Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΑΙΓΕΙΡΟΥ
1. Λαϊκή Πίστη και Λατρεία
Πολιούχος του χωριού είναι ο Άγιος Αθανάσιος την μνήμη του οποίου τιμούν στις 18 Ιανουαρίου.
Η κα. Δαλκίδου θυμάται τους παλιούς να λένε πως στο Μούζαλη/ Μουζούλη βρισκόταν η εικόνα του Αγίου, την οποία οι πρόσφυγες θέλησαν να πάρουν μαζί τους φεύγοντας από την Ανατολική Θράκη. Όμως η εικόνα ήθελε να μείνει, κάθε φορά που την έβαζε πάνω στα κάρα, αυτή γυρνούσε πίσω… Συμπέρανε λοιπόν κάποιος «η εικόνα δεν θέλει να πάει», μετά από λίγο το βόδι του ψόφησε, όλοι συμπέραναν πως τιμωρήθηκε για ό,τι είπε! Ο ίδιος για να εξιλεωθεί την ημέρα την γιορτής του Αγίου έκανε «κουρμπάνι», δηλαδή έσφαξε ένα ζώο και αφού το μαγείρεψε το μοίρασε μετά την λειτουργία. Αυτή την συνήθεια την έχουν μέχρι τις μέρες μας.
Οι προετοιμασίες άρχιζαν από την παραμονή της γιορτής, 16 Ιανουαρίου. Οι άντρες γυρνούσαν με τα κάρα όλο το χωριό και μάζευαν από το κάθε σπίτι ό,τι μπορούσε να προσφέρει (κρέας, σιτάρι ή σπανίως χρήματα). Την παραμονή της γιορτής οι άντρες έσφαζαν όσα ζώα είχαν μαζέψει, συνήθως πρόβατα. Την ίδια στιγμή οι γυναίκες περνούσαν με πίτουρο τα καζάνια που είχαν γανωθεί και μετά τα έπλεναν με το πίτουρο «για να φύγει η αψάδα». Έπειτα τα ξανά έπλεναν σχολαστικά για αποφυγή δηλητηρίασης. Το απόγευμα της παραμονής, μετά τον εσπερινό γινόταν η περιφορά της εικόνας γύρω από όλο το χωριό, εκτός από τα νεκροταφεία.
Ανήμερα της γιορτής έβαζαν από νωρίς το πρωί, το κρέας στα καζάνια για να βράσει ώσπου να τελειώσει η λειτουργία. Προτού μοιραστεί το κρέας, έπρεπε να το διαβάσει ο ιερέας του ναού και να ευλογήσει το κουρμπάνι. Στη συνέχεια όλοι έπαιρναν το μερίδιο τους. Συνήθως ακολουθούσε γλέντι με χορό.
Ο Άγιος Τρύφωνας γιορτάζεται την 1η Φεβρουαρίου. Η κα. Γρηγοριάδου λέει ότι ο Άγιος ήταν αμπελουργός και επειδή κλάδευε όταν η Παναγία θα πήγαινε να «σαραντίσει» τιμωρήθηκε κόβοντας του την μύτη, την ώρα που αυτός κλάδευε, αλλά ξανα κόλλησε με λάδι και προζύμι, με θαυματουργό τρόπο! Ο Άγιος τιμωρεί με αποκοπή της μύτης τον οποίον γεωργό παραβιάζει την καθιερωμένη εθιμική αργία της γιορτής του. Στην Αίγειρο η γιορτή δεν γιορτάζεται με ιδιαίτερο τρόπο μάλλον επειδή γιορτάζεται πανηγυρικά στο διπλανό χωριό, τη Μεσσούνη, το οποίο απέχει μόνο 2 χιλιόμετρα.
Ανήμερα της γιορτής του Αγίου πάντως φρόντιζαν να έχουν μαζί τους ένα «μαστραπούδ» (μικρή μεταλλική κούπα) για να πάρουν αγιασμό με τον οποίο ράντιζαν στη συνέχεια τα αμπέλια τους. Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα αποτελούσε ορόσημο για μια σειρά αμπελουργικών εργασιών, όπως το κλάδεμα, την λίπανση, το σκάψιμο, το φύτεμα, τους εμβολιασμούς και άλλα.
