Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΙΑΣΜΟΥ, ΙΑΣΜΟΥ

 Έθιμα το λαϊκού εορτολογίου 

«Από 14 Νοεμβρίου ήταν του Φιλίππου είναι η Αποκριά φυσικά εκείνη την ημέρα καταναλώνουμε κρέας και από εκεί και ύστερα αρχίζει η Σαρακοστή. Μέχρι τις 17 μπορούν να φάνε ψάρι οπότε όλο αυτό το διάστημα μέχρι τα Χριστούγεννα καταναλώνουν και κρέας, τηρούσαν βέβαια την νηστεία Τετάρτη και Παρασκευή, γαλακτοκομικά και τέτοια. Μέσα στην περίοδο αυτή δεν επιτρεπόταν ούτε γάμος, ούτε βάπτιση, ούτε αρραβώνας ποτέ και μέχρι ανήμερα των Χριστουγέννων. Βέβαια τότε δεν πήγαιναν να εξομολογηθούν αφού δεν ήταν γνωστή η εξομολόγηση τότε στο κόσμο αλλά εκκλησιαζόταν. Πάντα ήταν νερόβραστα Τετάρτη και Παρασκευή χωρίς λάδι αλλά πιο τιμητική ήταν η Παραμονή. Παραμονή Χριστουγέννων πρέπει η μάνα να ζυμώσει το Χριστόψωμο, όπως τα άλλα, αλλά πιο διακοσμημένα από πάνω με καρύδι και τέτοια, σταυρό στην μέση με πιρούνι και τέτοια, έβαζαν μέσα ένα νόμισμα ασημένιο τυλιγμένο με μετάξι σύμβολο ευτυχίας. Ετοίμαζαν και το κοφτό, πλιγούρι αλεσμένο στο χειρόμυλο, το βράζαν με νερό σκέτο, πήχτωνε και το βράδυ καθορισμένη ώρα θα έπρεπε να μαζευτεί όλη η οικογένεια στο τραπέζι και έβαζε εννιά ειδών φαγητά η νοικοκυρά στη μέση η κούπα με το κοφτό, ένα κερί, το Χριστόψωμο και από εκεί και πέρα εννιά ειδών φαγητά όλα νηστίσιμα και πάντα ένα ρόδι, το κρασί δεν έλειπε από κανένα τραπέζι του χωριού.

«Παρατίθενται συνταγές για το Χριστόψωμο και το Κοφτό υλικό από το ημερολόγιο του πολιτιστικού συλλόγου Ιάσμου 2013»

