Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, ΑΙΓΕΙΡΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
Οι πρόσφυγες κάτοικοι διατηρούσαν τα έθιμα τους στη νέα τους πατρίδα. Με το πέρασμα του χρόνου όμως πολλά από αυτά ξεχάστηκαν.
Η πρώτη μεγάλη γιορτή που περίμεναν οι κάτοικοι του χωριού ήταν τα Χριστούγεννα. Πριν έρθουν τα Χριστούγεννα όλοι οι κάτοικοι ασβέστωναν το σπίτι και έραβαν καινούργια ρούχα. Το βράδυ της παραμονής μια παρέα νέων μαζί με ακορντεόν πήγαιναν στα σπίτια και τραγουδώντας ανήγγελλαν το γεγονός της γέννησης του Κυρίου. Το τραγούδι που τραγουδούσαν φτάνοντας στο σπίτι ήταν το εξής:
«Π’ αρχοντικό κι αν βγήκαμε σ’ αφεντικό θα πάμε, θα πάμε στον αφέντη μας τον πολυχρονεμένο. Εδώ μας είπαν κι ήρθαμε σ΄ αυτά τα αρχοντόσπιτα. Εδώ είναι σπίτια δίπατα κι αυλές μαρμαρωμένες. Εδώ ξαφρίζουν το φλουρί και πέφτει τ΄ αλογάρι. Λογαριασμός και ξαφνιασμός ο αφέντης που κοιμήθ’ ην και πως να τον ξυπνήσουμε αυτόνε τον αφέντη; Να τον ξυπνήσουμ’ μιε νερό φοβούμ’ να μη κρυώσει. Να τον ξυπνήσουμ’ με κρασί φοβούμ’ μη μεθύσει. Με δύο καφκιά ροδόσταμο, να πιεί να ξαγρυπνήσει. Σαν ήπιε και ξαγρύπνησε τ’ αγρήγορο τ’ γυρεύει. Ανοίξτε κόρη μ’ σ’ πόρτες σας να ρθούν τα μαύρα μάτια κι’ αράδιαστει προσκέφαλα να κάτσ’ ν τα παλικάρια να τραγουδήσουν το Χριστό το μέγα τον αφέντη».
Με το που άνοιγε την πόρτα ο νοικοκύρης τα παλικάρια τραγουδούσαν το τραγούδι του Χριστού:
«Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο
Χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια
Στα παλικάρια στους Αη- Ποστόλους
Στους Αη-Ποστόλους στους Αη-Αγγέλους
Βρε Αη-Ποστόλοι μ’ βρε Αη-Αγγέλοι μ’
Βοήθησε μας τούτην την ώρα
Τούτην την ώρα την αβλοημένη
Την αβλοημένη τη δοξασμένη
Κι’ ώσπου να πάνε κι’ ώσπου να ‘ρθούνε
Η Παναγιά μας ελευθερώθει
Χριστός γεννιέται στους δαφνούς πέφτει
Σαν ήλιος λάμπει σαν νιό φεγγάρι
Σαν νιό φεγγάρι σαν παλληκάρι
Κι ο νοικοκύρης να ζει και να’ ναι
Με τη κυρά του μετά παιδιά του».
Το επόμενο ήταν του νοικοκύρη και της νοικοκυράς και μετά σε κάθε μέλος της οικογένειας. Στη μικρή κόρη, στο γιό, στην άλλη κόρη, στο μορφωμένο γιό, στο νιόπαντρο ζευγάρι. Τα παλικάρια ήξεραν πολλά τραγούδια και κάλυπταν όλα τα μέλη της οικογένειας. Ξεχωριστό τραγούδι αφιέρωναν στον ιερέα του χωριού του οποίου ήταν το εξής:
«Αφέντη μου στον οίκο σου, χρυσή καντήλα καίει. Αν βάλεις λάδι και κερί, φέγγει στην αφεντιά σου. Κι’ αν βάλεις μοσχολέλαδο, φέγγει στη γειτονιά σου. Κι από τα παράθυρα σου, φέγγει στην οικουμένη. Σήκω παπά μου κι άλλαξε, και βάλε τα ιερά σου. Σύρε παπά μ’ στην εκκλησία, να πάει ο κόσμος όλος. Βάλε και τους επίτροπους, καμπάνες να βαρέσουν. Για να το μάθει ο ντουνιάς, πως ο Χριστός γεννιέται. Να ζεις και να».
Όταν τελείωναν όλα τα τραγούδια η κόρη κερνούσε πίτα και κρασί στα παλικάρια και κρέας από το χοιρινό. Ανήμερα τα Χριστούγεννα εκκλησιάζονταν όλα τα μέλη της οικογένειας και το μεσημέρι έτρωγαν όλοι μαζί. Το απόγευμα μαζεύονταν στην πλατεία όπου γίνονταν χοροί.
