Τελετουργίες από ΓΡΑΒΟΥΝΗΣ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Α) ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Πριν από τα Χριστούγεννα, νηστεύαμε σαράντα μέρες απ’ούλα. Τις Τετάρτες και τις
Παρσκευές δεν τρώγαμε ούτε λάδι. Μέσ’την Σαρακοστή, όμως είχαμε, πολλές
γιορτές, πολλούς αγίους. Στα εισόδια της Θεοτόκου, τον Νοέμβριο, ούλοι οι
γεωργοί πήγαιναν στάρι στην εκκλησιά, να το διαβάσει ο παπάς, και με την ευλογία
της Παναγιάς, να πάει καλά η σοδειά. Του αή-Λευτέρην δεν δούλευαν, μα γίορταζαν
όλες οι γκαστρωμένες, για να’χουν καλή λευτεριά. Από τις 20 του Δεκέμβρη, του
αγίου Ιγνατίου, «φαγναντούσε ο Χριστός», ήταν, δηλαδή, τόσο κοντά τα
Χριστούγεννα, που είχε αρχίσει να φαίνεται ο Χριστός.
Β) ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ (25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ-5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)
Την παραμονή των Χριστουγέννων σφάζανε τα γουρούνια και ακούγονταν παντού
οι φωνές τους. Τα σφάζανε, τα γδέρνανε, και τα δίνανε στις νοικοκυρές να τα
μαγειρέψουν. Το πρωί καλαντούσαν τα μικρά παιδιά, και το βράδυ γυρνούσαν
μεγάλοι καλαντάδες στα σπίτια με τα όργανα και λέγανε τα κάλαντα.
«Καλήν εσπέραν άρχιντες, κι αν είναι ο ορισμός σας. Χριστού την θείαν γέννησην,
να ειπώ στο αρχοντικό σας. Χριστός γεννάτε σήμερα, εν Βηθλέεμ εν τη πόλη , οι
ουρανοί αγάλονται, χαίρε η φύσις όλη.» Αφού τέλευαν τα κάλαντα, λέγαν για τα
παιδιά του σπιτιού, και κυρίως για τα κορίτσια : «Εδώ είναι ο καλός ο γιός, κι η
καλοθυγατέρα, που’χει τα μακριά μαλλιά, σαρανταπέντε πήχες, στους ουρανούς τα
αδειάζει, στους κάμπους τα τυλίγει, και μέσ’την μέση στην θάλασσα στήνει
αργαλειό και υφαίνει. Τα Χριστούγεννα, πρωί-πρωί, οι γυναίκες κάνανε τα
«Χριστόψωμα», για τον νεογέννητο Χριστό. Ούληνα την μέρα έμενε το τραπέζι
στρωμένο, απο το πρωί ίσα με το βράδυ. Τα Χριστούγεννα πίστευε ο κόσμος οτι
έρχονταν οι «καλικάντζαροι». Όλο το Δωδεκαήμερο δεν λούζωνταν οι άνθρωποι,
ούτε έπλεναν τα ρούχα τους, γιατί νόμιζαν ότι τα νερά τα είχανε κατουρήσει οι
καλικάντζαροι. Το βράδυ έβγαιναν οι άνθρωποι έξω με τον δαυλό, γιατί οι
καλικάντζαροι φοβούνταν το φως. Τα Θεοφάνεια, όταν φωτίζουνταν τα νερά, τότε
λούζουνταν και έπλεναν οι άνθρωποι, γιατί τότες έφευγαν οι καλικάντζαροι, και
έλεγαν: «Μπρου, μπρου, μπρου, πάμε να φύγουμε, έρχεται ο παπάς με την
αγιαστούρα και η παπαδιά με την μαγγούρα». Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς,
απ’ένωρίς, εμείς οι νοικοκυρές συκωνόμασταν κι ετοιμάζαμε τις βασιλόπιτες στους
φούρνους που’χαμε στο σπίτ’. Μέσα στις βασιλόπιτες βάζανε αληθινά φλουριά,
χρυσά. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, λέγονταν τα κάλαντα πρωί , όχι βράδυ
όπως των Χριστουγέννων «Άγιος Βασίλης έρχεται απο την Καισαρεία, συ
σ’αρχόντισσα κυρία...». Την ώρα που’ταν να αλλάξει ο χρόνος, οι κοπέλες του
