Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΤΟΠΕΙΡΟΥ
ΜΕΛΙΣΣΑ
Έθιμα το λαϊκού εορτολογίου
Α. Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα.
«Άρχιζε από την εορτή του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) και διαρκούσε μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου). Την τηρούσαν οι πιστοί με ιερή ευλάβεια, χωρίς όμως η νηστεία αυτή να είναι τόσο αυστηρή όσο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουάριου)
Χριστούγεννα: Την παραμονή των Χριστουγέννων παρέες, παρέες συγγενών και γειτόνων έσφαζαν τα γουρούνια που εξέτρεφε ο καθένας στην αυλή του. Το έγδερναν παίρνανε το δέρμα (για τσαρούχια), το αλάτιζαν με χοντρό αλάτι για να διατηρηθεί. Το γουρούνι το κρεμούσαν σε τσιγκέλι στο κελάρι πάνω σε μια δίπλα, αφού προηγουμένως μέσα σε μια ξύλινη σκάφη είχαν χωρίσει τα χαράκια, λαρδί από το υπόλοιπο κρέας. Η νοικοκυρά καθάριζε με μεγάλη τέχνη το έντερο του γουρουνιού για να φτιάξει την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων το κατεξοχήν θρακιώτικο φαγητό την Μπάμπω.
Η Μπάμπω ήταν γεμιστό το έντερο του γουρουνιού με πλιγούρι, συκώτια, κρέας και εντόσθια του γουρουνιού με ρίγανη και μπαχάρια και ψήνονταν στην κατσαρόλα. Επίσης φαγητό για την πρώτη μέρα, ήταν η λαχανιά: κρέας χοιρινό με λάχανο και κόκκινο πιπέρι.
Τα μικρά παιδιά προετοιμασμένα από μέρες, από πολύ νωρίς το πρωί γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας τις σούβλες (ξύλινες αιχμηρές στην άκρη βέργες) και έλεγαν τα κάλαντα:
Καλήν εσπέραν άρχοντες
Να πω στ’ αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον
Εν Βηθλεέμ την πόλη
Οι ουρανοί αγάλλονται
Χαίρε η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται
Ο βασιλεύς των ουρανών
Και ποιητής των όλων
Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
Πέτρα να μην ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
Χρόνια πολλά να ζήσει
Και να μας καλοκαρδίσει.
Τότε η νοικοκυρά έβγαινε έξω και περνούσε τα κοψίδια που είχε ετοιμάσει στις σούβλες των παιδιών και τους έδινε γλυκά. Όχι χρήματα.
Εκείνη την ημέρα, το χωριό βούιζε από τις χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα γρυλίσματα των γουρουνιών. Αφού λούζονταν όλοι οικογενειακώς, κοιμόνταν και γύρω στις πέντε το πρωί ξυπνούσαν από το χτύπημα της καμπάνας και όλη η οικογένεια κρατώντας φανάρια πήγαιναν στην εκκλησία. Παρακολουθούσαν με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, κοινωνούσαν μετά τη νηστεία και επέστρεφαν μετά το τέλος της λειτουργίας στο σπίτι. Όλοι μαζί κάθονταν γύρω από το τραπέζι και έτρωγαν Μπάμπω και τη λαχανιά. Τσούγκριζαν τα ποτήρια με κρασί και ευχόντουσαν χρόνια πολλά και υγεία.
Το βράδυ των Χριστούγεννων, εάν γιόρταζαν δεχόντουσαν επισκέψεις στρώνοντας τραπέζι. Αν δεν γιόρταζαν πήγαιναν αυτοί επισκέψεις.
Την επόμενη μέρα άρχιζαν οι εργασίες για την τακτοποίηση του σφαγίου. Ο άνδρας τεμάχιζε το γουρούνι, το έβαζε μέσα σε πήλινα δοχεία (τσουκάλια) το πάστωνε με αλάτι για να διατηρηθεί για της υπόλοιπες ημέρες του χειμώνα. Με δικιά τους κρεατομηχανή έφτιαχναν κιμά και γέμιζαν λουκάνικα.
Η γυναίκα μέσα σε μια μπακίρα πάνω στη φωτιά στο τζάκι, έλιωνε το χαράκι, έβγαζε το λίπος (λίγδα) το οποίο συγκεντρώνανε μέσα σε τενεκέδες και χώριζε τις τσιγαρίδες (τα κομμάτια που έμειναν μετά το λιώσιμο του χαρακιού). Τις ξεροτηγάνιζε και την συγκέντρωνε μέσα σε τενεκέδες για φαγητό με διάφορους συνδυασμούς. Απ’ ό,τι βλέπετε τίποτε δεν πετούσαν, τίποτα, όλα τα αξιοποιούσαμε»
( Π. Χρηστακίδου )
Β. Πρωτοχρονιά
Από νωρίς το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά , ομάδες-ομάδες γύριζαν στους δρόμους της γειτονιάς του χωριού και έλεγαν τα κάλαντα
Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος Άγιο-Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία βαστάει κόλα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε Βασίλη μ’ πόθεν έρχεσαι και πόθεν καταλαβαίνεις
Απ’ την μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολείο πηγαίνω κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, κάτσε να τραγουδήσεις Εγώ τραγούδια μαθαίνω
Αν ήξερες τα γράμματα πες μας την αλφαβήτα και στο ραβδί ακούμπησε να πει την αλφαβήτα και το ραβδί ήταν χλωρό και απόλυσε βλαστάρια και απάνω στα βλαστάρια οι πέρδικες κελαηδούσαν δεν ήταν μόνο πέρδικες ήταν και περιστέρια Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μην ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει και να μας, και να μας καλοκαρδίσει
Η νοικοκυρά έδινε φρούτα (μήλα, φιρίκι, μανταρίνια) και γλυκά και εκείνα χαρούμενα έτρεχαν για την άλλη πόρτα. Οι άνδρες το βράδυ της παραμονής, το περνούσαν στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά και κουμάρι (την 21). Υποδέχονταν τον καινούργιο χρόνο με ντουφεκιές, πιστό και ευχές ο καινούργιος χρόνος να είναι καλύτερος από τον προηγούμενο. Η γυναίκα στο σπίτι στόλιζε το γιορτινό τραπέζι με φαγητά και γλυκά ώστε να το βρει στρωμένο ο Άγιος Βασίλης για να φάει.
