Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΤΟΠΕΙΡΟΥ

ΜΕΛΙΣΣΑ

 

 Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα  

«Την σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα κρατούσαμε νηστεία που ξεκινούσε 15 Νοεμβρίου και τελείωνε 24 Δεκεμβρίου. Δεν τρώγαμε καθόλου κρέας, γαλακτοκομικά και όσοι δεν νήστευαν καθόλου έπρεπε να νηστέψουν τουλάχιστον την Τετάρτη και την Παρασκευή. Με την νηστεία διώχναμε τον διάβολο, ηρεμούσαμε από τις επιθυμίες και μας βοηθούσε στην προσευχή. Εξομολογούμασταν κιόλας για να ηρεμήσουμε την ψυχή. Από τις 20 Δεκεμβρίου μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούσε η σφαγή των γουρουνιών γιατί ήθελε χρόνο η προπαρασκευή του λίπους και των λουκάνικων έτσι ώστε η νοικοκυρά να ασχοληθεί μόνο με τις δουλειές του εορταστικού τραπεζιού των Χριστουγέννων. Ετοίμαζαν προσεκτικά όσα χρειάζονταν για την σφαγή του γουρουνιού και ο νοικοκύρης του σπιτιού έσφαζε σταυρωτά τον λάρυγγα του ζώου. Μετά με τα ματωμένα του χέρια ο σφαγέας και συγκεκριμένα με τον δείκτη του χεριού έκανε μια βούλα στο μέτωπο όλων των παιδιών που βρίσκονταν εκεί. Τα παιδιά μαλώνανε για το ποιο θα έπαιρνε την φούσκα του γουρουνιού γιατί με εκείνη θα έφτιαχνε μπάλα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία περιμένανε να βγει η σπλήνα για να τους διαβάσει τον καιρό. Όταν κάποιο σπίτι έσφαζε γουρούνια μαζευόταν όλη η γειτονιά, γλεντούσανε, γιορτάζανε, λέγανε ευχές για καλή χρονιά και καλά μπερεκέτια. Όταν γδάρανε το γουρούνι μετά αρχίζανε να κόβουν το λίπος και μετά κόβανε το κρέας σε κομμάτια. Το λίπος το έλιωναν, το έβαζαν μέσα σε δοχεία λαδιού και όταν πάγωνε το είχαν για όλο τον χρόνο. Οι Μελισσώτες το χρησιμοποιούσαν σχεδόν σε όλα τα φαγητά όλο τον χρόνο. Το χρησιμοποιούσαμε και το καλοκαίρι γιατί ήταν κάτι δικό μας που το φτιάχναμε εύκολα, γρήγορα και φθηνά. Κάποια σπίτια κιόλας τα πρώτα χρόνια που ήρθαν στο χωριό δεν αγόραζαν καθόλου λάδι. Την παραμονή των Χριστουγέννων οι μάνες φτιάχνανε «μικίκια» και δίνανε στα παιδιά που τραγουδούσανε τα κάλαντα όπως φρούτα και αυγά».

Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)    