χωριού γέμιζαν λεκάνες με νερό, από μια η καθεμιά, κι έβγαιναν όξω, γιατί έλεγαν
ότι μέσα εκεί θα δούνε τον καλό τους. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, ενωρίς το πρωί,
σκώνονταν ο νοικοκύρης του σπιτιού, έβγαινε όξω, κι έφερνε από την βρύση μια
στάμνα και μια μεγάλη πέτρα, για να’ναι βαρύ ούλη τη χρονιά το πουγκί του
(πορτοφόλι) . Άναβε, στο τζάκι, την φωτιά με τα ξύλα, κι όταν γίνουνταν κάρβουνα ,
κάθονταν μπρος απ’το τζάκι, έπαιρνε την μασιά, κι ανακάτωνε τα κάρβουνα, κι όταν
αυτά πετούσαν πολλές σπίθες έλεγε : «Όσες σπίθες, τόσα φλουριά, τόσα λεφτά,
τόσες λίρες, τόσα σα, πολλά γίδια, πολλά κατσίκια, πολλά γελάδια, μια κλώσσα,
χίλια πουλιά, καλή υγεία, καλή χρονιά». Και το τραπέζι της Πρωτοχρονιάς έμενε
ολημερίς στρωμένο. Πριν κάτσουμε στο τραπέζι την Πρωτοχρονιά, σπάζαμε ένα
ρόδι, και λέγαμε : «Όσα σπυριά έχει το ρόδι, τόσα λεφτά να έχει το σπίτ’». Χύναμε
κι ένα κανάτι με νερό όξω στην αυλή, και λέγαμε : « ‘Οπως τρέχει το νιρό, έτσι να
τρέχουν και τρα καλά μέσα στο σπίτ’». Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στήνουνταν
τρανό γλέντι στην πλατεία του χωριού, με φαγητά, κρασιά και όργανα. Οι πιο
χορευταράδες του χωριού, αρχινούσαν τον χορό και δεν σταματούσαν ίσα να
ξημερώσ’.
(Μυρσίνη Καλαντζίδου)
Την παραμονή των Φώτων, τα μικρά παιδιά γυρνάν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα.
«Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί, και χαρές μεγάλες και αγιασμοί. Κάτου στον
Ιορδάνη τον ποταμό, κάθεται η κυρά μας η Παναγιά. Όργανα βαστάει, κερί κρατεί,
και τον αή-Γιάννη παρακαλεί». «Άγιασαν οι βρύσες και τα νερά, άγιασε κι ο
Ιορδάνης ο ποταμός, κι άγιασε κι ο αφέντης με την κυρά». Ανήμερα τα Θεοφάνεια,
βγάνανε ένα τραπέζ’ στην εκκλησιά, όξω, και απάν’έβαναν τον σταυρό και τον
βγάνανε σε δημοπρασία. Έκανε, δηλαδή, ο καθένας από μια προσφορά, κι όποιος
πρόσφερε τα περισσότερα, του’δωνε η επιτροπή τον σταυρό να τον μεταφέρει
αυτός. Το’χαν τάμα και τον παίρναν και τον κουβαλούσαν ίσα με την θάλασσα, που
θα τον έριχνε ο παπάς. Εμείς δεν είχαμε θάλασσα, είχαμ είχαμε μια γκίολα μεγάλη,
κι εκεί τον ερίχναμε. Μετά, τον δταυρό τον βάνανε σε έναν δίσκο με λουλούδια, και
τον γυρμούσε ο παπάς στα σπίτια και ευλογούσε. « Ευλογία κυρίου, ευλογημένοι».
Τα Φώτα το βράδυ τραγούδαγαν τους Γιάννηδες του χωριού. Μιγάλοι άντροι
το’καμαν αυτό. Ούλη νύχτα πίναν και τραγούδαγαν, και μάζωναν λεφτά, γλυκά,
σύκα, καρύδια, ‘μύγδαλα. Η κάθε παρέα είχε 7 νοματαίους που κουβάλαγαν και
όργανα. Σε κάθε Γιάννη, ανάλλογα με την ομορφιά τ’ , την δουλειά τ’, έλεγαν άλλο
στιχάκι. Ίσα με τις πρώτες πρωινές ώρες κράταγε το πανηγύρι των Γιάννηδων. Σε
κανένα σπίτι στο χωριό δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Δεν μα ς έγνοιαζε όμως, γιατί
του αή-Γιαννιού, που ξημέρωνε, ήταν μεγάλη γιορτή και δεν δουλεύαμε ποτές, κι ας
είχε και καλόν καιρό.