Με λαχτάρα περίμεναν τα παιδιά να κατέβει ο Αϊ Βασίλης από την καπνοδόχο να αφήσει το δώρο τους, συνήθως μπαλίτσες λαστιχένιες. Το πρωί της Παραμονής, η νοικοκυρά σηκωνόταν πολύ νωρίς να ζυμώσει και να ανοίξει φύλλο με τον πλάστη για την Βασιλόπιτα, που ήταν όμως αλμυρή τυρόπιτα. Άνοιγε συνήθως 7 με 8 φύλλα. Έστρωνε ένα φύλλο στο ταψί, έριχνε μπόλικο τυρί και άλειφε με λίγδα. Στη βάση του ταψιού έβαζε σημάδια μέσα σε ζυμάρι για όλα τα μέλη της οικογένειας. Τα σημάδια που έβαζε είχαν σχέση με τις ασχολίες τους. Έτσι έβαζε το κέρμα (φλουρί), το σπίτι που αντιστοιχούσε σε, το τρακτέρ που αντιστοιχούσε σε μια βίδα, τα χωράφια που τα ονόμαζε με σπόρους σταριού, τις κότες που τις αντιστοιχούσε με σπόρους καλαμποκιού, τα πρόβατα που τα ονόμαζε με ένα μικρό κομματάκι κότσι, τις σοδιές που τις ονόμαζε με ένα κομμάτι βαμβάκι, το αμπέλι που το αντιστοιχούσε σ’ ένα κλαδάκι κτλ. Ανάλογα με το πόσα άτομα ήταν στην οικογένεια, τόσα σημάδια έβαζε. Στο επάνω φύλλο έριχνε γάλα ανακατεμένο με αυγά.
Την έψηνε στην πυροστιά πάνω στη θράκα με το ταψί σκεπασμένο με τη μπόντρα (καπάκι μεταλλικό) κι έριχνε πάνω στο καπάκι κάρβουνα για να ψηθεί καλά πάνω-κάτω. Μετά το τέλος της λειτουργίας και της δοξολογίας για το Νέο Έτος γύρω στις 11, η οικογένεια μαζευόταν γύρω από τον σοφρά. Ο αρχηγός της οικογένειας γύριζε τρεις φορές κυκλικά την πίτα, την έκοβε σε τόσα κομμάτια όσα και τα μέλη της οικογένειας. Την ξαναγύριζε τρείς φορές και άρχιζε να μοιράζει ευχόμενος για το νέο έτος, τα κομμάτια σου. Πρώτα έβγαζε το κομμάτι του Χριστού, μετά του Αϊ Βασίλη, του σπιτιού και μετά έβγαζε των παιδιών, στη συνέχεια των μεγαλύτερων και τελευταία των παππούδων-γιαγιάδων, αφού οι μεγαλύτεροι είχαν υπομονή να περιμένουν.
Με αγωνία όλοι έψαχναν το σημάδι που τους έτυχε. Αυτός που έβρισκε το νόμισμα, ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Τυχεροί βέβαια ήταν και οι άλλοι, αφού όλοι έβρισκαν σημάδια και θεωρούσαν τον εαυτό τους υπεύθυνο για την περιουσία. Έτσι ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Έσπαγαν ένα ρόδι για γούρι. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, φρόντιζαν να μην δώσουν τίποτε έξω από το σπίτι, να μην πάνε επίσκεψη (να κάνουν ποδαρικό) ούτε να δεχτούν επίσκεψη (να τους κάνουν ποδαρικό). Όποιος ξεχνιόταν και πήγαιναν επίσκεψη, τον έβαζαν να κάτσει πάνω στη σκούπα και να κάνει την κλώσα!! Ποδαρικό έκαναν με ένα μικρό άσπρο αρνί, που το έφερναν από το μαντρί και το άφηναν να περπατήσει μέσα στο σπίτι. Όταν νύχτωνε πήγαιναν επισκέψεις στους εορτάζοντες ή αν γιόρταζαν οι ίδιοι δέχονταν επισκέψεις.
(Δ. Χρηστακίδης)
Γ. Θεοφάνια
Αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά, οι νοικοκυρές άρχιζαν να καθαρίζουν τα σπίτια και να πλένουν τα ρούχα τους για να είναι έτοιμες για την παραμονή των Φωτών, που θα γύριζε ο παπάς να φωτίσει τα σπίτια. Την ημέρα εκείνη δεν έκαναν καμία δουλειά, νήστευαν, δεν έτρωγαν τίποτε και περίμεναν να περάσει ο παπάς. Ο παπάς την παραμονή των Θεοφανίων τελούσε τον Μεγάλο Αγιασμό. Συμμετείχαν από κάθε σπίτι άτομα μικρής και μεγάλης ηλικίας. Από αυτόν τον αγιασμό έπαιρναν ένα μπουκάλι και το φύλαγαν στο εικονοστάσι όλο το χρόνο και τον είχαν σαν γιατρικό, για το μάτι και τον θεωρούσαν Θεία Κοινωνία.