 «Την ημέρα των Χριστουγέννων τρώγαμε «μπάμπω», «καβουρμά», «λουκάνικα» και γλεντούσαμε με το τσιπουράκι μας. Στις 31 Δεκεμβρίου είχαμε ένα έθιμο που το λέγαμε «καρκαντζέλια». Αρκετοί άντρες μαζί με το καρκαντζέλι πηγαίνανε από σπίτι σε σπίτι για να δώσουν ευχές για γιροσίν και καλά μπερεκέτια. Κάθε χρόνο ο καρκάντζελος ήταν διαφορετικός και συνήθως βάζαμε κάποιον ανύπαντρο. Τους ντύναμε με μπλιάλα, γουρουνοτσάρουχα, μια γιαμουρλούκ (κάπα), στην μέση κουδούνια και μάσκες στο πρόσωπο. Κρατούσε ένα πουγκί με στάχτη που πετούσε στις αυλές των σπιτιών. Στο άλλο χέρι κρατούσε μια τσουμάκα ένα μακρύ ξύλο που στην άκρη του βάζανε μία κόκκινη φούντα. Ξεκινούσαν από το σπίτι του παπά για να πάρουν την ευχή του και μετά πήγαιναν στα άλλα σπίτια. Την παραμονή πρωτοχρονιάς άρχιζε η προετοιμασία των γλυκών, ετοιμάζαμε και την βασιλόπιτα. Φτιάχναμε μια με τυρί και μια γαλατόπιτα. Εκτός από το φλουρί βάζαμε λίγο σιτάρι που συμβόλιζε τα χωράφια, ένα ξυλάκι που συμβόλιζε το σπίτι, ένα μικρό πέταλο για τα ζώα, φύλλο ελιάς για τα στρέμματα, βίδα για το κάρο. Όταν γυρνούσαμε από την εκκλησία σπάγαμε ένα ρόδι έξω από το σπίτι για να ροδίσει η καινούργια χρονιά και πατούσαμε ένα σίδερο. Την πρωτοχρονιά όποιος ερχότανε πρώτος στο σπίτι τον κερνούσαμε γλυκά και του δίναμε δώρο γιατί μας έκανε ποδαρικό»

Τα Φώτα       

«Την παραμονή των Φώτων μετά το τέλος της λειτουργίας ο παπάς γυρνάει σε όλο το χωριό με ένα παπαδοπαίδι και αγιάζει τα σπίτια. Έτσι θεωρούσαμε ότι φεύγανε οι καλικάντζαροι και τα δαιμονικά πνεύματα. Την επόμενη μέρα των Φώτων πηγαίναμε στην εκκλησία και ο παπάς του χωριού έριχνε μέσα στο σιντριβάνι της εκκλησίας τον σταυρό. Όλα τα παιδιά βουτούσαν μέσα για να τον πιάσουν γιατί θεωρούνταν τύχη και ευλογία. Όταν τελείωνε η εκκλησία, αυτός που έπιανε τον σταυρό μαζί με τα άλλα παιδιά που προσπάθησαν γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και τους έδιναν φαγητά, γλυκά και αυγά».

Γιορτές του Φεβρουαρίου

«Στις 2 Φεβρουαρίου γιορτάζαμε την μεγάλη γιορτή της Υπαπαντής. Πηγαίναμε στην εκκλησία και προσευχόμασταν. Στις 1 Φεβρουαρίου του Αγίου Τρύφωνα γιορτάζανε όσοι είχανε μπαξέδες. Φτιάχνανε άρτους και γλεντούσανε από το πρωί ως το βράδυ. Επίσης, γιορτάζαμε τον Άγιο Συμεών στις 3 Φεβρουαρίου. Εκείνη την ημέρα γιορτάζανε οι έγκυες του χωριού και πιστεύαμε ότι αν ακουμπούσαν ψαλίδι, μαχαίρι ή βελόνα το παιδί θα γεννιόταν σημαδεμένο. Εκείνη την ημέρα δεν έπρεπε να κάνουν καμία δουλειά».

Απόκριες

«Το αγαπημένο μας έθιμο στις Απόκριες ήταν το «γαϊτανάκι». Μαζευόμασταν στην πλατεία του χωριού όλοι και αποφασίζαμε ποιοι 13 θα χόρευαν το γαϊτανάκι. Ένας κρατούσε ένα μεγάλο στύλο που πάνω του είχε 12 χρωματιστές κορδέλες και αυτοί που τις κρατούσαν χόρευαν σε ρυθμό με ζευγάρι τους. Αντάλλαζαν τις κορδέλες μεταξύ τους και έτσι οι χρωματιστές κορδέλες πλέκονταν πάνω στο ξύλο δίνοντας χρώμα στην μέρα. Ένα ακόμη έθιμο που είχαμε ήταν το κάψιμο του Τζάρου. Φτιάχναμε από ξύλο κάτι που έμοιαζε με άνθρωπο και ξωτικό και την τελευταία Κυριακή της αποκριάς το βάζαμε στο κέντρο της πλατείας και το καίγαμε για να φύγει το κακό. Μετά το κάψιμο μαζευόμασταν στα σπίτια και γλεντούσαμε μέχρι το πρωί με ποτό, φαγητό και μουσική».