2 Φεβρουαρίου της Υπαπαντής, οι μητέρες πήγαιναν με τα παιδιά τους στην εκκλησία για να κοινωνήσουν. 3 Φεβρουαρίου του Αγίου Συμεών οι έγκυες όφειλαν να προσέχουν ώστε να μην κάνουν οτιδήποτε θα μπορούσε να «βγει» στο παιδί ως σημάδι στο σώμα του. Η κα. Γρηγοριάδου θυμάται πως μια γειτόνισσα της έκλεψε ένα τσαμπί σταφύλι κι αυτό αποτυπώθηκε στο μωρό της! Γι’ αυτό τις τρείς πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου πίστευαν κι έλεγαν το εξής:
« ο Αϊ- Τρύφωνας το τρίβει η Υπαπαντή το πλάθει κι ο Αϊ- Συμεών το σημειώνει» (Το μωρό που θα γεννηθεί)
(Έθιμα από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι και την Καθαρά Δευτέρα)
1η βδομάδα αρχή τριωδίου: Συνήθιζαν να ντύνονται καρναβάλια δηλαδή να φοράνε τα ρούχα τους ανάποδα ή οι άντρες να φορούν κάποιο γυναικείο ρούχο ή το αντίστροφο ή άλλοτε να δημιουργούν αυτοσχέδια αξεσουάρ και να επισκέπτονται γειτονικά, φιλικά ή συγγενικά σπίτια τις βραδινές ώρες.
Σε αυτές τις επισκέψεις συνήθιζαν να μπαίνουν απλώς στο κάθε σπίτι και να κάθονται χωρίς να μιλούν ενώ οι σπιτονοικοκύρηδες καλούνταν να μαντέψουν την ταυτότητα του καθενός. Αυτό το έθιμο σταμάτησε περίπου το 1980 όταν κάποιος εκμεταλλεύτηκε την καρναβαλική αμφίεση και σκότωσε κάποιον. Έκτοτε πλέον οι άνθρωποι φοβόντουσαν.
Το Σάββατο/ ψυχοσάββατο έκαναν τρισάγιο στα νεκροταφεία και μοίραζαν κόλλυβα για τους νεκρούς που είχε ο καθένας.
2η βδομάδα Κρεατίνη: Την Πέμπτη/ Τσικνοπέμπτη μαζεύονταν σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια για να «τσικνίσουν» να φάνε και να γλεντήσουν. Το δεύτερο ψυχοσάββατο έκαναν πάλι τρισάγιο αλλά μαζί με τα κόλλυβα μοίραζαν και σιμιγδαλένιο χαλβά. Εκείνη την ημέρα δεν έκαναν δουλειές.
3η βδομάδα της Τυροφαγίας: Το βράδυ του τρίτου ψυχοσάββατου έληγε η περίοδος μεταμφίεσης σε καρναβάλια. Την επόμενη ημέρα, την Κυριακή της Τυροφάγου συγκεντρώνονταν στα συγγενικά σπίτια των πρεσβύτερων συγγενών όπου ζητούσαν συγχώρεση από τους μεγαλύτερους, και φιλούσαν το χέρι τους. Οι νιόπαντροι πήγαιναν πρώτα στους κουμπάρους τους και στη συνέχεια στα σπίτια των συγγενών.
Την Καθαρή Δευτέρα οι νοικοκυρές ξεκινούσαν από νωρίς το πρωί να καθαρίζουν κάθε σκεύος όπου είχε μαγειρευτεί κρέας ή τα παράγωγα του, όπως το λίπος. Έπρεπε να «καθαριστούν τ’ αγγεία» ώστε να μπορέσουν να μαγειρευτούν σε αυτά τα νηστίσιμα φαγητά. Οι άντρες καθάριζαν τα τζάκια και με τη στάχτη συνήθιζαν να μουτζουρώνουν ο ένας τον άλλον, στο πρόσωπο. Η Καθαρή Δευτέρα σήμαινε καθαριότητα. Καθάριζαν τα σπίτια τους σε κάθε σημείο. Στο τέλος της ημέρας οι μουτζουρωμένοι είχαν έναν επιπλέον λόγο για ατομική καθαριότητα.