Με το τέλος της λειτουργίας ο παπάς κρατώντας στο ένα χέρι το σταυρό και στο άλλο ένα ματσάκι βασιλικό, έχοντας βοηθό ένα μικρό παιδί που κρατούσε ένα μπακιρτσάκι με τον αγιασμό, γύριζε τα σπίτια να φωτίσει και να διώξει τα καρκαντζέλια (καλικάντζαρους) ψέλνοντας: Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε και νοικοκυρές χαιρετούσαν τον σταυρό και έριχναν κέρματα μέσα στο μπακιρτσάκι... τον κερνούσαν κι ένα ουζάκι!
Την ίδια μέρα, τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα:
Σήμερα τα Φώτα κι ο Φωτισμός και χαρές μεγάλες και Αγιασμός κάτω στον Ιορδάνη ποταμό κάθεται η κυρά μας η Παναγιά σπάργανα κρατάει
Θεού παιδί και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί
Αϊ-Γιάννη, αφέντη και πρόδρομε βάπτισε τον γιό μου μονογενή πως να τον βαπτίσω θεού παιδί
Ν’ ανεβώ επάνω στον ουρανό να μαζέψω χόρτα και λιβάνους
Σφάξαμε τον πετεινό βρήκαμε τα φώτα δωσ’ μας το μπαχτίσι να πάμε σ’ άλλη πόρτα.
Οι νοικοκυρές τους έδιναν ξυλοκέρουτα και γλυκά. Κανείς τότε δεν έδινε χρήματα. Στη συνέχεια η νοικοκυρά, έσφαζε έναν κόκορα και τον ετοίμαζε για την άλλη μέρα. Την άλλη μέρα, πήγαιναν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν τη λειτουργία του Αγιασμού των Υδάτων. Η κατάδυση του Σταυρού γινόταν στο κανάλι ή στην μπάρα. Όλο το εκκλησίασμα ακολουθούσε στην κατάδυση, φωνάζοντας Κύριε Ελέησον. Διαβάζοντας τις ευχές ο ιερέας έριχνε τον Σταυρό στο νερό και οι πιο τολμηροί νέοι βουτούσαν να πιάσουν τον Σταυρό. Τον Σταυρό, αφού τον στόλιζαν μέσα σ’ ένα αργυρό δίσκο με λουλούδια, τον περιέφεραν στα σπίτια για να χαιρετήσουν όσοι δεν μπορούσαν να πάνε στην εκκλησία.
Τον Αγιασμό των Θεοφανίων τον έπαιρναν με μπουκάλια και τον έριχναν στα σπαρτά στα χωράφια και ράντιζαν τα ζώα. Από την κατάδυση του Σταυρού, όλο το πλήθος επέστρεφε στην εκκλησία γιατί ακολουθούσε το έθιμο του Νονού, που το έφεραν από την Πατρίδα. Η εκκλησιαστική επιτροπή, μοίραζε μικρά στρογγυλά ψωμάκια μέσα σ’ ένα καλάθι, σε όλους τους παρευρισκόμενους. Σ’ ένα ψωμάκι υπήρχε ένα ασημένιο σταυρουδάκι, φερμένο από την πατρίδα. Όποιος το έβρισκε γινόταν νουνός του Χριστού, κρατούσε το σταυρουδάκι στο σπίτι του για ένα χρόνο, με την υποχρέωση να φτιάξει την επόμενη χρονιά τα ψωμάκια. Θεωρούνταν μεγάλη ευλογία και καλοτυχία για το σπιτικό και για τον ίδιο που κέρδισε, γι’ αυτό κερνούσε όλο το καφενείο του χωριού. Τα μικρά παιδιά, τρέχοντας πήγαιναν την είδηση στο σπίτι του τυχερού ότι έγιναν νονοί.
Επιστρέφοντας στο σπίτι την οικογένεια περίμενε στρωμένο το τραπέζι με τον κόκορα ψημένο στο φούρνο ή βρασμένο στην κατσαρόλα με κριθαράκι ή κουσκούς. Έπιναν κρασί και εύχονταν «υγεία και του χρόνου να γιορτάσουμε όλοι μαζί». Το βράδυ δέχονταν ή πήγαιναν επισκέψεις για τους εορτάζοντες. Έτσι κυλούσε το δωδεκαήμερο και από την επόμενη μέρα άρχιζαν πάλι τις εργασίες που είχαν σταματήσει για λίγο και προετοιμάζονταν για τις Αποκριές»
( Π. Χρηστακίδου )
Γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου
«Τον Φεβρουάριο γιόρταζαν τον Άγιο Τρύφωνα (1η Φεβρουαρίου), την Υπαπαντή (2 Φεβρουαρίου), τον Άγιο Συμεών (3 Φεβρουαρίου) και του Αγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου).
Το τριήμερο 1-3 Φεβρουαρίου το γιόρταζαν με σεβασμό. Ο Άγιος Τρύφωνας ήταν προστάτης των αμπελιών και των λαχανικών. Τελούσαν Αγιασμό τον οποίο έριχναν στα αμπέλια για καλή καρποφορία.
Την Υπαπαντή, την γιόρταζαν σε ανάμνηση του ερχομού της Παναγίας και του Χριστού ως μωρό από τον Ναό του Σολομώντος. Γιόρταζαν τον σαραντισμό της Παναγίας, απ’ όπου κρατάει και το έθιμο του σαραντισμού της λεχώνας. Την ημέρα αυτή γιόρταζαν οι μητέρες. Ήταν η γιορτή της Μητέρας, μετά άλλαξε και γιορτάζεται την 2η Κυριακή του Μαΐου. Τότε, τα παιδιά στο σχολείο απάγγελλαν ποιήματα για την μάνα.