Γ) ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Τον Φεβρουάριο μόνο την Υπαπαντή του Χριστού γιορτάζαμε πολύ, και δεν
δουλεύαμε, είτε ήταν Κυριακή, είτε καθημερινή. Επειδής εκείνη την μέρα οι
έμπορες έκλειναν τα τεφτέρια τους, και δεν αγόραζαν πια οι χωριανοί, λέγανε με
καημό « Παπαντή, παπαντή, τεφτέρ’καπαντί»
Δ) ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Την Τυρινή αδειάζαμε τ’ανοιγμένο τουλούμ’ με το τυρί, γιατί άμα εκείνο το
τρώγαμε ύστερα από την Σαρακοστή, θα γιομίζαμε ψείρες. Οι μέρες της αποκριάς
ήτανε μέρες χαράς για ούλους, μικρούς και μεγάλους. Στο κέντρο του χωριού, οι
άντροι με τις φουστανέλες και οι γυναίκες με τις καλές τις φορεσιές, χόρευαν ως το
ηλιοβασίλεμα ανήμερα τις αποκριές αλλά και της τυρινής. Τα νταούλια δεν
σταμάταγαν να βαράνε και το γλέντι κρατούσε μέχρι το πρωί της Καθαράς
Δευτέρας. Τότε ετοιμάζαμε τα νηστίσιμα και συνέχιζε ο χορός ως αργά το βράδυ.
Ε) ΚΙΝΗΤΕΣ ΕΟΡΤΕΣ : ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΑΣΧΑ, ΠΑΣΧΑ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΩΣ ΤΗΝ
ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
Όληνα την Σαρακοστή νηστεύαμε, αλλά επειδής δουλεύαμε, για να κρατιόμαστε,
λαδάκι τρώγαμε. Την Μ. Εβδομάδα δεν τρώγαμε ούτε λάδι. Το Σάββατο του
Λαζάρου, και πιο πολύ την παραμονή, τραγουδούσαμε τον Λάζαρο : « Ξύπνα
Λάζαρε και μην κοιμάσαι. Σήμερα μέρα σου, τώρα χαρά σου, τώρα που’ρθαμε στην
άφεντιά σου.»
Την Κυριακή του Πάσχα, τα μικρά παιδάκια, πάγαιναν στα σπίτια βάγια, και
τραγουδούσαν : « Πιρπιρούγια περπατεί, τον Θεό παρακαλεί, για να βρέξει μια
βροχή, μια βροχή μια ταραχή. Για να γίνουνται σιτάρια κι ούλα τα σπαρτά». Κι οι
νοικοκυρές λέγανε : « Όξω οι ψείρες, μέσα τα βάγια. Όλη την Μ. Εβδομάδα, κάθε
βράδυ, πηγαίναμε στην εκκλησιά, και την Μ. Πέμπτη, ούλες οι γυναίκες
μαζευόμασταν στην εκκλησιά και στολίζαμε τον επιτάφιο. Όταν το εστολίζαμε
τραγουδούσαμε : « Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι
θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Σήμερα βάλανε βουλή, οι άνομοι εβραίοι. Οι
άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταρεμένοι. Για να σταυρώσουν τον Χριστό, των
πάντων βασιλέα. Κι ο βασιλεύς εθέλησε να μπει σε περιβόλι. Κι η Παναγιά η
Δέσποινα καθόταν μοναχή της. Τις προσευχές τις έκανε για τον Μονογενή της.