Την παραμονή των Αγίων Θεοδώρων μοίραζαν στις ανύπαντρες κοπέλες «διαβασμένο» σιτάρι το οποίο έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιον θα παντρευτούν. Την ίδια νύχτα οι νέοι έπαιρναν τις πόρτες από τις αυλές των σπιτιών που είχαν οι νέες ανύπαντρες κοπέλες και τις άφηναν στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ο καθένας την επομένη πήγαινε να πάρει αυτή που του άνηκε. Αυτό το έθιμο παρέμεινε ως τις αρχές του 1980 περίπου. Το ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων συνήθιζαν να μοιράζουν σταφιδόψωμα, κουλούρια ή άλλα γλυκά σκευάσματα.
Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως ο καθένας πήγαινε στην εκκλησία λουλούδια ή κλαδάκια από βασιλικό τα οποία άφηναν σε ένα πανέρι. Ο ιερέας του ναού έβαζε πάνω τους ένα σταυρό και στην συνέχεια ο καθένας έπαιρνε ένα από αυτά και το έβαζε στο εικονοστάσι του σπιτιού του. Όταν κάποιος ένιωθε άρρωστος ή «ματιασμένος» έπαιρνε λίγο και το έβαζαν πάνω σε ένα καρβουνάκι με το οποίο θυμιάτιζαν τον ασθενή με την πίστη ότι θα γίνει καλά.
Στις 9 Μαρτίου, των Αγίων Σαράντα συνήθιζαν να φτιάχνουν πίτες τις οποίες έκοβαν σε σαράντα κομμάτια ή «πιταρούδια» ή λουκουμάδες (σαράντα κομμάτια) τα οποία στην συνέχεια μοίραζαν λέγοντας:
«Σαράντα, φας, σαράντα πιες
Σαράντα δως’ για την ψυχή σ’»
Επίσης φρόντιζαν να σπείρουν 40 φυτά.
Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά ξεκινούσαν από νωρίς το πρωί από τα σπίτια τους κρατώντας καλαθάκια. Πήγαιναν στα σπίτια του χωριού, τραγουδώντας:
«Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι ήρθε η μάνα σου από την πόλη σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι. Γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη, γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι κι οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε δώστε μας κι εμάς να τα χαρούμε»
Στα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα συνήθιζαν να δίνουν αυγά ή ξυλοκέρατα (χαρούπι). Το έθιμο διατηρήθηκε ως τα τέλη του 1970 περίπου.
Την Κυριακή των Βαΐων ο καθένας πήγαινε λίγες δάφνες, ως βάγια στην εκκλησία, τις οποίες άφηναν σε ένα πανέρι για να τις «διαβάσει» ο παπάς. Όταν επέστρεφαν στο σπίτι τους έπαιρναν μερικές δάφνες και τις τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους για να τις χρησιμοποιήσουν είτε για να θυμιατίζουν τον άρρωστο είτε ως συστατικό για τα χειροποίητα φυλαχτά τους.
Την Μεγάλη Πέμπτη ή Κόκκινη Πέμπτη κάθε νοικοκυρά κρεμούσε έξω από την πόρτα ένα κόκκινο πανί το οποίο παρέμενε κρεμασμένο ως την ώρα που θα χτυπούσε η καμπάνα του εσπερινού. Ξεκινούσαν με το βάψιμο των κόκκινων αυγών. Το πρώτο αυγό ήταν «της Παναγίας» κι αντικαθιστούσε αυτό της προηγούμενης χρονιάς. Με αυτό το αυγό σταύρωναν όλα τα μέλη της οικογένειας τρεις φορές στο μέτωπο τους λέγοντας «Ήρθες, ήρθες Πασχαλιά με τα κόκκινα αυγά». Το αυγό της προηγούμενης χρονιάς το έθαβαν « σε σημείο όπου δεν πατάει ανθρώπινο πόδι». Μετά το μεσημέρι ξεκινούσαν το πλάσιμο των τσουρεκιών.
Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν αφιερωμένη στο στολισμό του Επιταφίου και στην περιποίηση των νεκροταφείων. Η περιφορά του Επιταφίου ακολουθούσε συγκεκριμένη πορεία περιμετρικά του χωριού. Έβγαινε από την ανατολική πόρτα κι επέστρεφε από την δυτική. Από όπου περνούσε ο Επιτάφιος οι νοικοκυρές έβγαζαν μπροστά στην αυλόπορτα τους πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι, την εικόνα, το αναμμένο καντήλι κι ένα θυμιατό και λίγα ανθοπέταλα με τα οποία έραιναν τον επιτάφιο. Στην συνέχεια τα έβαζαν πίσω στο σπίτι και μαζί με τους υπόλοιπους ακολουθούσαν τον Επιτάφιο.
Ξημερώμοντας Μεγάλο Σάββατο η εκκλησία φωτιζόταν μόνο με κεριά και καντήλια κι όλη την νύχτα οι γυναίκες ξενυχτούσαν μοιρολογώντας. Η κα. Δαλκίδου θυμάται μόνο την αρχή από το μακροσκελές μοιρολόι:
« Σήμερα μαύρος ουρανός
Σήμερα μαύρη μέρα
Σήμερα όλοι θλίβονται
Και τα βουνά λυπούνται .
Σήμερα έβαλαν βουλή
Οι άνομοι Οβραίοι
Οι άνομοι και τα σκυλιά
Και τρις καταραμένοι.
Ο κύριος εθέλησε
Να μπει σε περιβόλι
Να λάβει δείπνο μυστικό
Για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα
Καθόταν μοναχή της
Την προσευχή της έκανε
Για τον μονογενή της.
Φωνή άκουσε εξουρανού
Κι απ’ αρχαγγέλου στόμα
«Σώνουν κυρά μ’ οι προσευχές
Σώνουν και οι μετάνοιες
Τον υιό σου τον επιάσανε
Και στα καρφιά τον πάνε
Και στου Πιλάτου τις αυλές
Εκεί τον τυραννάνε
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε
Πέφτει λιγοθυμάει
Σταμνιά νερό της ρίξανε
Τρία κανάτια μόσχο
Και τρία με ροδόσταμο
Για να της έρθει ο νους της
Και σαν της ήρθε ο λογισμός
Και σαν της ήρθε ο νους της
Ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί
Για τον μονογενή της.
Λάβε κυρά μ’ υπομονή
Λάβε κυρά μ’ ανάσες
Εσύ μάνα μ’ αν θα σφαγείς
Σφάζονται οι μάνες όλες
Εσύ μάνα μ’ αν κρεμαστείς
Κρεμιούνται οι μάνες όλες.
Βάλε κρασί μες στο γυαλί
Και αφράτο παξιμάδι
Και κάνε μια παρηγοριά
Να κάνουν οι μάνες όλες..»
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν στα νεκροταφεία για να ανάψουν τα καντήλια. Το απόγευμα έσφαζαν τα αρνιά που θα έψηναν την επομένη. Αργά το βράδυ επιστρέφοντας από την εκκλησία, μετά το τέλος της λειτουργίας, η νοικοκυρά πρώτα άναβε το καντήλι στο εικονοστάσι με το Άγιο Φως, το καντήλι δεν έσβηνε για 40 μέρες. Στην συνέχεια έστρωναν το τραπέζι με αυγά, μαγειρίτσα και τυρί.
Κυριακή του Πάσχα ξεκινούσαν από νωρίς οι προετοιμασίες για το σούβλισμα του αρνιού. Οι φτωχές οικογένειες οι οποίες δεν είχαν την δυνατότητα να σφάξουν ένα ολόκληρο αρνί, θα έψηναν έστω λίγο «για το καλό». Όμως αυτό ήταν σπάνιο καθώς όλο και κάποιος συγγενής ή γείτονας θα τους καλούσε στο πασχαλινό γλέντι.
Την ημέρα της Αναλήψεως συνήθιζαν να ψήνουν αλμυρές πίτες. Οι νέοι έφτιαχναν πρόχειρους αυτοσχέδιους φούρνους στα χαντάκια που υπήρχαν στα πλαϊνά των δρόμων. Σε αυτούς έψηναν τις πίτες της Αναλήψεως. Μόλις ετοιμαζόταν την έδιναν στο ανύπαντρο κορίτσι της οικογένειας για να την πάει για ψήσιμο. Αυτές τις πίτες τις έτρωγαν παρέα με τους γείτονες.