Του Συμεών, τη γιορτή προς τιμήν του Ιερέα Συμεών που αξιώθηκε να υποδεχτεί τον Χριστό και να τον κρατήσει στην αγκαλιά του. Αυτές τις μέρες τις έλεγαν «σημαδιακά» και οι έγκυες φρόντιζαν να μην κάνουν καμία εργασία, προπαντός να μην κόψουν τίποτα με ψαλίδι ή μαχαίρι ή οτιδήποτε αιχμηρό όργανο, για να μην γεννηθεί το μωρό με σημάδι.
Πολλές φορές που έτυχε μια έγκυος να κόψει στα σημαδάκια, το παιδί γεννήθηκε με ένα σημάδι σαν κοψιά στο αυτί, γιατί συνήθως η έγκυος όταν αντιλαμβανόταν τι είχε κάνει, έπιανε το αυτί ή κάπου απόκρυφα, για να μην φαίνεται το σημάδι»
( Π. Χρηστακίδου )
Δ. Απόκριες
«Οι αποκριές γιορτάζονταν από την Τσικνοπέμπτη έως και την τελευταία Κυριακή της αποκριάς , της Τυρινής. Στο διάστημα αυτό οι νέοι και οι νέες του χωριού , τα βράδια ντύνονταν καρναβάλια και επισκέπτονταν όλα τα σπίτια. Οι στολές ήταν χειροποίητες με ότι υπήρχε στα σπίτια. Συνήθως τα αγόρια ντύνονταν κορίτσια ή γέροι ενώ τα κορίτσια ντύνονταν αγόρια ή γριές . Στα σπίτια που πήγαιναν τους δέχονταν με ευχαρίστηση , τους κερνούσαν και προσπαθούσαν να τους αναγνωρίσουν .
Την Κυριακή της Τυρινής , έκαμναν την πατροπαράδοτη πίτα , τυρόπιτα με μπόλικο τυρί. Το βράδυ μαζεύονταν όλοι οι συγγενείς στο σπίτι του μεγαλύτερου συγγενή , συνήθως του παππού και της γιαγιάς και ζητούσαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλον για ό,τι είχε συμβεί τον προηγούμενο χρόνο. Οι μικρότεροι φιλούσαν το χέρι των μεγαλύτερων ζητώντας συγχώριο .
Ο μεγαλύτερος της οικογένειας μάζευε γύρω του τα μικρά παιδιά και τα έβαζε να καθίσουν κάτω με τα χέρια τους πίσω στην πλάτη. Έδενε ένα καθαρισμένο αυγό σ’ ένα σπάγκο και το κρατούσε μπροστά στα παιδιά κρεμασμένο περιφέροντας το μπροστά από τα στόματα τους . Τα παιδιά προσπαθούσαν να το δαγκώσουν χωρίς να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους. Αυτός που τα κατάφερνε ήταν ο τυχερός , που κέρδιζε και ένα φιλοδώρημα.
Το έθιμο αυτό γινόταν για να τιμήσουν την νηστεία που ξεκινούσε την επόμενη μέρα. Το στόμα έκλεινε με αυγό και θα άνοιγε πάλι με αυγό ( κόκκινο) το Πάσχα. Έφευγαν από το σπίτι του γηραιότερου ευχόμενοι ‘’ Καλή Σαρακοστή Καλό Πάσχα και να γιορτάσουμε όλοι μαζί γεροί”. Όλα αυτά συνέχιζαν να τα κάνουν και μετά την έναρξη των Θρακικών λαογραφικών εορτών , το 1966 απλά την Κυριακή της Αποκριάς άρχισαν να κατεβαίνουν στην Ξάνθη για να παρακολουθήσουν την Καρναβαλική παρέλαση.
Την Καθαρά Δευτέρα , οι νοικοκυρές καθάριζαν όλα τα σκεύη, για να μην αρτυθούν κατά την περίοδο της νηστείας , ενώ τα παλικάρια προσπαθούσαν να πετάξουν τους χειροποίητους χαρταετούς που είχαν φτιάξει με ιδιαίτερη τέχνη και μαεστρία».
( Δ. Χρηστακίδης)
Ε. Κινητές εορτές
Σαρακοστή του Πάσχα ή Μεγάλη Τεσσαρακοστή , Πάσχα , μήνες του Πάσχα.
Την λέγανε Μεγάλη Τεσσαρακοστή , γιατί ήταν μεγαλύτερη από ην Σαρακοστή των Χριστουγέννων , διαρκούσε 50 ημέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Πάσχα . Καθ’ όλη την διάρκεια την νήστευαν με ευλάβεια , μάλιστα κάποιοι μεγαλύτεροι τηρούσαν αυστηρή νηστεία, δεν έτρωγαν ούτε λάδι όπως η γιαγιά Βασίλω. Κάθε Παρασκευή , πήγαιναν στην εκκλησία , παρακολουθούσαν τους Χαιρετισμούς και άκουγαν Άσπιλε από τα καλλίφωνα κορίτσια. Αυτή που έλεγε το Άσπιλε, ξεχώριζε ανάμεσα στα κορίτσια.
Απαραίτητος ήταν ο εκκλησιασμός την Κυριακή της Ορθοδοξίας και την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Την περίοδο της Σαρακοστής , έρχονταν οι γανωματήδες να γανώσουν με καλάι όλα τα σκεύη , κουτάλια , πιρούνια , τεντζερέδες , ταψιά , μπακίρες ώστε να είναι έτοιμα για το Πάσχα , για να μην δηλητηριαστεί κανείς από τα χαλκώματα.
Οι γυναίκες , καθάριζαν , πάτωναν και ασβέστωναν το σπίτι φροντίζοντας τις εργασίες να τις τελειώσουν πριν αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα.
