μεζέδες και το τσίπουρο έχουν τη τιμητική τους. Το σύνθημα για την έναρξη της
γιορτής το δίνει ο καμηλιέρης, οπότε και ξεκινάει το «φώτισμα» του χωριού. Η πομπή, ξεκινάει με τους χορευτές και τα όργανα να ακολουθούν. Μπροστά, πηγαίνει ο καμηλιέρης με τη καμήλα, ακολουθεί η ορχήστρα με λύρες και νταχαρέδες και όλοι όσοι συμμετέχουν στη γύρα. Με τους ήχους της παραδοσιακής μουσικής και τη συνοδεία των μεταμφιεσμένων που χορεύουν και πίνουν, η καμήλα γυρίζει όλες τις γειτονιές του χωριού, προαναγγέλλοντας και καλώντας τους κατοίκους στη γιορτή της επόμενης μέρας.Κατά τη διάρκεια της «γύρας», κάποια άτομα μπαίνουν στα σπίτια και ζητούν σιτάρι ή χρήματα. Το σιτάρι είναι μία συνήθεια από τα παλιά τα χρόνια, τότε που το σιτάρι είχε μεγαλύτερη αξία και όσο συγκέντρωναν, το πουλούσαν. Σήμερα, πολλά μικρά παιδιά έχουν μικρούς ξύλινους κουμπαράδες, όπου οι χωριανοί ρίχνουν ότι έχουν ευχαρίστηση για να καλυφθεί ένα μέρος των εξόδων. Πολλοί κάτοικοι, περιμένουν τη πομπή έξω από το σπίτι τους. Σε κάθε γειτονιά, στήνεται χορός, ο κόσμος προσφέρει επίσης στους συμμετέχοντες μεζέ και ποτό, ενώ απαραίτητη είναι και η φωτιά, για να τεντώσει το δέρμα του νταχαρέ. Σε όλη τη διάρκεια της «γύρας», πάνω στον Ζαχαρία, ανεβαίνουν κάθε ηλικίας άνθρωποι. Παλαιότερα τα
άτομα που ήταν κρυμμένα μέσα της, συνεχώς εναλλάσσονταν.  Η κατανάλωση ούζου και τσίπουρου ήταν μεγάλη, όλο και περισσότεροι ακολουθούν τη πομπή, το κέφι φουντώνει και το γλέντι κορυφώνεται. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από συμβατικότητες και δισταγμούς, επιδίδονται σε συνεχή πειράγματα και αστεϊσμούς, μη σταματώντας όμως το χορό κάτω από τους ήχους των παραδοσιακών οργάνων. Η «γύρα», κρατάει περίπου 4 ώρες. Όταν τελειώνει, κατάληξη είναι το σχολείο, όπου πίσω από το παραδοσιακό σπίτι, οι μάγειρες έχουν κάνει καλή δουλειά. Το ζεστό κουρμπάνι (γίδα βραστή), όπου ετοιμάζεται από το πρωί, είναι ό,τι πρέπει για τους κουρασμένους γλεντοκόπους, ενώ πολλοί συνεχίζουν το γλέντι μέχρι αργά το βράδυ. Παλαιότερα, μετά τη «γύρα», κατέληγαν στο σπίτι από το οποίο είχαν ξεκινήσει, και συνέχιζαν το γλέντι.Στις 8 Ιανουαρίου, από το πρωί αρχίζει η κυρίως γιορτή. Συμμετέχουν όλοι οι κάτοικοι της Πετρούσας, ανεξαρτήτως ηλικίας. Στο χώρο του σχολείου γίνονται οι
τελευταίες προετοιμασίες. Στήνονται οι μεγάλες κατσαρόλες πάνω στη φωτιά και το κουρμπάνι βράζει σε πολλά καζάνια. Η αυλή του Δημοτικού σχολείου είναι στολισμένη με το παραδοσιακό σπίτι, το οποίο χτίζεται ειδικά γι’ αυτή την ημέρα. Πρώτοι φτάνουν οι ηλικιωμένοι, έχοντας τις αναμνήσεις τους και λαχταρώντας να
δουν και να ζήσουν για ακόμη μία φορά τη γιορτή. Παλαιότερα, ο κύριος χώρος της γιορτής, ήταν μία αλάνα, έξω από το χωριό.