Στις 6 Αυγούστου τις Μεταμόρφωσης του Σωτήρα ή του Σωτήρος πήγαιναν στην εκκλησία τα πρώτα σταφύλια από τα αμπέλια τους για να ευλογηθούν από τον παπά του χωριού και να ξαναμοιραστούν.
Ο 15 Αύγουστος ήταν όπως και σήμερα σημαντική γιορτή αλλά η 23η Αυγούστου ήταν αυτή που περίμεναν όλοι με χαρά κι ανυπομονησία. Στις 22 Αυγούστου ,μετά το μεσημεριανό φαγητό και την ξεκούραση, στόλιζαν τα κάρα τους με καλά σεντόνια και «στρωσίδια» και πήγαιναν στην Παναγία την Φανερωμένη, στην περιοχή Φατίριακα (Βαθύ Ρυάκι). Φρόντιζαν να πάνε νωρίς για να βρουν ένα καλό σημείο όπου θα έστηναν τα κάρα τους μαζί με συγγενείς και φίλους δημιουργώντας έναν κύκλο. Όλοι μαζί έτρωγαν συνήθως πίτες και φρούτα που είχαν φέρει μαζί τους και χόρευαν. Εκεί επίσης έστηναν διάφοροι μικρέμποροι τους πάγκους τους όπου πουλούσαν παιχνίδια, στολίδια, εργαλεία ή γλυκά. Το γλέντι ξεκινούσε με την άφιξη των πρώτων κάρων και τελείωνε αργά τη νύχτα. Μια διακοπή γινόταν μόνο για τον εσπερινό κατά την διάρκεια του οποίου γινόταν και η περιφορά της εικόνας της Παναγίας γύρω από την εκκλησία (στις μέρες μας εξακολουθεί να γιορτάζεται πανηγυρικά και πολλοί από την πόλη της Κομοτηνής πηγαίνουν ως εκεί, πλέον είναι μοναστήρι, περπατώντας είτε όλη την διαδρομή- πήγαινε, έλα- είτε μόνο πηγαίνουν και επιστρέφουν οδικώς. Η απόσταση από την Κομοτηνή είναι 18 χιλιόμετρα, χρειάζονται περίπου 3 ώρες για να πας με τα πόδια αλλά η Αίγειρος απέχει 7 χιλιόμετρα και η διαδρομή με τα πόδια διαρκεί περίπου μισή ώρα- 40’). Η εικόνα της Παναγίας θεωρείται θαυματουργή καθώς πιστεύεται πως φανερώθηκε σε σημείο παραπλεύρως της εκκλησίας όπου υπάρχει υπόγεια πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται θαυματουργό.
Ανήμερα, στις 23 Αυγούστου, στην εκκλησία τελούνταν η λειτουργία για τα εννιάμερα της Παναγίας κι έπειτα επέστρεφαν στο σπίτι τους.
Στις 27 Αυγούστου, την ημέρα της γιορτής του Αγίου Φανουρίου οι νέες κοπέλες πήγαιναν στην εκκλησία την φανουρόπιτα, ενώ έβαζαν ένα κομμάτι της κάτω από το μαξιλάρι τους για να τους φανερωθεί ο μέλλων σύζυγος τους. Φανουρόπιτα συνήθιζαν να κάνουν κι άλλες μέρες του χρόνου όποτε ήθελαν να βρουν κάτι που είχαν χάσει. Σε αυτή την περίπτωση, έψηναν την ίδια πίτα και την μοίραζαν στους γείτονες αφού πρώτα την είχαν «ονοματίσει» στον Άγιο με την ελπίδα να τους δώσει ένα σημάδι.
Το Σάββατο πριν την γιορτή του Αγίου Δημητρίου μοίραζαν κόλλυβα και άρτο ενώ έκαναν τρισάγιο στα νεκροταφεία. Μετά την γιορτή του Αγίου Δημητρίου άρχιζε η σπορά. Την ημέρα που έβγαζαν από το σπίτι τον σπόρο, για να τον πάνε στο χωράφι και να τον σπείρουν, δεν έδιναν τίποτε σε κανέναν, δεν έβγαινε από το σπίτι τίποτε άλλο, ούτε χάρισμα, ούτε δανεικό. Μόλις έβγαινε ο αγρότης από το σπίτι, η γυναίκα του έριχνε λίγο νερό στο «κατόπι» του πίσω του κι ευχόταν «όπως τρέχει το νερό ετσ’ να τρεχ’ η σοδειά μεσ’ στο σπίτ’», θυμάται η κα. Δαλκίδου.