Το Σάββατο του Λαζάρου το πρωί , τα μικρά κορίτσια αφού είχαν ετοιμάσει μια μικρής σκουπίτσα που την έντυναν με ρουχάκια παιδικά , άσπρο βαφτιστικό καλό, φουστάνι, και ζακετάκι την έφτιαχναν σαν μωρό , του Λάζαρου. Στο πρόσωπο έβαζαν φρυδάκια , μύτη χείλη και στα αυτάκια του τσιτούσαν μενεξέδες. Κρατώντας στα χέρια τους τον Λάζαρο και κάνοντας ομάδες, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τον Λάζαρο:
“ Ήρθε ο Λάζαρος , ήρθαν τα Βάγια ήρθαν και ο (ν) ύπνος μας τρεις κουρασνίτσες , κουρασνίτσες μας αράδα-αράδα παλικάρια μας σταυρό σταθείτε μήλον εμοίραζε για τις Τουρκοπούλες ρόιδον έμοιαζε για τις Ρωμιοπούλες , Βάγια Βάγια των Βαγιών και έως την άλλην την Κυριακή τον καλό τον λόγο Κόκκινο και πράσινο δώμ’ τ ’αυγό να πάω και τ΄χρον.”
Σε κάποια σπίτια η νοικοκυρά έπαιρνε τον Λάζαρο, τον πήγαινε στο εικονοστάσι μπροστά, του έκαμναν το σημάδι του Σταυρού ( τον Σταύρωναν) αδιάθετος τον ακουμπούσαν στο κεφάλι του αρρώστου και έλεγαν να φύγει η αρρώστια και να πάει στο Λάζαρο. Όλες οι νοικοκυρές έδινα στα κορίτσια ένα ή δύο αυγουλάκια άσπρα , τα οποία έβαζαν μέσα στο καλαθάκι που κρατούσαν τα κοριτσάκια.
Το πρωί της Κυριακής των Βαΐων πήγαιναν στην εκκλησία κρατώντας Βάγια (δάφνες). Την μέρα εκείνη έτρωγαν ψάρια και ξεκινούσαν να παρακολουθούν με κατάνυξη τις ακολουθίες των Παθών.
Το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης , η κάθε νοικοκυρά έβαφε τρία κόκκινα αυγά , τα τύλιγε σε κόκκινο πανί και τα άφηνε έξω από το παράθυρο. Όταν ξημέρωνε η Μεγάλη Πέμπτη, τα έπαιρνε στο σπίτι μέσα και το ένα το τοποθετούσε στο εικονοστάσι για το καλό της οικογένειας, το καλό της χρονιάς, το άλλο το είχε για το Πασχαλινό τραπέζι και το τρίτο το πήγαιναν στα χωράφια για το καλή παραγωγής.
Το ίδιο πρωί έβαφαν και τα κόκκινα αυγά, τουλάχιστον πενήντα. Απ’ αυτά έπαιρναν μαζί τους στην εκκλησία για το Χριστός Ανέστη, έστελναν στα βαφτισίμια τους, μοίραζαν στα παιδία που τους επισκέπτονταν τις ημέρες του Πάσχα. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, μετά την Σταύρωση οι γυναίκες και τα κορίτσια ξενυχτούσαν τον Χριστό και έλεγαν τον Θρήνο της Παναγιάς. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής , τα κορίτσια συγκέντρωναν λουλούδια από τους κήπους των σπιτιών αλλά και από τους αγρούς, τα δακράκια της Παναγιάς και στόλιζαν τον επιτάφιο με πολύ τέχνη και μαεστρία. Όταν το μεσημέρι γινόταν η αποκαθήλωση, μικροί-μεγάλοι περνούσαν κάτω από τον επιτάφιο σχηματίζοντας τρεις φορές το σημάδι του Σταυρού, γιατί το θεωρούσαν ευλογία. Εκείνη την ημέρα, κανείς δεν πήγαινε σε καμία εργασία. Το βράδυ αφού ψάλλονταν τα εγκώμια στην εκκλησία, γινόταν η περιφορά του επιταφίου σε όλους τους μαχαλάδες του χωριού, σε κάθε δρόμο. Όλο το χωριό ακολουθούσε την περιφορά γιατί επιστρέφοντας στην εκκλησία, ο παπάς μοίραζε τα λουλούδια που στόλιζαν τον επιτάφιο και όλοι έπαιρναν για το σπίτι τους γιατί τα χρησιμοποιούσαν θεραπευτικά.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, η νοικοκυρά ζύμωνε τα κουλούρια για το Πάσχα ( τσουρέκια) βάζοντας πάντα μαχλέπι και κακουλέ. Το ζυμάρι το σκέπαζαν με ζεστά ρούχα και κουβέρτες για να φουσκώσει, για να το πλάσει. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου έπλαθε τα κουλούρια σε διάφορα σχήματα: κουλίκια, πλεξούδες, κουλούρες, όπου έβαζε στην μέση ένα κόκκινο αυγό. Έπλαθε τόσες κουλούρες όσα και τα βαφτισίμια τους, στα οποία θα έστελνε δώρα. Συνήθως για το Πάσχα οι νουνοί έπαιρναν παπούτσια στα βαφτισίμια ,έτσι συνόδευαν το δώρο με κόκκινα αυγά, την κουλούρα και μπόλικες καραμέλες. Αντίστοιχα η κουμπάρα έστελνε στον νονό αυγά και κουλούρια.