 Πιο μπροστά ο νοικοκύρης έπρεπε να φέρει ένα χοντρό ξύλο να βάλει στο τζάκι για να κρατήσει όλο το δωδεκαήμερο, τα δε μικρά έπρεπε να κάνουμε δώδεκα δεματάκια από μικρά ξυλάκια και τα δέναμε για κάθε μέρα για το δωδεκαήμερο. Στην ουσία ήταν και το προσάναμμα για τον νοικοκύρη να ανάβει το τζάκι. Αφού μαζευτεί όλη η οικογένεια θυμιάζει ο νοικοκύρης το Χριστόψωμο και όλο το τραπέζι. Μετά έκοβε το Χριστόψωμο, έκοβε μερίδες πρώτα για τον Χριστό, την Παναγία, για το σπίτι και μετά κατά σειρά ηλικίας για τον εαυτό του, την γυναίκα του, τα παιδιά του για όλους. Ευχόταν με το κρασί για την άλλη μέρα να υπάρχει υγεία, τρώγαν και μετά το τραπέζι δεν το σήκωναν γιατί θα κατέβαινε ο Χριστός με την Παναγία να φαν εννιά λογιών νηστήσιμα φαγητά που συμβόλιζε την κυοφορία της Παναγίας. Το κούτσουρο δεν το έσβηναν από το τζάκι, έκαιγε όλο το δωδεκαήμερο. Την άλλη μέρα σηκώνονταν νύχτα να πάνε στην εκκλησία όλοι. Όταν γυρνούσαν έτρωγαν το χοιρινό και να άρχιζαν οι επισκέψεις πρώτα σε αυτούς που γιόρταζαν και μετά οι μικρότεροι στους μεγαλύτερους, παππούδες, θείους, αδέρφια, όλο το δωδεκαήμερο αυτό καρτερούσαν αφού είχε τελειώσει και η νηστεία και δεν κυκλοφορούσαν ποτέ μετά τις δώδεκα γιατί έλεγαν ότι κυκλοφορούσαν καλικάντζαροι. Γι’ αυτό είχαν το ξύλο αυτό στο τζάκι άμα μπει ο καλικάντζαρος στο σπίτι να καεί και να μην κάνει ζημιά στα φαγητά και στα στρωσίδια. Μετά τα Χριστούγεννα είναι τα Φώτα, παραμονή των Φώτων χτυπούσε η καμπάνα, πιο παλιά δεν υπήρχε καμπάνα χτυπούσε ο κήρυκας, πηγαίνουν παίρνουν αγιασμό από την εκκλησία νύχτα γιατί ξημερώματα τελείωνε η εκκλησία νύχτα και ράντιζαν όλο το σπίτι με ‘κείνον τον αγιασμό. Βέβαια περνούσε και ο παπάς εκείνη την μέρα από όλα τα σπίτια και έτσι έφευγαν όλοι οι καλικάντζαροι από το σπίτι όπως πίστευαν ότι κυκλοφορούσαν το διάστημα αυτό, φοβόντουσαν την αγιαστούρα του παπά και έφευγαν .Την στάχτη αυτή που μαζεύονταν όλο αυτό το διάστημα την μάζευαν και την πετούσαν στο αμπέλι. Την άλλη μέρα πήγαιναν στην εκκλησία να γίνει ο αγιασμός και στις βρύσες που είχαν οι μαχαλάδες, δυο τρείς βρύσες είχαν που γινόταν η κατάδυση . Μετέπειτα γίνονταν η κατάδυση στο σιντριβάνι στην πλατεία παραμονή των Φώτων του Σταυρού, έσφαζαν πετεινό για να φαν στα Φώτα και έλεγαν «Σφάξαμε πετεινό βρήκαμε τα Φώτα δώσε μας μπαχτσίσι να πάμε σ’ άλλη πόρτα». Πάλι μαζεύονταν οι οικογένειες όλοι μαζί να φάνε και μετά πήγαιναν σ’ αυτούς που γιορτάζουν. Εκείνα τα χρόνια όλο το εκκλησίασμα μετά το σχόλασμα της εκκλησίας έπρεπε να περάσουν απ’ όλα τα σπίτια που γιορτάζουν και έτσι τελείωνε το δωδεκαήμερο. 

 Μετά τα Χριστούγεννα είναι η Πρωτοχρονιά, πήγα κατευθείαν στα Φώτα. Παραμονή της Πρωτοχρονιάς έκαναν την κρεατόπιτα, κρέας κομμένο ψιλό με το τσεκούρι, όχι κιμά, πράσα και το κάνουν στον φούρνο ή γυριστή. Μέσα βάζουν σημάδια ένα κομμάτι από κλήμα τυλιγμένο με κόκκινη κλωστή, ένα κομμάτι κρανιάς και ένα νόμισμα. Αυτός που έβρισκε το νόμισμα ήταν τυχερός, αυτός που έβρισκε το κλήμα θα ασχολούνταν περισσότερο με τα αμπέλια και αυτός που έβρισκε την κρανιά θα ήταν γερός. Πάλι μαζεύονταν η οικογένεια, θα θύμιαζε ο νοικοκύρης πάνω στην πίτα, που είτε τον σταυρό από ζυμάρι, θύμιαζε το τραπέζι όλο. Έκοβε την πίτα για τον Αι- Βασίλη, το σπίτι και κατά σειρά ηλικίας ύστερα. Την άλλη μέρα βάζουν το ρόδι που είχαν από τα Χριστούγεννα στο τραπέζι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και την άλλη μέρα το έπαιρνε μαζί ο νοικοκύρης στην εκκλησία. Δώδεκα η ώρα το βράδυ το καταλάβαιναν από τα αστέρια ή από τα ρολόγια τσέπης που είχαν, πήγαιναν στην βρύση στην γειτονιά και έριχναν έτσι όπως έτρεχε το νερό σιτάρι, καλαμπόκι ό,τι παραγωγές είχαν όλα αυτά και έλεγαν «όπως τρέχει το νερό να τρέχει και το μπερεκέτι μας». Και γυρνώντας μέσα έπαιρνε μια άσπρη πέτρα. Την άλλη μέρα ο νοικοκύρης έπαιρνε το ρόδι μαζί του στην εκκλησία γυρνώντας έπαιρνε μια άσπρη πέτρα για να είναι η ζωή τους άσπρη σαν την πέτρα γερή και δυνατή. Μπαίνοντας στο σπίτι ο νοικοκύρης έσπαζε το ρόδι στο κατώφλι. Μετά έτρωγαν ξανά μανά τα της ημέρας, ότι είχε ετοιμάσει η νοικοκυρά, συνήθως χοιρινά και τέτοια. Και περνούσαν από σπίτι σε σπίτι για τα χρόνια πολλά. Επίσης, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έβγαιναν τα παιδιά να πουν τα κάλαντα. Τα Χριστούγεννα δεν έλεγαν κάλαντα στο χωριό, μόνο Πρωτοχρονιά. Είχαν ειδικά ξύλινα σφυριά που γυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα και τα έλεγαν και από έναν σάκο στον ώμο τους για να βάλουν τα δώρα τους. Εκείνα τα χρόνια ήταν καρύδια, σύκα, σταφίδες αργότερα έδιναν καμιά δραχμή. Γυρνούσαν σπίτι το ηλιοβασίλεμα αφού μετά το μεσημέρι ξεκινούσαν να πουν τα κάλαντα. Την άλλη μέρα όποιος πήγαινε σπίτι κάποιου μετά την εκκλησία έπρεπε να κάνει ποδαρικό, να μπει με το δεξί μέσα στο σπίτι, να πάει να καθίσει μπροστά από το τζάκι και με την μασιά να σκαλίσει την φωτιά, να κάνει ποδαρικό δίνοντας ευχές αν έχει παιδιά να τα παντρέψει αν είναι αγόρι, αν είναι κορίτσι να είναι καλότυχο, αν έχει ζώα να τα αβγατίζει, αν έχει κοτόπουλα να τα αβγατίσει, αν έχει πετεινάρια να κάνει άλλες τόσες κότες και αυτό ήταν το ποδαρικό και μετά του Σταυρού, τα Φώτα, όπου πηγαίναμε νηστικοί στην εκκλησία για να πιούμε Αγιασμό και μετά γυρνάγαμε για να φάμε.