Γύρω στις 11 το πρωί, η καμήλα κάνει μία μικρή περιφορά στο χωριό, καλώντας κάτω από τους ήχους της λύρας και του νταχαρέ, τον κόσμο στην αποκορύφωση της γιορτής. Οι τελευταίες προετοιμασίες είναι πυρετώδεις, όλες οι ατέλειες θα πρέπει να διορθωθούν. Μεταφέρονται καρέκλες και τραπέζια, οι μπύρες, τα ούζα, το κρασί, ενώ από νωρίς το πρωί βράζει το κουρμπάνι. Συγκεντρώνονται τα όργανα στην εξέδρα του παραδοσιακού σπιτιού και γίνονται οι τελικές δοκιμές. Αυτοί που θα μεταμφιεστούν, ετοιμάζουν τα ρούχα τους.
Γύρω στις 3 το μεσημέρι, αρχίζουν να συγκεντρώνονται οι κάτοικοι στο προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου. Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν, ενώ αρχίζει να γεμίζει ο χώρος του σχολείου. Κατά τις 4 μ.μ. έρχονται οι πρώτοι μεταμφιεσμένοι, πολλοί με παραδοσιακές στολές που θα ζωντανέψουν διάφορα δρώμενα. Η παρουσίαση των
αναπαραστάσεων, αρχίζει με τις «σκουρόπιτες» που ψήνονται σε μία γωνία για το μωρό που γέννησε η Μπάμπω. Πιο πέρα, κάποιοι γεωργοί αλωνίζουν, κάποιοι άλλοι «πασταλιάζουν», ενώ στο βάθος προβάλλουν οι νεόνυμφοι, συνοδευόμενοι από«γονείς» και φίλους. Στη συνέχεια, εμφανίζονται τα παιδιά του χορευτικού τμήματος του Συλλόγου. Πολλά τα παιδιά, πολλοί οι παραδοσιακοί χοροί, μία ώρα γεμάτη κέφι και ζωντάνια. Οι χοροί που παρουσιάζονται, καθώς και μερικά τραγούδια που ακούγονται, είναι: Κόρη Ελένη, Δαρδαλές Κάλτσες, Μακεδονία, Στέργιος, Ήταν ένας γέρος και μια γριά, Βαρέθηκα καλέ μάνα, Λεβέντικος, Συρτοί, Μπαϊτούσκα, ο χορός των
μαγείρων (μοναδικός στη Πετρούσα).
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις μεταμφιέσεις, γιατί με διάφορες κινήσεις και φιγούρες που απαιτεί η μεταμφίεση, σατιρίζουν την επικαιρότητα, αλλά και διάφορα πρόσωπα. Οι ρίζες του εθίμου των μεταμφιεσμένων με προβιές, δέρματα ζώων και μεγάλα ποιμενικά κουδούνια, χάνονται στο βάθος των αιώνων. Αφετηρία του, αποτελεί η δοξασία ότι αυτός που φοράει δέρμα ζώου ή προσωπίδα, ενσαρκώνει εκείνο που εικονίζει και έχει τη δύναμη, τις ικανότητες και τη προστασία του.Διασώθηκε μέχρι και σήμερα, παρά τις απαγορεύσεις από τον χριστιανικό κόσμο, κατά τα Ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια. Ο λαός διατήρησε το πανηγυρικό αυτό στοιχείο που αποσκοπεί στη καλή χρονιά με πλούσια σοδιά και υγεία. Ανάμεσα λοιπόν στον κόσμο που χορεύει και διασκεδάζει, παρατηρούνται η «αρκούδα» και ο «Αρκουδιάρης». Οι αρκούδες ντύνονται με δέρματα ζώων, ενώ βάζουν μεγάλες βελέντζες και κουδούνια. Ο αρκουδιάρης τη τραβάει με μία αλυσίδα, προσπαθώντας να τη χειραγωγήσει, ενώ με μία μαγκούρα και ένα ντέφι,
την «αναγκάζει» να χορεύει. Ο «Διόνυσος» με μία λευκή κελεμπία, ένα στεφάνι από κλαδιά κλήματος και μια κανάτα κρασί, δε θα μπορούσε να λείψει, μιας και πρόκειται για Διονυσιακή γιορτή. Στη γιορτή, συμμετέχει και η «Μπάμπω», ένας άνδρας ή κάποια γριά του χωριού με την παραδοσιακή στολή. Είναι άλλωστε και το
τιμώμενο πρόσωπο αφού η γιορτή έχει σχέση με τη γέννα, τη σπορά, τη βλάστηση και την παραγωγή γης των ανθρώπων. Οι «Ιγκιλίνγκες» με φορεσιές από τα παλιά, δείχνουν τα ρούχα που φορούσαν οι γιαγιάδες τους.