Στις 14 Νοεμβρίου την ημέρα του Αγίου Φιλίππου συνήθιζαν να σφάζουν και να τρώνε κόκορα. Μετά ξεκινούσε η νηστεία για τα Χριστούγεννα. Οι νεότεροι πήγαιναν στα σπίτια των μεγαλύτερων συγγενών τους και ζητούσαν την «συγχώρεση» τους.
Την παραμονή της γιορτής της Αγίας Βαρβάρας έβραζαν ένα είδος γλυκιάς σούπας, την Βαρβάρα, η οποία γινόταν με κύριο συστατικό το σιτάρι και το σουσάμι, σταφίδες, καρύδια, ξερά σύκα, ζάχαρη και κανέλα. Κάποιοι πρόσθεταν και λίγα ρεβίθια και καλαμπόκι. Από πάνω στόλιζαν με σπόρους ροδιού και την μοίραζαν στους γείτονες, μετά το χτύπημα της καμπάνας του εσπερινού και εφόσον προηγούμενος άναβαν το καντήλι στο εικονοστάσι του σπιτιού.
Την παραμονή των Χριστουγέννων γινόταν το «χοιροσφάι». Κάθε σπίτι έσφαζε το γουρούνι το οποίο ετοίμαζε όλο το χρόνο γι’ αυτή την ημέρα. Στην περίπτωση που κάποια οικογένεια ήταν πολύ φτωχή, τότε φρόντιζαν να της δώσουν οι γείτονες και οι συγγενείς. Το χοιροσφάι ξεκινούσε νωρίς το πρωί. Πριν το κόψουν σε μερίδες προκαλούσαν κάποιο από τα παιδιά που παρακολουθούσαν να φιλήσει τον κώλο του γουρουνιού, όποιος το τολμούσε δικαιούνταν να πάρει την φούσκα (την ουροδόχο κύστη) την οποία στην συνέχεια έπλενε, φούσκωνε και κρεμούσε κάπου ώστε να στεγνώσει, να ξεραθεί και να λειτουργήσει σαν μπάλα.
Από το γουρούνι δεν πετούσαν τίποτα. Με τα έντερα του και λίγα εντόσθια γινόταν η παραδοσιακή καρβαβίτσα, ένα είδος λουκάνικου, γέμιζαν τα έντερα με τα εντόσθια και λίγο ρύζι και την χρησιμοποιούσαν σαν μεζέ- κέρασμα με το τσίπουρο τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων. Επίσης, με όσα έντερα/ λουκάνικα έσκαζαν/ χαλούσαν κι αν δεν είχε διαλυθεί κανένα, τότε έκοβαν ένα σε κομμάτια κι έφτιαχναν την σούπα που θα έτρωγαν την ημέρα των Χριστουγέννων όταν θα επέστρεφαν από την εκκλησία.
Με παρόμοιο τρόπο έφτιαχναν την «μπάμπω» αλλά αντί για έντερα γέμιζαν την κοιλιά του γουρουνιού με τα εντόσθια και το ρύζι, την έραβαν, την ζεμάτιζαν με καυτό νερό και την έψηναν στον φούρνο. Αυτή τρωγόταν στο μεσημεριανό τραπέζι των Χριστουγέννων. Το λίπος από την πλάτη του γουρουνιού το έβαζαν σε ένα ξύλινο καλούπι 5 x 10 εκ. μαζί με χοντρό αλάτι και το χρησιμοποιούσαν όλο τον χρόνο. Τα υπόλοιπα λίπη τα ψιλοέκοβαν τα έβραζαν με αλάτι κι έκαναν την «λίγδα» την οποία επίσης χρησιμοποιούσαν για να νοστιμίζουν τα φαγητά τους.