Αφού τελείωνε το πλύσιμο, η νοικοκυρά άναβε τον φούρνο και έψηνε τα κουλούρια. Μοσχομύριζε όλος ο μαχαλάς! Προς το απόγευμα ο κάθε νοικοκύρης, έσφαζε το αρνί είτε το δικό του είτε αγορασμένο από τα κοπάδια που υπήρχαν στο χωριό. Πριν το σφάξιμο, η νοικοκυρά θυμιάτιζε. Με το αίμα του αρνιού, έβαζαν μια βούλα ( σημάδι) στο μέτωπο των παιδιών που παρακολουθούσαν. Το έγδερναν, το καθάριζαν , το έπλεναν και το ετοίμαζαν για την άλλη μέρα. Η σύζυγος χρησιμοποιώντας μια ψιλή βέργα που την είχε ξεφλουδίσει, γύριζε με μαεστρία τα εντεράκια τα καθάριζε και τα έπλενε με λεμόνι και ασβέστη. Αφού τα ξέπλενε πολύ καλά, τα έβαζε να βράσουν μαζί με τα υπόλοιπα εντόσθια του αρνιού. Μετά τα ψιλοέκοβε πρόσθετε άνηθο, μαϊδανό, φρέσκα κρεμμύδια, ρύζι και έκανε την μαγειρίτσα. Κρατούσε όμως αρκετά εντόσθια για την γέμιση του αρνιού για την αυριανή μέρα, το τρίμμα.
Κατά τις 11 το βράδυ, μικροί και μεγάλοι ντυμένοι με τα καλά τους, κρατώντας τις λαμπάδες και έχοντας στην τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό, ανέβαιναν την ανηφόρα για την εκκλησία. Στις 12 το βράδυ ακριβώς ο παπά Χαράλαμπος έψελνε το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Ήταν ντροπή να πάει μια οικογένεια στην εκκλησία μετά τις δώδεκα, μετά το Χριστός Ανέστη. Αντάλλασσαν ευχές, δίναν το φιλί της αγάπης και τσούγκριζαν τ’ αυγά τους. Δεν έφευγε κανένας, όλοι παρακολουθούσαν με κατάνυξη την Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, μεταλάβαιναν μετά την νηστεία που κράτησαν.
Κατά τις τέσσερις το πρωί, κρατώντας τις λαμπάδες τους που έπρεπε να παραμείνουν αναμμένες με το Άγιο Φως επέστρεφαν στο σπίτι και ο πατέρας έκανε τον σταυρό στην πόρτα της εισόδου, τρείς φορές. Καθόταν στο τραπέζι, τσούγκριζαν αυγά κόκκινα λέγοντας «Χριστός Ανέστη- Αληθώς ο Κύριος», και έπιναν ρετσίνα, αντάλλασσαν ευχές και δοκίμαζαν τα κουλούρια, λέγοντας παινέματα στην νοικοκυρά. Το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, το ανδρόγυνο ετοίμαζε το αρνί βάζοντας τα σχετικά μπαχαρικά και το τρίμμα. Η νοικοκυρά άναβε τον φούρνο, έβαζε το αρνί σ’ ένα ταψί και σε άλλο ταψί το τρίμμα χωριστά και τα φούρνιζε για να ψηθούν. Αυτό γινόταν στο Λαλακιώτικο μαχαλά. Οι Συνικιώτες το αρνί το έκαναν γεμιστό με το τρίμμα και το έψηναν μαζί. Στον ίδιο φούρνο έψηναν 4 ως 5 οικογένειες συνήθως συγγενικές. Το ψήσιμο αργούσε αρκετά. Συνήθως ήταν έτοιμο κατά της δυόμιση με τρείς.
Στις δώδεκα το μεσημέρι γινόταν η Δεύτερη Ανάσταση. Μετά το τέλος της λειτουργίας η επιτροπή έβγαζε την εικόνα της Αναστάσεως σε δημοπρασία. Όποιος πρόσφερε το μεγαλύτερο χρηματικό ποσό έπαιρνε την εικόνα. Επίσης με λαχειοφόρο αγορά μοίραζαν τα διάφορα τάματα (ζώα) που είχαν προσφέρει στην εκκλησία. Στη συνέχεια γινόταν περιφορά της εικόνας της Αναστάσεως την οποία κρατούσε ο νικητής της δημοπρασίας, σ’ όλο το χωριό, ψάλλοντας Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω, θάνατον πατήσας. Ήταν μεγάλη τιμή γι’ αυτόν που κρατούσε την εικόνα. Μετά το τέλος της περιφοράς επέστρεφαν στο σπίτι τους, απολάμβαναν τα ψητά τους με άφθονη ρετσίνα, ευχόμενοι χρόνια πολλά με υγεία και του χρόνου όλοι μαζί. Την ημέρα αυτή διάβαζαν την πλάτη του αρνιού. Την κοιτούσαν στο φως για να δουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον: εάν ήταν καθαρή θα ήταν καλή η χρονιά τους, εάν είχε μαύρα σημάδια θα συνέβαινε κάτι κακό.
Την γιορτή του Αγίου Γεωργίου την γιόρταζαν ανάλογα με το πότε ήταν το Πάσχα. Αν ήταν πριν τις 23 Απριλίου γιορτάζονταν κανονικά, εάν ήταν μετά, γιορτάζονταν την δεύτερη μέρα του Πάσχα, με ιδιαίτερη πάντα μεγαλοπρέπεια. Σφάζανε αρνιά, πήγαιναν στο μοναστήρι στο Κέτικλερ και έφερναν τάματα (αρνάκια) από εκεί, καθώς ο Άγιος Γεώργιος ήταν ο προστάτης του.
