Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΠΕΡΑΣΜΑ
Έθιμα το λαϊκού εορτολογίου
Α. Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
Για την σαρακοστή των Χριστουγέννων, συνήθως οι γυναίκες κρατούσαν νηστεία και τις σαράντα ημέρες. Οι άνδρες κρατούσαν και αυτοί νηστεία αλλά περίπου είκοσι μέρες, σχεδόν το μισό της σαρακοστής. Κρατούσαν νηστεία δέκα μέρες στην αρχή, όταν ξεκινούσε δηλαδή η νηστεία και δέκα μέρες από το τέλος της σαρακοστής. Στο ενδιάμεσο αυτοί τρώγανε. Κρατούσαμε νηστεία από κρέας, ψάρι και γαλακτοκομικά. Ορισμένες γυναίκες δεν τρώγανε και λάδι κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Στην διάρκεια της σαρακοστής των Χριστουγέννων ήταν αμαρτία κάποιος που κάνει νηστεία να βρίζει τους συνανθρώπους του ή ακόμα και να μαλώνει με τους συνανθρώπους του. Οι χωριανοί λέγανε «καλύτερα να είσαι σωστός με τους γύρω σου και να μην κάνεις νηστεία παρά να κάνεις και να μη μιλάς ακόμη και τον αδερφό σου»
Πληροφορητής Τσεπνίδης Σταύρος.
Β. Το δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, εμείς οι Στρανιώτες, είχαμε μια πατροπαράδοτη συνήθεια να οργανώνουμε τα «Χουσπαυλούχα». Τα χουσπαυλούχα ήταν κάτι σαν θέατρο. Όσον αφορά τα Χουσπαυλούχα: «Την παραμονή των Χριστουγέννων, εμείς οι άντρες μαζευόμασταν σε κάποιο σπίτι. Τέσσερις άνδρες παίζουνε αυτό το θέατρο. Ο πρώτος γινόταν γέροντας που τον ονομάζαμε Μπέη ή Αγά, ο δεύτερος νέος με μαύρη γενειάδα, ο τρίτος νέος δικαστής και ο τελευταίος νέα που την ονομάζαμε Φατήκ. Οι τρείς άνδρες είχαν στο κεφάλι τους δέρματα ζώων, ενώ στα χέρια τους κρατούσαν μαχαίρια και όπλα. Όταν νύχτωνε οι χουσπαυιτές, έτσι τους λέγαμε, αρχίζουν τις επισκέψεις σε σπίτια. Πρώτα στο σπίτι έμπαινε ο Αγάς με την Φατήκ και χόρευαν, μετά η Φατήκ έτρεχε και κρυβόταν σε μια γωνία του σπιτιού. Ύστερα στο σπίτι έμπαινε ο νέος και έκανε δήθεν ότι έψαχνε τη Φατήκ. Ζητούσε βοήθεια από τον νοικοκύρη του σπιτιού λέγοντας: «καλησπέρα νοικοκύρη. Ο εχθρός σου να τυφλωθεί. Έχασα μια όμορφη νέα. Αυτή ψάχνω. Βοήθησε με να τη βρω και ο νοικοκύρης του έλεγε «ψάξε και βρες την.» Αφού έψαχνε αρκετά στο τέλος την έβρισκε. Ο Αγάς όμως ζήλευε όταν έβλεπε την Φατήκ με το νέο και ορμούσε πάνω του. Μετά πάλευε ο Αγάς με το νέο και … τσουπ ! Έμπαινε ο δικαστής στο δωμάτιο. Αυτός προσπαθούσε να τους χωρίσει. Μετά το χωρισμό ο νέος ρωτούσε τον δικαστή σε ποιον ταιριάζει η νέα, σ ’αυτόν ή στον Αγά και ο δικαστής έλεγε ότι η νέα ταιριάζει στο νέο. Τότε ο νέος χαιρότανε και ο Αγάς λυπότανε. Μετά από όλα αυτά ο νοικοκύρης έπρεπε να τους φιλέψει. Τα φιλέματα ήταν καρύδια, φουντούκια, κάστανα, χοσάφια. Έτσι τελείωνε η παράσταση.
Τα παιδιά την Παραμονή των Χριστουγέννων και την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς έψελναν τα κάλαντα. Χωρίζονταν σε ομάδες και όταν νύχτωνε βγαίνουν στις γειτονιές και έψελναν. Στα παιδιά δίναμε δίδραχμο, τρύπια δεκάρα, τάλιρο ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός.
Ο τυχερός της βασιλόπιτας όφειλε να ραντίσει το σπίτι τα μαντριά και τα χωράφια ένα-ένα χωριστά. Την ημέρα των Φώτων, εμείς οι Περασμιώτες δεν ρίχναμε το Σταυρό στο ποτάμι. Τον βγάζαμε σε δημοπρασία και όποιος έδινε πιο πολλά έπρεπε να τον γυρίσει μέσα στο χωριό αλλά και στα γειτονικά χωριά. Για τον αγιασμό βουτούσε ο ιερέας το Σταυρό μέσα σ ’ένα μπακιρένιο δίλαβο. Όλοι περιμέναμε με αγωνία τον παπά να πει «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε..» για να πάρουμε αγιασμό.