Ανάμεσα στο κόσμο που χορεύει και τραγουδά, υπάρχουν και οι «Αράπηδες», με μαυρισμένα από τη καρβουνόσκονη πρόσωπα, φορώντας δέρματα ζώων και κινούνται με κρεμασμένα κουδούνια, αυτοσχεδιαστικά στο χώρο του Δημοτικού Σχολείου. Πολλοί κάτοικοι του χωριού, έχουν τη συνήθεια να μεταμφιέζονται
ποικιλοτρόπως και όπως αυτοί νιώθουν πιο ευχάριστα. Ο χορός και το τραγούδι κρατούν πολλές ώρες με πολλά ευτράπελα και ευρηματικούς νεωτερισμούς, με χαρούμενα ξεφωνητά σ’ αυτό το ομαδικό γλέντι.
Τα όργανα παίζουν ακατάπαυστα, ο κόσμος χορεύει και διασκεδάζει σε ξέφρενους ρυθμούς. Το γλέντι κρατά πολλές ώρες, όταν όμως το κρύο γίνεται δυσβάσταχτο, ο κόσμος αρχίζει να αποχωρεί από την αυλή του σχολείου. Η κούραση είναι έντονη και φανερή, όλων των κατοίκων, αλλά ακόμη εντονότερη είναι η ευχαρίστηση και η χαρά που αποτυπώνονται στα πρόσωπά τους. Γι’ αυτό άλλωστε και το γλέντι δεν τελειώνει εκεί, αλλά συνεχίζεται ως αργά στις καφετέριες του χωριού. Για τους κατοίκους του χωριού μας, η γιορτή της «Μπάμπως» είναι ένα γνήσιο λαϊκό πανηγύρι που συμμετέχουν όλοι, μακριά από βάσανα και τις αγωνίες της καθημερινότητας. Άλλωστε μόνο τυχαία δεν είναι η φράση που λένε οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού «Μια φορά τον χρόνο είναι Μπάμπιντεν».
(Κόμσιος Γεώργιος)
[Φωτογραφίες]
Αποκριές
Την τελευταία μέρα πριν την έναρξη της μεγάλης σαρακοστής, δηλαδή τηΚυριακή της Τυρίνης, συνηθίζαμε να ζητάμε και να δίνουμε συγχώρεση σε συγγενείς και με όσους συναναστρεφόμασταν. Είναι δηλαδή ημέρα μετάνοιας και κάθαρσης της ψυχής. Δεν θέλαμε να εισέλθουμε στη περίοδο της νηστείας με βαριά τη ψυχή μας από τις αμαρτίες. Γι’ αυτό, οι μικρότεροι πήγαιναν με ένα πορτοκάλι ή λεμόνι στο σπίτι των στενών συγγενών και έλεγαν «συγχωρεμένα», φιλώντας το χέρι των μεγαλύτερων. Ορισμένοι πήγαιναν πλουσιότερα δώρα, όπως κρασί, πίτα και κάποιο ρούχο που έπλεκαν οι ίδιοι. Το βράδυ του Σαββάτου της Τυρίνης, οι γονείς για να διασκεδάσουν τα παιδιά τους, έδεναν ένα κομμάτι καρυδένιου χαλβά με κλωστή ή σπάγκο από το ταβάνι. Καθόμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι και ο πατέρας κουνούσε το χαλβά πάνω από τα στόματα των παιδιών και των υπολοίπων που παίρναμε μέρος στο έθιμο, μέχρι να το δαγκώσει κάποιος, Τα χέρια μας τα είχαμε πίσω δεμένα. Το δάγκωμα ήταν δύσκολο και έτσι όλοι διασκεδάζαμε. Στο τέλος, καίγαμε τον σπάγκο όπως κρεμόταν από το ταβάνι λέγοντας «καλή σοδειά να έχουμε».
(Γιαννίκη Ελένη)
 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2818
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
Κωστής
Όνομα
Αριστείδης
Εικόνες