(Δ+Π Χρηστακίδης)
Την Πεντηκοστή πίστευαν ότι μπορούν να δουν τους νεκρούς στον κάτω κόσμο. Γι’ αυτό πήγαιναν στα πηγάδια, σκέπαζαν μ’ ένα σεντόνι για να μην γίνεται αντανάκλαση και θεωρούσαν ότι έβλεπαν κάτω και μέσα στο νερό τα αγαπημένα τους πρόσωπα που είχαν πεθάνει»
(Δ+Π Χρηστακίδης)
Στ. Ακίνητες εορτές της άνοιξης
«Την άνοιξη γιόρταζαν την 25η Μαρτίου τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την Επανάσταση του 1821. Το πρωί γινόταν εκκλησιασμός, δοξολογία, κατάθεση στεφάνου. Το βράδυ τα παιδιά του σχολείου, απάγγελναν ποιήματα και έπαιζαν διαλόγους (σκετς) σύμφωνα με το πνεύμα της ημέρας. Ο δάσκαλος εκφωνούσε τον πανηγυρικό της ημέρας. Όλο το χωριό συμμετείχε με θρησκευτική κατάνυξη και εθνικό ενθουσιασμό, χειροκροτώντας τα παιδιά. Στο τέλος της γιορτής, μοίραζαν σε όλους πρώτα στα παιδιά, λουκούμια που είχε στείλει η κοινότητα. Επίσης με μεγαλοπρέπεια γιορτάζουν τους ισαπόστολους Άγιο Κωνσταντίνο και Αγία Ελένη στις 21 Μαΐου. Οι εορτάζοντες και οι εορτάζουσες έκαναν αρτοκλασία στην εκκλησία, έσφαζαν αρνιά και έκαναν το πατροπαράδοτο θρακιώτικο κουρμπάνι (τρίμμα).
Πήγαιναν στο πανηγύρι του Μαγικού για να διασκεδάσουν γιατί την επόμενη ξεκινούσε η φυτεία του καπνού.»
( Π. Χρηστακίδου)
Ζ. Γιορτές του καλοκαιριού
Το καλοκαίρι γιόρταζαν κυρίως την γιορτή των 12 Αποστόλων στις 30 Ιουνίου. Την ημέρα αυτή δεν έκαναν καμία δουλειά, εκκλησιάζονταν και ευχαριστούσαν τον Θεό που τους αξίωσε να τελειώσουν την φυτεία του καπνού. Ζητούσαν τη χάρη του Θεού για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις εργασίες του θερισμού και του αλωνισμού. Επίσης, γιόρταζαν τον Άγιο Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου. Την ημέρα αυτή πήγαιναν στη θάλασσα των Αβδήρων 15 χιλιόμετρα μακριά στα νοτιοανατολικά του χωριού. Η μετάβαση γινόταν με βοϊδάμαξο, που το πρωί της παραμονής τσέργωναν. Η τσέργα (τέντα) γινόταν από ευλύγιστα κλαδιά δέντρων, επάνω στα οποία άπλωναν κιλίμια ή μπατανίες για ίσκιο. Αφού φόρτωναν όλα τα απαραίτητα για φαγητό, για ύπνο και ζωοτροφή το απόγευμα ξεκινούσαν για τη θάλασσα. Το βράδυ κοιμόντουσαν στην παραλία. Το πρωί ανήμερα της γιορτής πήγαιναν στο ξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα που υπάρχει ακόμα στην παραλία των Αβδήρων και προσκυνούσαν ευχόμενοι να πάρει ο Άγιος κάθε αρρώστια που είχανε. Στην συνέχεια κολυμπούσαν, έκαναν βαρκάδα με τα καραβάκια που υπήρχαν εκεί στολισμένα και βολτάριζαν στην παραλία. Το απόγευμα πριν αναχωρήσουν έκαναν πάλι μπάνιο, αλλά έκαναν και τα βόδια τους για το καλό. Γύρω στις έξι ξεκινούσε το καραβάνι της επιστροφής. Οι περισσότεροι γυρνούσαν με εγκαύματα από τον ήλιο, που τα αντιμετώπιζαν με γιαούρτι και την νέα κρέμα την μαγική νιβέα (nivea). Αυτό το ταξίδι στην θάλασσα το έκαναν οι Συνικιώτες γιατί είχαν συγγενείς στο χωριό Μυρωδάτο που ήταν πάνω στο δρόμο τους και έτσι ήταν μια ευκαιρία να συναντηθούν τα σόγια.
Ακόμη γιόρταζαν την Μεταμόρφωση του Σωτήρος ή Αγίου Σωτήρος στις 6 Αυγούστου. Αυτή την ημέρα πήγαιναν στην θάλασσα των Μαγγάνων, 15 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του χωριού. Για να γίνει αυτό το ταξίδι, ακολουθούσαν την ίδια προετοιμασία που περιγράψαμε πριν, με το βοϊδάμαξο και τα λοιπά. Μόλις περνούσαν το χωριό Μάγγανα, κατέβαιναν από τα αμάξια και με τα πόδια έφταναν στην θάλασσά. Το ταξίδι αυτό το έκαναν οι Λαλακιώτες, οι οποίοι είχαν συγγενείς στα Μάγγανα και το Εράσμιο, οπότε ήταν μια καλή ευκαιρία να συναντηθούν τα σόγια.
Όσοι έμεναν στο χωριό, πήγαιναν στην εκκλησία τα πρώτα σταφύλια του Αμπελιού και ο παπάς τα ευλογούσε. Η σημαντική γιορτή βέβαια ήταν η Κοίμηση της Θεοτόκου, που την γιόρταζαν με ιδιαίτερη κατάνυξη. Πολλοί πήγαιναν στην Αρχαγγελιώτισσα να προσκυνήσουν, το μοναστήρι που βρίσκεται στην Ξάνθη καθώς και τα πανηγύρια των γύρω χωριών. Οι νοικοκυρές αυτή την ημέρα, έσφαζαν ένα κοτόπουλο από αυτά που μεγάλωνε η κλώσα και έκαναν φαγητό.
Ακόμη μια σπουδαία γιορτή του καλοκαιριού που γιόρταζαν ήταν η αποκεφάλιση του Ιωάννου Προδρόμου. Την ημέρα αυτή δεν έκοβαν καρπούζι και σταφύλια. Φρόντιζαν να τα είχαν κομμένα από την προηγούμενη μέρα. Επίσης δεν έτρωγαν μαύρα και κόκκινα σταφύλια. Το βράδυ πήγαιναν στα πανηγύρια των γύρω χωριών (Εράσμιο- Κυψέλη) και διασκέδαζαν.