Σαρακοστή Πάσχα  

« Η Σαρακοστή αρχίζει από την καθαρά Δευτέρα. Σηκωνόμασταν το πρωί της Καθαρά Δευτέρας, φτιάχναμε στο σπίτι τις λαγάνες, λουκουμάδες, τις πηγαίναμε στην πλατεία και ερχότανε ο κόσμος για να φάει. Φτιάχναμε και την κυρά Σαρακοστή που μας βοηθούσε να μετράμε τις εβδομάδες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Μεγάλη Εβδομάδα. Συνήθως την φτιάχναμε από ζυμάρι, μια γυναίκα που έμοιαζε με καλόγρια, με σταυρωμένα χέρια, 7 πόδια, με έναν σταυρό και χωρίς στόμα. Όταν τελείωνε η εβδομάδα κόβαμε ένα πόδι και το τελευταίο βάζαμε στο ψωμί της Ανάστασης για γούρι. Τα παιδιά της Μέλισσας μαζευόντουσαν σε έναν ανοιχτό χώρο μαζί με τους γονείς τους και κατασκεύαζαν χαρταετούς από εφημερίδες. Πάνω γράφανε ευχές που πιστεύανε ότι όταν πήγαιναν ψηλά στον ουρανό θα γινόντουσαν αλήθεια. Είχαμε και ένα έθιμο που το κάναμε την τελευταία μέρα της αποκριάς. Μαζευόμασταν σε ένα σπίτι πολλά άτομα μαζί, ο παππούς του σπιτιού έδενε με σπάγκο στην άκρη ενός ξύλου ένα αυγό και γύρω του σε κύκλο μαζευόντουσαν όλα τα παιδιά. Τα γυρνούσε γύρω γύρω μέχρι κάποιο από τα παιδιά το έβαζε στο στόμα του. Λέγαμε πως με το αυγό εκείνο έκλεινε το στόμα το βράδυ της αποκριάς και με αυγό θα άνοιγε ξανά το βράδυ της Ανάστασης. Την Μεγάλη Πέμπτη το Πάσχα το πρωί σηκωνόμασταν και βγάζαμε έξω στην βεράντα μας ένα κόκκινο ρούχο. Την «κοκκινοπέμπτη» βάφαμε τα αυγά μας κόκκινα με βαφή, με ειδικά χόρτα, κρεμμυδόφυλλα και φτιάχναμε χορτόπιτα. Την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ που ο Χριστός ήταν σταυρωμένος, η κάθε νοικοκυρά πήγαινε στην εκκλησία αναμμένο το καντηλάκι της γύρω από τον Χριστό και ξενυχτούσε. Την Πέμπτη το βράδυ με το ξενύχτι οι νεαρές κοπέλες του χωριού στόλιζαν τον επιτάφιο με τα πιο όμορφα λουλούδια και οι μεγαλύτερες σε ηλικία έψελναν τα πάθη του Χριστού. Την Μεγάλη Παρασκευή πριν από την αποκαθήλωση του Χριστού, σηκωνόμασταν νωρίς και φτιάχναμε τσουρέκια. Όταν γινότανε βράδυ μαζευόμασταν όλοι για την περιφορά του επιταφίου. Τέσσερις άντρες σήκωναν τον επιτάφιο, ο παπάς πήγαινε μπροστά και ο κόσμος από πίσω ακολουθούσε. Γυρνούσαμε όλο το χωριό, όλα τα στενά, όλα τα σπίτια και πηγαίναμε μέσα στα νεκροταφεία όπου εκεί σταματούσαμε και ο παπάς διάβαζε τα ονόματα των πεθαμένων που γράφανε οι συγγενείς. Συνεχίζαμε την περιφορά και καταλήγαμε ξανά στην εκκλησία. Πριν μπει ο κόσμος μέσα, ο παπάς πήγαινε στην πόρτα της εκκλησίας παριστάνοντας τον Χριστό που κατέβηκε στον Άδη και χτυπούσε την πόρτα για να μπει. Μέσα στην εκκλησία έμενε ένας από τους ψάλτες που παρίστανε τον Άδη και κάνανε διάλογο, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσαν οι καμπάνες. Το Σάββατο το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία για την πρώτη ανάσταση. Ο παπάς πετούσε στην εκκλησία δαφνόφυλλα τα οποία μαζεύαμε και κρατούσαμε όλο τον χρόνο για γούρι. Μόλις πηγαίναμε σπίτι σφάζαμε το αρνί και το ετοιμάζαμε για την σούβλα».