Πληροφορητής Τσεπνίδης Σταύρος.
Γ. Απόκριες
Στις αποκριές ψάχναμε να βρούμε ότι παράξενο υπήρχε. Παίρναμε δέρματα ζώων (συνήθως αρνιού) και ντυνόμασταν. Φτιάχναμε πολύ παράξενες ενδυμασίες. Ψάχναμε να βρούμε τα πιο μεγάλα κουδούνια τα οποία τα δέναμε στο σώμα μας και όταν περπατούσαμε στο δρόμο ακούγονταν μέχρι τον πέρα μαχαλά. Ντυνόμασταν καρνάβαλοι και τρέχαμε στη γειτονιά. Παίρναμε σβάρνα τα σπίτια και χτυπούσαμε τις πόρτες. Ο νοικοκύρης του κάθε σπιτιού μας άνοιγε την πόρτα και προσπαθούσε να μαντέψει ποιοι ήμασταν. Με διάφορες κινήσεις όπως γαργάλημα, πείραγμα προσπαθούσε να μας αποκαλύψει. Ο καθένας κάτι έδινε. Ορισμένοι δίνανε χρήματα κάποιοι άλλοι γλυκά και φρούτα. Έτσι περνούσαμε τις αποκριές.
Πληροφορητής Τσεπνίδης Σταύρος.
Δ. Κινητές Εορτές (Πάσχα)
Στη σαρακοστή του Πάσχα όπως και στη σαρακοστή των Χριστουγέννων κρατούσαμε νηστεία. Οι άντρες κρατούσαν τη μισή σαρακοστή νηστεία ενώ οι γυναίκες όλη τη σαρακοστή. Ορισμένες γυναίκες δεν τρώγανε και λάδι κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Κάθε Παρασκευή βράδυ όλοι άντρες, γυναίκες, παιδιά πηγαίναμε στην εκκλησία. Κανονίζαμε μέχρι τις πέντε με έξι η ώρα το απόγευμα να τελειώσουμε τις δουλειές μας και μετά να πάμε στην εκκλησία. Όλη τη μεγάλη βδομάδα πρωί-βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία. Βεβαία αυτές τις Άγιες μέρες δεν δουλεύαμε πολύ. Την ημέρα της Ανάστασης φορούσαμε τα γιορτινά μας και πηγαίναμε στην εκκλησία. Την ώρα της Ανάστασης βροντούσαν τα δίκαννα των κυνηγών. Εκτός όμως απ’ αυτά , και τα πιστολάκια των παιδιών βροντούσαν δυνατά. Μετά απ’ αυτά είχαμε το τσούγκρισμα των αυγών, τα Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη και ο καθένας έπαιρνε την οικογένεια του και πήγε σπίτι του για να απολαύσει την μαγειρίτσα. Την πρώτη μέρα του Πάσχα αποφεύγαμε τις επισκέψεις και στους συγγενείς μας δεν πηγαίναμε. Τη δεύτερη μέρα πηγαίναμε στους συγγενείς, στους κουμπάρους και στους φίλους μου για να τους ευχηθούμε. Την τρίτη μέρα γλεντούσαμε με όργανα χορεύαμε τους χορούς του Πόντου: τικ, ομάλ, πατούλα, τρυγόνα, λεμόνα και άλλους χορούς όπως: συρτό, καλαματιανό και χασάπικο. Έτσι περνούσε και το Πάσχα.
Πληροφορητής Φωτιάδου Ευθυμία.
Ε. Γιορτές του Καλοκαιριού
Η εκκλησία του χωριού μας είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου. Γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Επομένως κάθε δεκαπενταύγουστο κάναμε πανηγύρι στο χωριό. Όλα τα γύρω χωριά έρχοντανε και μας τιμούσανε. Όταν ακούγαμε την καμπάνα αφήναμε τις δουλειές μας και τρέχαμε σπίτι για να ετοιμαστούμε. Ορίζαμε κάποια άτομα να ανακοινώσουν ότι έχουμε πανηγύρι. Άλλοι καθάριζαν την εκκλησία… Στο χωριό ψησταριές, μαγαζιά δεν υπήρχαν. Κάθε οικογένεια είχε τους συγγενείς και τους γνωστούς της. Τρώγαμε όλοι μαζί και πίναμε. Πίναμε μόνο ούζο και αυτό δεν το είχαν όλοι. Μετά το γλέντι οι επισκέπται και οι ξένοι έπρεπε να γυρίσουν σπίτια τους .Και σιγά-σιγά το χωριό άδειαζε. Τα παιδιά λυπόντουσαν γιατί μόνο μια φορά το χρόνο έβλεπαν τόσο πολύ κόσμο. Και πάλι στα ίδια…
Πληροφορητής Τσεπνίδης Σταύρος.