 Φλεβάρη είναι Τρύφωνας, Υπαπαντής και Συμεώνης αυτές τις τρείς γιορτές τις τιμούσαν αυτές που είναι έγκυες. Δεν κάνουν καμία δουλειά, δεν κόβουν ούτε με το ψαλίδι, ούτε μαχαίρι πιάνουν, ούτε μαγείρεμα, ούτε σκούπισμα, ούτε τίποτα. Μετά είναι Χαράλαμπος και Αι-Βλάσσης τον οποίο τιμούμε, έχουμε και το ξωκλήσι, εσπερινός γίνεται. Υπάρχουν πολλά ονόματα Χαράλαμπος στον Ίασμο. Συνήθως μέσα στον Φλεβάρη είναι η Αποκριά, Τσικνοπέμπτη, με το που άνοιγε το τριώδιο γίνονταν πολύ καρναβάλι στο χωριό, παρέες, άντρες, μεγάλοι κλπ. Γλέντια σε σπίτια αφού δεν υπήρχαν μαγαζιά εκείνα τα χρόνια, τσίπουρα, λουκάνικα, τραγούδια. Μετέπειτα λατέρνες και γραμμόφωνα. Μετά είναι η Κυριακή της Αποκριάς που είναι και του ψυχού. Βράζουμε σιτάρι για τις ψυχές, τρισάγια στα νεκροταφεία και από βραδύς στην εκκλησία. Όλη την εβδομάδα της τυρινής που καταλύουμε τυρί, την παραμονή της τυρινής είναι το χαλβαδοσάββατο, φτιάχνουν πίτα γλυκιά με ρύζι και γάλα, την έκοβαν κομμάτια και την μοίραζαν σ΄ όλη την γειτονιά και ένα κομμάτι χαλβά γι’ αυτό ονομάζεται χαλβαδοσάββατο. Αργότερα μοίραζαν λαγάνα και χαλβά της τυρινής τρώγαν πίτα και το απόγευμα ήταν ο εσπερινός της συγχώρεσης, όλοι οι παλιοί πηγαίνουν στον εσπερινό της συγχώρεσης, συγχωρούνταν  με τον ιερέα αλλά και όλες οι οικογένειες του χωριού μεταξύ τους. Μαζεύονταν μετά κατά οικογένεια στο σπίτι του παππού ή του μεγαλύτερου θείου για να συγχωρεθούν. Γλεντούσαν και εκεί κάνουν την χάσκα, εμείς το λέμε χαλβά, ψιλό πίτα, σκληρό σε κλωστή δεμένο από το ταβάνι και προσπαθούσαμε να φτάσουμε τον χαλβά με τα χέρια πίσω. 