Πάσχα  

«Το βράδυ του Σαββάτου οι γυναίκες ετοίμαζαν τα υλικά για την μαγειρίτσα. Όταν ερχόταν η ώρα όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία. Όταν ακούγαμε το «Χριστό Ανέστη» παίρναμε με τις λαμπάδες μας το Άγιο Φως και τσουγκρίζαμε τα αυγά λέγοντας -Χριστός Ανέστη -Αληθώς ο Κύριος. Μετά που πηγαίναμε πίσω στο σπίτι κάναμε στην πόρτα του σπιτιού έναν σταυρό με την φωτιά της λαμπάδας και έμενε το σημάδι. Μετά από αυτό καθόμασταν όλη η οικογένεια μαζί και τρώγαμε την μαγειρίτσα. Την Κυριακή το πρωί οι άντρες ετοίμαζαν την σούβλα και ψήνανε το αρνί, ενώ οι γυναίκες φτιάχνανε φρικασέ, πολλά νόστιμα φαγητά και γλυκά και μετά το γλέντι επισκεπτόμασταν σπίτια συγγενών για χρόνια πολλά.

Μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή

«Μετά το Πάσχα γιορτάζαμε το ψυχοσάββατο. Εκείνες τις ημέρες δεν κόβαμε τίποτα από τα δέντρα γιατί πιστεύαμε ότι οι ψυχές που κάθονταν εκεί θα έπεφταν. Την Παρασκευή πριν από το ψυχοσάββατο βράζαμε σιτάρι για κόλλυβα και το Σάββατο τα πηγαίναμε στα μνήματα για τα διαβάσει ο παπάς. Την Κυριακή πηγαίναμε στην εκκλησία, παίρναμε καρυδόφυλλα, ρίχναμε πάνω λίγο νερό γιατί θεωρούσαμε ότι μέσω του νερού θα πηγαίνανε οι ψυχές των νεκρών να κοινωνήσουν και όταν τελείωνε η εκκλησία βάζαμε τα καρυδόφυλλα στα μάλλινα για γούρι».

Γιορτές του καλοκαιριού

«Στις 6 Αυγούστου γιορτάζουμε την Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Όσοι είχαν αμπέλια πήγαιναν σταφύλια στην εκκλησία για να τα ευλογήσει ο ιερέας και ύστερα τα μοίραζε στους πιστούς για ευλογία. Εκείνη την ημέρα κάναμε τραπέζι μεγάλο και τρώγαμε κυρίως ψάρι. Επίσης, είχαμε μεγάλη γιορτή και τον Δεκαπενταύγουστο που τον θεωρούσαμε «καλοκαιρινό Πάσχα». Εκείνη την ημέρα πηγαίναμε στις εκκλησίες της Ξάνθης που ήταν αφιερωμένες στην Παναγία όπως η «Παναγία Καλαμού» και η «Παναγία Αρχαγγελιώτισσα» για να προσευχηθούμε και πολλές φορές ξενυχτούσαμε. Τρώγαμε νηστίσιμα όπως ελιές, χαλβά, τουρσιά κ.α.». 

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
3516
Έτος καταγραφής
2020-21
Επώνυμο
Γκλαβίνη
Όνομα
Στυλιανή
Εικόνες