Η. Γιορτές του φθινοπώρου ως την εορτή του Αγίου Φιλίππου
Αυτό το διάστημα γιόρταζαν το γενέθλιο της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου, την ύψωση του Τίμιου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου, τον Άγιο Δημήτριο στις 26 Οκτωβρίου και τους Παμμέγιστους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Η γιορτή όμως που ξεχώριζε και γιορτάζονταν με θρησκευτική κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια ήταν η γιορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου. Ο Άγιος Δημήτριος είναι ο πολιούχος και προστάτης του χωριού, όπως ακριβώς συνέβαινε και στην Πατρίδα. Τις μέρες πριν την γιορτή το χωριό έμοιαζε με μελίσσι. Όλοι έκαναν τις σχετικές προετοιμασίες για να τιμήσουν τον Άγιο. Ιδίως οι νοικοκυρές καθάριζαν, ασβέστωναν τα σπίτια και έριχναν τα καλύτερα στρωσίδια τους για να το στολίσουν.
Το ίδιο έκαναν και οι κοπέλες που για μια εβδομάδα πήγαιναν στην εκκλησία καθάριζαν την εκκλησία και τις εικόνες, ώστε να μοσχοβολάνε, ώστε να μην μπορούν να βρουν το παραμικρό ψεγάδι οι επισκέπτες, ντόπιοι και ξένοι που ήταν πάρα πολλοί σ’ αυτή την γιορτή. Την ίδια την εβδομάδα, η εκκλησιαστική επιτροπή με το βοϊδάμαξο γύριζε και συγκέντρωνε ξύλα και χρήματα απ’ όλους τους χωριανούς για την θυσία που θα προσέφεραν στον Άγιο Δημήτριο, το λεγόμενο κουρμπάνι, που είναι συνέχεια των θυσιών που γίνονται από την αρχαιότητα για να τιμήσουν τους Θεούς.
Το κουρμπάνι το έκαναν στον Άγιο Δημήτριο, για να τον ευχαριστήσουν που τους είχε υγιείς και να τον παρακαλέσουν για την προστασία τους. Το ζώο που θα θυσίαζαν το αγόραζαν. Δεν έπρεπε να είναι μικρό (πρόβατο, κατσίκι κλπ.) αλλά μεγάλο μοσχάρι (δαμάλι). Το ζώο το έσφαζαν από το βράδυ, το καθάριζαν το έπλεναν και το είχαν έτοιμο για το πρωί. Το βράδυ της παραμονής γινόταν Μέγας Εσπερινός. Το πρωί γινόταν λειτουργία με αρτοκλασία. Οι εορτάζοντες πήγαιναν άρτο στην εκκλησία πολλοί πήγαιναν τάματα, μικρά ζώα συνήθως, τα οποία στη συνέχεια έβαζαν σε λαχειοφόρο αγορά. Οι μάγειροι από τα χαράματα άρχιζαν να βράζουν τα κομμάτια του σφαγίου, μέσα σε καζάνια που προηγουμένως είχαν γανώσει για να μην δηλητηριαστεί κανείς, με κριθαράκι για να είναι έτοιμο στις 11:00.
Μετά τη λειτουργία γινόταν δοξολογία. Ο παπάς διάβαζε και ευλογούσε το κρέας στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου έβγαιναν οι πιστοί. Στη συνέχεια με υποδειγματική τάξη μοίραζαν τα κομμάτια κρέατος στους πιστούς, κατοίκους και επισκέπτες μαζί με ένα κομμάτι άρτου. Οι ντόπιοι κρατώντας ένα κατσαρολάκι στο χέρι έπαιρναν το μερίδιο τους και πήγαιναν στο σπίτι τους γιατί το θεωρούσαν ευλογία. Στους επισκέπτες που δεν πήγαιναν σε κάποιο συγγενικό σπίτι, οι γείτονες γύρω από την εκκλησία, τους προμήθευαν με πιάτα και κουτάλια, κάθονταν στην αυλή της εκκλησίας έτρωγαν και συμμετείχαν στο πανηγύρι για το καλό.
Εύχονταν ο Άγιος Δημήτριος να τους έχει όλο το χρόνο καλά και να τους αξιώσει και του χρόνου να έρθουν στη γιορτή του. Πολλά είναι τα παραδείγματα της προστασίας του Αγίου Δημητρίου προς το χωριό αλλά και σε μεμονωμένα άτομα. Έτσι στην Βουλγαρική κατοχή (1941-1943) το χωριό δεν είχε νεκρούς από πείνα. Δεν γνώρισε πείνα. Ούτε στον εμφύλιο σπαραγμό (1445-1449) θρήνησε νεκρούς, γι’ αυτό και η πίστη προς τον προστάτη και πολιούχο Άγιο Δημήτριο είναι πολύ μεγάλη. Το βράδυ παρέες-παρέες στα καφενεία του χωριού διασκέδαζαν μέχρι το πρωί συνοδεία οργάνων.
Η ετυμολογία της λέξης «κουρμπάνι» που σημαίνει θυσία, έχει ρίζες από τους Άραβες, τους Οθωμανούς και τους Εβραίους και μάλλον επικράτησε εξαιτίας των πολλών ετών της Τουρκοκρατίας στην περιοχή της Θράκης. Την ημέρα του πανηγυριού ερχόταν πολλοί προμηθευτάδες , μικροπωλητές που διαλαλούσαν με στεντόρεια φωνή την πραμάτεια τους. Φανταστικός ήταν ο καρυδένιος χαλβάς και το μαλλί της γριάς». ( Δημ. + Πασχ. Χρηστακιάδης )