 Καθαρά Δευτέρα μουτζουρώνονταν όλοι και οι μεγάλοι και γυρνούσαν μέσα στο χωριό από σπίτι σε σπίτι και ό, τι είχε αρτύσιμο, τυρί, κρασί έπρεπε να τα βγάλει να τα κεράσει στους μασκαράδες. Οι νοικοκυρές ό, τι είχαν χρησιμοποιήσει όλες αυτές τις μέρες έπρεπε να τα βγάλουν να τα πλύνουν, με αρτύσιμα με λάδια κλπ. με ζεστά νερά να πλυθούν κατσαρόλες, πιάτα όλα τα πάντα για την Σαρακοστή. Παραμονή των Αγίων Θεοδώρων που είναι και ο πρώτος χαιρετισμός και παίρνουν να βάλουν τα ελεύθερα κορίτσια και βάζουν κάτω από τα μαξιλάρια για να δουν ποιόν θα πάρουν. Της ορθοδοξίας πηγαίνουν όλοι εκκλησία που γίνεται η περιφορά των εικόνων, αναστήλωση των εικόνων. Σ΄ όλη την Σαρακοστή κρατούσαν Τετάρτη και Παρασκευή των νηστειών. Κάθε βράδυ τις ακολουθίες των χαιρετισμών, την Μεγάλη εβδομάδα και την Κυριακή των Βαΐων με τα βάγια τα έπαιρναν και τα έβαζαν στο εικονοστάσι και πάνω στις πόρτες. Το βράδυ πηγαίνουν στην εκκλησία να παρακολουθήσουν την ακολουθία του νυμφίου και ύστερα κάθε βράδυ μέχρι την κόκκινη Πέμπτη που γίνεται 12 Ευαγγέλια και τραγουδούν το μοιρολόγι της Παναγίας μετά το τέλος της λειτουργίας: «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα» μέχρι τα ξημερώματα, Παρασκευή δεν μπαίνει τραπέζι. Από όπου θα περάσει ο επιτάφιος θα πρέπει η νοικοκυρά να βγάλει έξω καντήλια, εικόνισμα, θυμιατό. Παρασκευή πιάνουν προζύμι σκέτο νερό και αλεύρι. Την Πέμπτη έφτιαχναν ψωμιά που θα κατανάλωναν όλες αυτές τις μέρες καθώς και τα κιλίκια που θα πήγαιναν στους νονούς των παιδιών. Ήταν πιο μεγάλα ψωμιά, κεντημένα με το πιρούνι από το ίδιο ζυμάρι, ανάγλυφα ήταν. Αλίμενα με ζάχαρη και νερό γυάλιζαν από πάνω τα ψωμιά, ήταν πιο περιποιημένα. Την Πέμπτη η νονά έστελνε λαμπάδα με αυγό κόκκινο στα παιδιά και την πρώτη μέρα του Πάσχα το βαφτιστήρι πήγαινε στην νονά το τσουρέκι με αυγά μονό αριθμό. Παραμονή Τετάρτη έβγαζαν κόκκινο πανί έξω σε ανάμνηση της σφαγής που είχε γίνει όλων των αγοριών από την Παλιά Διαθήκη γι’ αυτό λέγεται κόκκινη Πέμπτη. Μεγάλο Σάββατο πήγαιναν στην πρωτανάσταση οι γυναίκες περισσότερο για να πάρουν τα Βάγια. Την Μεγάλη Πέμπτη που βάφουν τα αυγά το πρώτο αυγό που παίρνουν από το κοτέτσι εκείνης της μέρας το βάφουν πρώτο και το βάζουν στο εικονοστάσι της Παναγίας. Το προηγούμενο αυγό το έπαιρνε ο νοικοκύρης στην Ανάσταση και μόλις λέει ο Παπάς «Χριστός Ανέστη» ενώ το αυγό είναι κούφιο μετά γεμίζει. Μπορείς να το φας. Το βράδυ της τυρινής ψήνουμε αυγά στο τζάκι και τρώγαμε από ένα αυγό την νηστεία το τελευταίο πράγμα που τρώω πριν την νηστεία είναι το αυγό. Και το βράδυ στην Ανάσταση ανοίγουν πάλι με το αυγό. Την άλλη