Φωνή εξήλθε εξ ουρανού, κι από αρχαγγέλου στόμα. Σώνουν κυρά μου οι
προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες, και τον γιό σου πιάσανε και στα χαλκιά τον
πάνε, και στου Πιλάτου τις αυλές, εκεί τον τυρρανάνε. Η Παναγιά σαν τ’άκουσε,
πέφτει λυποθυμάει, σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο, κι άλλα τρία
ροδόσταμο για να της έρθει ο νους, και σαν της ήρθε ο νους, Άννα και Μαριώ, και
του Λαζάρου η μάνα, του Ιακώβου η αδερφή, και οι 4 αντάμα. Σαν πήραν το δρομί,
δρομί, δρομί το μονοπάτι. Το μονοπάτι τσι έβγαλε εις του ληστού την πόρτα. Καλή
σου μέρα μάστορα, καλώς τ’απολεμάτε, μην είδες τον γίοκα μου από δω να τον
περνάνε; Τον είδα και τον πέρασαν, και στα χαλκιά τον πάνε, και στου πιλάτου τις
αυλές, εκεί τον τυρρανάνε, και μένα μου παρήγγειλαν τρία καρφιά να κάνω, μα εγω
για το χατίρι τους, βαρώ και κάνω πέντε. Συ Φαραέ που τα’κανες, πρέπει να μας
διδάξεις. Τα δυο θα μπουν στα χέρια του, τα άλλα τα δύο στα πόδια του, το τρίτο το
φαρμακερό θα μπει μές’την καρδιά του,να τρέξει αίμα και νερό, να λυγωθεί η
καρδιά του. Η Παναγιά σαν τ’άκουσε, πέφτει λιποθυμάει. Σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο, κι άλλα τρία ροδόσταμο για να της έρθει ο νους της. Και σαν
της ήρθε ο λογισμός, και σαν της ήρθε ο νους της, καταραμένες τσίγγενε,
κατάσταση να μην έχεις. Σπίτι σε σπίτι να γυρνάς και σπίτι να μην έχεις, ούτε ψωμί
στο ράφι σου και στάχτη στην γωνιά σου. Αϊντίστε Άννα και Μαριώ, και του
Λαζάρου η μάνα, και του Ιακώβου η αδερφή και 4 αντάμα, σαν πήραν το δρομί,
δρομί, δρομί το μονοπάτι. Το μονοπάτι τους έβγαλε στου Πιλάτου την πόρτα.
Βλέπουν τις πόρτες σφραγιστές, και τα κλειδιά παρμένα, και τα μικρά παράθυρα
σφηχτά μανταλωμένα. Ανοίξτε πόρτες του ληστού και πόρτες του Πιλάτου, κι οι
πόρτες απ΄τον φόβο τους άνοιξαν μοναχές τους. Μπαίνουν μέσα στην πόρτα τους,
μέσα στην αυλή τους, βλέπουν τον ουρανό θαμπό και τ’άστρα βουρκωμένα, και τον
καθάριο Αυγερινό στο αίμα βαπτηγμένο . Βλέπουν δεξιά, βλέπουν ζερβά, κανέναν
δεν γνωρίζουν, βλέπουν και δεξιότερα, βλέπουν τον Άγιο Γιάννη. Άχ Άγιε Γιάννη
πρόδρομε, και βαφτηστή του γιού μου, είδες τον γιόκα μου κι εσύ το βαφτηστήρι
σου; Εγέννησες κι ανέθρεψες και δεν τον εγνψρίζεις, κι εγώ που τον εβάφτισα, πως
να τον εγνωρίσω. Βλέπεις εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο, που φορεί
πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο ; Όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου, κι εμένα βαφτηστήρι μου. Πως να τον εγνωρίσω τον
γίοκα μουτον παιδεμένο. Του είχα σκούφιες αργυρές, σκούφιες μαλαματένιες, και
στο μπισί’του κούναγα με δώδεκα παρθένες. Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά του
ομιλάει. Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου. Τι να σου πω
μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις. Η Παναγιά σαν τ’άκουσε πέφτει λυποθυμάει.