Μετά τα Χριστούγεννα περίμεναν την Πρωτοχρονιά. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά άνοιγε φύλλα για να φτιάξει τυρόπιτα αλλά και να ζυμώσει τη βασιλόπιτα. Μέσα στην τυρόπιτα τοποθετούσαν όπως και στη βασιλόπιτα νόμισμα και το βράδυ στο τραπέζι ο πατέρας την έκοβε και οι τυχεροί χαίρονταν. Την ίδια μέρα, παιδιά κρατώντας τη «σούρβα», η οποία ήταν μια βέργα από κρανιά πήγαιναν σε συγγενικά κυρίως σπίτια και τους χτυπούσαν στην πλάτη με τη βέργα λέγοντας τους ευχές για καλή σοδειά και υγεία:
«Σούρβα, σούρβα γεια χαρά
Για σταφίδα, παρά,
Γερό κορμί, γερό σταυρί
Και του χρόν’ καλόκαρδοι
Όσες τρύπες στο δερμάνι
Τόσες θυμωνιές στ’ αλών»
Καθώς τελείωναν το τραγούδι τα παιδιά περίμεναν το ανάλογο φιλοδώρημα. Επίσης, την Πρωτοχρονιά τα παιδιά με ένα στολισμένο κλαδί την «τριστιάλκα» γύριζαν στους δρόμους και χτυπούσαν ελαφρά στην πλάτη τους μεγάλους λέγοντας: «Τρις τρις τριστιάλκα, κι τώρα κι του χρόνου κι τον άλλον τον Αη Βασίλη»
Το μεσημέρι όλη η οικογένεια μαζευόταν στο τραπέζι για να φάνε όλοι μαζί ένα ζεστό πιάτο με χοιρινό πατσά. Η επόμενη μεγάλη γιορτή ήταν ο Άγιος Αθανάσιος στις 18 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Αθανάσιος είναι ο προστάτης του χωριού. Το βράδυ της παραμονής γινόταν Θεία Λειτουργία και μετέπειτα γινόταν η περιφορά της εικονάς.
Στο χωριό γιόρταζαν και τις αποκριές. Οι νέοι και οι νέες του χωριού ντύνονταν καρναβάλια και γύριζαν τα βράδια στα σπίτια. Η Κυριακή της Αποκριάς ήταν μέρα συγχωρέσεις. Σύμφωνα με το έθιμο τα παιδιά φιλούσαν το χέρι των γονιών και των παππούδων ζητώντας συγχώρεση. Την επομένη ξεκινούσε η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ξημερώματα του Σαββάτου του Λάζαρου υπάρχει η συνήθεια οι νέοι να βγαίνουν και να ξηλώνουν τις αυλόπορτες από τα σπίτια των κοριτσιών. Τα μικρά κορίτσια γύριζαν στα σπίτια με ένα στολισμένο καλάθι με λουλούδια, τραγουδούσαν το Λάζαρο και μάζευαν αυγά και χρήματα.
«Ήρθην Λάζαρους, ήρθαν τα βάγια
Ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια.
Σήκου Λάζαρε και μην κοιμάσαι
Ήρθε η μάνα σου από την Πόλη
Σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι.
Γράψει Θοδωρή, γράψει Δημήτρη
Γράψει λιμουνιά και κυπαρίσσι.
Μπάρμπα Θοδωρή, μπάρμπα Δημήτρη,
Μασάει τα σκυλιά σ’ να μη μας φάνε
Κι τ’ αρνάκια σας να μη μας μπρίζουν.
Κι οι κοτίτσες σας αυγά γεννούνε
Κι οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε,
Δώστι και εμάς να ευχηθούμε Και του χρον’»
Την μεγάλη βδομάδα γίνονταν οι ετοιμασίες για την Ανάσταση και όλοι παρακολουθούσαν κάθε βράδυ τις Θείες Λειτουργίες. Την Μεγάλη Πέμπτη ως συνήθως έβαφαν τα αυγά και ζύμωναν τα τσουρέκια. Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί τα παιδιά γύριζαν σε όλα τα σπίτια του χωριού με την εικόνα του Εσταυρωμένου και τραγουδούσαν το πένθιμο τραγούδι της εποχής «Σήμερα μαύρος ουρανός». Επειδή, ήταν η ημέρα του Κυρίου οι γυναίκες τη μέρα αυτή δεν έκαναν δουλειές ούτε μαγείρευαν. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, περίμεναν όλοι να χτυπήσει η καμπάνα για να πάνε στην εκκλησία με λαμπάδες ή φαναράκια στο χέρι και να γιορτάσουν την ανάσταση του Κυρίου. Την Κυριακή του Πάσχα μαζεύονταν η οικογένεια και απολάμβαναν μαζί τη ζεστή μαγειρίτσα και τσούγκριζαν τα αυγά. Εκείνη τη μέρα οι δρόμοι του χωριού αντηχούσαν από τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν με τα νέα τους ρούχα και παπούτσια. Οι πλατείες του χωριού γέμιζαν από κόσμο. Όλοι φορούσαν τα καλά τους, τσούγκριζαν αυγά και γελούσαν. Γίνονταν χοροί και χόρευαν νέοι και νέες αλλά και άτομα άλλης ηλικίας με τις μεγαλύτερες γυναίκες να κάθονται και να καμαρώνουν τις παραδοσιακές φορεσιές και τους παραδοσιακούς χορούς των νέων παιδιών.
Μια αγαπημένη γιορτή των κατοίκων του χωριού ήταν η Πρωτομαγιά. Αυτή τη μέρα όλοι οι κάτοικοι ξενυχτούσαν στην εξοχή, χόρευαν, τραγουδούσαν και γλεντούσαν. Ήταν έθιμο τη μέρα αυτή να προσπαθούν να βρούνε και να σκοτώσουν το φίδι γιατί πίστευαν ότι θα έπαιρναν δύναμη.
Μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας αφού επέστρεφαν στο σπίτι, οι νέες κοπέλες στόλιζαν το σπίτι με λουλούδια αλλά και μια γυναίκα (η Περπέρω) και γύριζαν στο χωριό τραγουδώντας το εξής:
«Περπέρω, δροσέρω,
Βρέξε θε μου, στάξε θε μου,
Για να γίνουν τα σιτάρια,
Για να γίνουν τα κριθάρια,
Για να γίνουν και τα αμπέλια»