μέρα εδώ δεν έχουν σούβλες και τέτοια. Ό, τι έψηναν στο φούρνο, μαγειρεμένα. Υπόλοιπες γιορτές έχουμε του καλοκαιριού Μεταμόρφωση του Σωτήρος που είναι, της Αγίας Μαρίνας, του προφήτη Ηλία που τιμάν με το κουρμπάνι. Όταν ανέβαιναν παλιά στον προφήτη Ηλία στον εσπερινό έσφαζαν τον ταύρο, έπαιρναν τα σκότια η επιτροπή, με τσίπουρα και γλεντούσαν μέχρι αργά. Από εκεί και ύστερα το ΄83 όταν φτιάχτηκε ο Σύλλογος αναβιώσαμε το έθιμο με το κουρμπάνι και αντί να γίνεται κάτι εκεί πάνω είπαμε να κάνουμε κάτι κάτω. Σιγά σιγά έγιναν εκδηλώσεις καθιερώθηκε και το γλέντι αφού ήταν η μόνη διέξοδος των ανθρώπων να ξεφύγουν λίγο από τα καπνά να γλεντήσουν λίγο , παραμονή και ημέρα γιορτής κάνουν και αγώνες με γαϊδούρια, για να δουν ποιος θα κατέβει πρώτος μέχρι τον υποσταθμό, όπως τις ιπποδρομίες. Μετά έχουμε τους Δώδεκα Αποστόλους, Δεκαπενταύγουστο τα εννιάμερα της Παναγίας με το μεγάλο πανηγύρι στα Βαθύριακα όπου πηγαίνουν ειδικές αποστολές, δεν υπήρχαν αμάξια. Έφτιαχναν ειδικές κατασκευές με ξύλα, κιλίμια να παν από την παραμονή, με τα φαγητά τους να μαγειρέψουν την επόμενη μετά την λειτουργία για να φύγουν έξω από την Αμβροσία όπου υπήρχε μέρος με δέντρα καβάκια όπου μαζεύονταν με όργανα να γλεντήσουν μέχρι το βράδυ. Όσοι δεν είχαν βοϊδάμαξα με τα πόδια πήγαιναν. Ήταν το πιο μεγάλο πανηγύρι τότε η Παναγούδα όπως το έλεγαν. Υπήρχαν γιορτές όπως των Ταξιαρχών, του Στυλιανού έκαναν βοήθεια, πήγαιναν εικόνες, για προστασία των παιδιών. Ο Αι-Σπυρίδωνας που ήταν για τους επαγγελματίες τα σνάφια, έκαναν λουκουμάδες. Αγία Βαρβάρα, βράζουν καλαμπόκι και στάρι για προστασία των παιδιών από την Ανεμοβλογιά. Τιμούσαν 2 Σεπτεμβρίου έναν Άγιο Συμεών πάλι, οι έγκυες τον τιμούσαν. Φθινοπωρινές γιορτές δεν κρατούσαν πολύ. Ο Αι-Δημήτρης και ο Αι-Γιώργης ήταν ορόσημα για σπορά, για φύλακα αμπελιών κλπ. Στον Αι-Γιώργη έκαναν τον κλήδονα εδώ πέρα, μαζεύονταν τα ελεύθερα κορίτσια και έβαζαν ένα κορίτσι με μαμά και μπαμπά να πάει να πάρει νερό από μια βρύση μετά βάζουν όλα τα κορίτσια ό,τι είχαν δαχτυλίδι, βραχιόλι μέσα σ’ ένα τσουκάλι, το σκέπαζαν με κόκκινο πανί και έβαζαν ένα κλειδί από πάνω και το έβαζαν κάτω από μια τριανταφυλλιά. Την άλλη μέρα μετά την εκκλησία το πρωί ανοίγουν τον κλήδονα, ξεκλείδωναν δήθεν τον κλήδονα και έβγαζαν από μέσα ένα τυχαίο, ήταν κατά κάποιο τρόπο σαν μαντικό ποιον θα πάρουν. Έλεγαν και ένα στιχάκι: αν θα καλοπαντρευτούν ή όχι. Του Φιλίππου τελευταία μέρα που κατελάς κρέας δεν έχει τίποτα»   

Μόσχος Μυλωνάς

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
3414
Έτος καταγραφής
2019-20
Επώνυμο
Ντόντης
Όνομα
Δημήτριος
Εικόνες