Σταμνί νερό της ρίξανε και τρια κανάτια μόσχο, και άλλα τρία ροδόσταμο για να της
έρθει ο νους της. Και σαν της ήρθε ο λογισμός, και σαν της ήρθεο νους της, ζητεί
μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει, ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον
Μονογενή της. Μάνα μου, αν σφαγείς εσύ, σφάζονται οι μάνες όλες, μάνα μου αν
γκρεμιστείς εσύ, γκρεμίζονται οι μάνες όλες. Κάνε μάνα μ’υπομονή, να κάνουν οι
μάνες όλες. Άιντε μάνα μ’στο σπίτι σου, και στην καλήν σου ώρα, βάλε κρασί στο
μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι, και κάτσε και μακάρισε τον γιό σου τον παιδεμένο.
Να το βρουν οι μάνες απ’τα παιδιά, και τα παιδιά απ΄τις μάνες, και οι νιόπαντρες
απ’τους καλούς τους άντρες. Κι όταν το Μ. Σάββατο κοντά στο μεσημέρι, που θα
λαλήσει ο πετεινός, σημαίνουν τα ουράνια, σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά με 3 χρυσές
καμπάνες. Τότε κι εσύ μανούλα μου, να χεις χαρές μεγάλες. Όποιος το λέει
σώζεται, κι όποιος το ακούει αγιάζει, κι όποιος το καλόν αφουγκραστεί, παράδεισον
θα λάβει. Παράδεισον και λίβανον απο τον άγιον Τάφον».
Το Μ. Σάββατο το βράδυ, οι άντροι πήγαιναν στην Ανάσταση, και οι γυναίκες
μέναμε στο σπίτι, κι ετοιμάζαμε τσουρέκια πλεξούδια, με ένα αυγό στην μέση, και
την μαγειρίτσα. Εμείς εκτός από την μαγειρίτσα, κάναμε και σούπα από το κεφάλι
του αρνιού, κι άλλους μεζέδες. Τα αδεξίμια, πηγαίναν στους νονούς τους τσουρέκια
κι αυγά, κι αυτοί τα στέλνανε στο σπίτι δώρα και φορεσιές. Ανήμερα το Πάσχα
γινότανε μεγάλη γιορτή. Το σουβλιστό αρνί ήταν απαραίτητο σε όλες τις
οικογένειες. Παρέες από παλικάρια τρυγύρναγαν απο ψησταριά σε ψησταριά κι
έλεγαν το «Χριστός Ανέστη». Τ’απόγευμα καίγαμε το ομοίωμα του Ιούδα, αφού το
ντουφεκίζαν οι άντροι και το κοροϊδεύαμε ούλοι. Ο μεγάλος, γενικός, χορός,
γίνουνταν στην πλατεία, την 2 η και την 3 η μέρα της Λαμπρής. Φοράγαμε ούλοι τις
γιορτινές τις φορεσιές και λέγαμε «Δευτέρα-Τρίτη στον χορό, Τετάρτη στο βοτάνι».
Επειδή την Τετάρτη πηγαίναμε για δ’λεια, για βοτάνιασμα. Το Πάσχα, επειδή είναι
γιορτή της αγάπης, ο αρραβωνιαστικός έστελνε στην αρραβωνιαστικία τ’ένα κερί
που το’φτιαχναν στο σπίτι τ’. Το κερί το σκέπαζαν με ένα άσπρο τούλι για να
φαίνονται τα φλουριά που είχαν κρεμάσει άπανου. Το κερί τούτο, το κράταγε η
αρραβωνιαστικιά στην Ανάσταση, και ανήμερα την Λαμπρή, και δεν το χάλαγε ίσα
μέχρι να γίνει ο γάμος.
Της Αναλήψεως δεν πιάναμε καθόλου αλεύρι για να ζημώσουμε, γιατί ούλο τον
χρόνο το ψωμί μας θα έπιανε μούχλα. Την Πεντηκοστή, ανήμερα, δεν δουλεύαμε
στο χωράφι, γιατί άμα δουλεύαμε, τα σπαρτά μας θα τα έτρωγαν τα ποντίκια.