Επίσης, έφτιαχναν τον καβουρμά, κόβοντας το κρέας σε κομμάτια, τα άχνιζαν (βράσιμο με λίγο νερό) πρόσθεταν αλάτι και πιπέρι και ανακάτευαν με λίπος. Το έβαζαν σε τσουκάλια και βάζοντας λίπος στην επιφάνεια του διατηρούνταν για πολύ καιρό. Με το κεφάλι και τα πόδια έφτιαχναν πατσά, ενώ το υπόλοιπο κρέας το πάστωναν, το στέγνωναν και το χρησιμοποιούσαν για πολύ καιρό. Τα υπόλοιπα μέρη του ζώου, δηλαδή εκτός της μπάμπως, της καρβαβίτσας και του πατσά που καταναλώνονταν τις ημέρες των Χριστουγέννων, ήταν μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις, η κατανάλωση κρέατος ήταν πολυτέλεια.
Μετά το χοιροσφάι οι γυναίκες ετοίμαζαν το χριστόψωμο, ένα στολισμένο ψωμί το οποίο προοριζόταν για το δείπνο της παραμονής. Τα στολίδια με το ζυμάρι στην επιφάνεια του χριστόψωμου εξαρτώνται από την κάθε νοικοκυρά. Συνήθως όμως ήταν λουλούδια.
Τα παιδιά επισκέπτονταν τα σπίτια για να πουν τα κάλαντα. Ο κος. Τενεκετζής έλεγε με τα αδέρφια του:
Χριστός γιννιέτι
Χαρά στον κόσμο
Χαρά στον κόσμο
Στην οικουμένη
Σαράντα μέρες
Σαράντα νύχτες
Η Παναγία μας κοιλοπονούσε
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
Τους Αρχαγγέλους
Τους Ιεράρχες
‘Σεις Αρχάγγελοι
Και Ιεράρχες
Στην Σμύρνη πη’ αι’ τε
Μαμές να φέρτε
Αγία Μαρίνα και Κατερίνα
Στην Σμύρνη πάνε
Μαμές να φέρουν…
Δυστυχώς δεν θυμόταν την συνέχεια.
Ο κος. Σκουλαρίδης ανέφερε τι έλεγαν στις περιπτώσεις που δεν τους έδιναν αρκετά (το φιλοδώρημα ήταν φρούτα, ξυλοκέρατα/χαρούπι, ενώ σπάνια έδιναν χρήματα):
«Από χρόνους σας πολλούς
Κι ένα τάσι ποντικούς
Κι ένα κόσκινο βολβούς
Και εις έτη πολλά»
Ενώ ο κος. Τενεκετζής έλεγε με τους φίλους του στους τσιγγούνηδες:
«Εφέ σε πρέπ’ αφέντη μου
Ντορβάς και δοκανίκι
Να σε τραβάνε τα σκυλιά
Και δεκαπέντε λύκοι»
Στην περίπτωση που ήταν γυναίκα, τότε έλεγαν:
«Εσέ κυρά η εμορφία
Γρήγορα να σ’ αφήσει
Ο άντρας σου να σε ειδεί
Και να μην σε γνωρίσει
Την κόρη σου την έμμορφη
Βάλτηνε στο ζεμπίλι
Και κρέμασε την αψηλά
Να μην την φαν’ οι ψύλλοι»
Μόλις βράδιαζε έστρωναν το τραπέζι. Έβαζαν στο τραπέζι την εικόνα, από το εικονοστάσι, ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί μέσα στο οποίο έβαζαν το κέρμα το οποίο θα τοποθετούσαν στη βασιλόπιτα. Επίσης, έβαζαν ένα αναμμένο κερί και το θυμιατό.
Στο τραπέζι τοποθετούσαν εννιά διαφορετικά φαγητά, το ένα ήταν οπωσδήποτε φασολάκια και τα υπόλοιπα οπωσδήποτε νηστήσιμα, όπως χορτόπιτα ή ακόμα και φρούτα. Η νοικοκυρά θυμιάτιζε τα φαγητά και στη συνέχεια θυμιάτιζε όλα τα δωμάτια του σπιτιού και τους στάβλους. Ο νοικοκύρης σταύρωνε το χριστόψωμο, το έκοβε και το μοίραζε σε όλους.
Το τραπέζι έμενε στρωμένο ως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γιατί «μπορεί να πεινάει η Παναγία και να βρει να φάει».
Την ημέρα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, έτρωγαν την καρβαβίτσα και συνήθως χοιρινό μαγειρεμένο με λάχανο τουρσί ή «τζαρούχια», κοτόπουλο κομμένο σε μερίδες και κάθε μερίδα τυλιγμένη σε φύλλο από λάχανο τουρσί. Το γεύμα συνοδευόταν με κόκκινο κρασί.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά (αγόρια), κρατώντας βέργες κρανιάς πήγαιναν στα σπίτια τραγουδώντας:
«Σούρβα, σούρβα για χαρά
Για σταφίδα, για παρά
Όσες τρύπες στο δερμόν*
Τόσες θημωνιές στ’ αλών»
Και με τις βέργες χτυπούσαν ελαφρά τον κόσμο. Συνήθιζαν να τους δίνουν σταφίδες, ξερά σύκα και καρύδια.
Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, τα παλικάρια έφτιαχναν την «Γκαμήλα», ένα αυτοσχέδιο ομοίωμα καμήλας, χρησιμοποιώντας δέρματα κιλίμια κτλ.
*το δερμόνι είναι δερμάτινο κόσκινο.
Μια παρέα νεαρών αγοριών την περίφεραν στους δρόμους του χωριού. Από όπου περνούσαν ο κόσμος τους έδινε κεράσματα, γλυκά ή και χρήματα. Ο πρώτος, εκτός της οικογένειας, ο οποίος θα έμπαινε πρώτος στο σπίτι έπρεπε να μπει με το δεξί, για το καλό και να καθίσει αλλιώς δεν θα κλωσούσαν οι κότες.
Το πρωί, μετά την εκκλησία, έτρωγαν πατσά. Το μεσημέρι, έτρωγαν κρέας κι έσπαζαν ένα ρόδι στο κατώφλι του σπιτιού, κι εύχονταν:
«Όπως είναι τα ρόδια
Έτσι να’ ναι τα αγαθά»
Έπειτα έκοβαν την βασιλόπιτα, η οποία για τους Κεσσανιώτες ήταν τυρόπιτα στην οποία εκτός από το κέρμα, έκρυβαν μέσα ένα σπυρί καλαμπόκι που συμβόλιζε την τύχη στα ζώα του σπιτιού, ένα σπόρο σιταριού που συμβόλιζε την τύχη στα χωράφια, κομμάτι από κληματόβεργα για τύχη στα αμπέλια. Ενώ οι Πόντιοι έφτιαχναν για βασιλόπιτα, τσουρέκι. Όλοι πάντως πριν την κόψουν, την σταύρωναν.
Το πρωί της παραμονής των Φώτων στις 5 π.μ. ο παπάς καλούσε τους πιστούς στην εκκλησία για τον μεγάλο αγιασμό. Η λειτουργία τελείωνε στις 8 π.μ. περίπου. Από το νερό που έπαιρναν, αφού έπιναν όλοι, φύλαγαν σε ένα μπουκαλάκι στο εικονοστάσι για να το χρησιμοποιήσουν όταν κάποιος αρρώσταινε. Την παραμονή των Φώτων, μετά την εκκλησία τα παιδιά πήγαιναν στα σπίτια για να πουν τα κάλαντα των Φώτων όπως τα θυμάται η κα. Γρηγοριάδου:
«Σήμερα τα φώτα κι οι φωτισμοί
Και χαρά μεγάλη και αγιασμοί
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
Κάθεται η κυρά μας, η Παναγιά
“Καλή μέρα, καλή ‘σπέρα
Καλή σου μέρα αφέντη
Με την κυρά”
Σπάργανα κρατάει
Κερί βαστεί
Και τον Αϊ- Γιάννη παρακαλεί
Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαφτιστή
Βάφτισε και εμένα, θεού παιδί
Ν’ ανέβω στον ουρανό
Να μαζέψω ρόδα και λίβανο»
Ανήμερα των Φώτων γινόταν ο μικρός Αγιασμός. Με αυτό τον αγιασμό οι γεωργοί ράντιζαν τα χωράφια τους για ευλογία.