ΣΤ)ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
Την 1 η Μαρτίου, τα παιδιά φορούσαν στο χεράκι τους ένα βραχιολάκι που το
φτίαχναμε ήμεις, απο άσπρα και κόκκινα κορδουνάκια, τα στρίβαμε και τα κάναμε
κόμπο. Τα φορούσαν ίσα με το τέλος του Μάρτη, για να μην τα κάψει ήλιος, και
ύστερα τα κόβαμε σε τρία κομματούδια. Το ένα το’καιγαν, το άλλο το’βαζαν κάτου
απ’την πέτρα, να το πάρ΄ το φίδ΄, το τρίτο το πέταγαν στις στέγες των σπιτιών για να
το δουν τα χειλιδόνια πο’φταναν και να το πάρουν να το βάλουν στς φωλιές που θα
χτίσουν. 25 Η Μαρτίου, του Ευαγγελισμού, πρωί-πρωί, επιδή δεν κάμναν τα παιδιά
στο χωριό παρέλαση, πήγαιναν στην εκκλησία, και μετά μαζευόταν στην κοινώτητα
και λέγανε ποιήματα. Την μέρα εκείνη τρώγαμε μόνο ψάρια, τίποτες άλλο. Στις 16
Μαρτίου, κάθε χρόνο, γιορτάζαμε τον Άγιο Θεόδωρο. Την μέρα εκείνη οι κοπέλες
βράζανε σιτάρι, το πήγαιναν στην εκκλησία, το διάβαζε ο παπάς, το’υλογούσε, και
το μοίραζαν οι κοπέλες, το βάζανε κάτ’απ’το μαξιλάρι, για να δούν τον καλό τους,
και πριν κοιμηθούνε λέγανε «Άγιε μου Θόδωρε, καλέ μου Άγιε και θαυματουργέ,
εσύ που όρη περπατάς και τις τύχες απαντάς, αν δεις και την δική μου,
χαιρετίσματα να πας, αν κάθεται να σηκωθεί, να ράνει, να σχίσει όρη και βουνά,
να’ρθει να με μοιράνει. Την μέρα εκείνη, τα παλικάρια πήγαιναν στις αυλές και
γύρναγαν τα κάρα απ’τα άλογα ανάποδα, για το καλό.
Ζ)ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, πήδαγαν στον δρόμο φωτιές, ούλοι, μικροί και
μεγάλοι. Οι κοπελιές πέταγαν τα δαχτυλίδια τους σε ένα πυθάρι, τα σκέπαζαν με
ένα πανί, και την άλλη μέρα, πήγαιναν ούλες μαζί και διάβαζαν τις τύχες τους , στο
πηγαδιού το νερό κοίταγα να δούνε το παλικάρι που θα τις παντρευότανε. Στην
γιορτή της Αγιάς Μαρίνας λέγαμε «Της Αϊ-Μαρίνας σύκος, τους Αϊ-Λια σταφύλι, του
Αϊ-Παντελεήμονα να σύρεις με το κοφίνι». Επειδής στο χωριό είχαμε απάν’στον
λόφο το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μεγάλη πανήγυρη κάναμε τότε στην
γιορτή της, στις 26 του Ιούλη. Την παραμονή γίνονταν περιφορά της εικόνας στο
χωριό, και ανήμερα γίνονταν μεγάλη γιορτή, με νταούλια και χορούς. Τότες, μετά
την λειτουργία μας μοίραζαν και άρτο. Όλον τον Δεκαπενταύγουστο έλεγαν πως
άλλαζαν τα νερά της θάλασσα, κι άμα πάγαινε κανένας να κολυμπήσει, λέγανε ότι
καίγονταν απ’τις δρυμιές (μέδουσες). Γι’αυτό, δεν έκαμνε να κάνεις μπάνιο στην
θάλασσα. Άμα ήθελες να μπεις να κάνεις μπάνιο, έπρεπε πρώτα να πετάξεις μέσα
ένα καρφί σιδερένιο κι ύστερα να κολυμπήσεις, αλλιώς θα σε έκαιγαν οι δρυμιές
και θα έβγαζες φουσκάλες σε ολόκληρο το σώμα.Του Σωτήρος, όλο το χωριό
φόρτωνε τα φαγιά στα κάρα και πηγαίναμε για μπάνιο στο τιμάρι, εκεί είχαμε
θάλασσα, και του Σωτήρος πηγαίναμε εκεί από το πρωί, μέχρι να βασιλέψε ο ήλιος.
Μπάνιο στην θάλασσα κάμναμε σπάνια, αλλά εκείνη τη μέρα το’χαμε τάμα να πάμε
για μπάνιο στο τιμάρ’.
Της Παναγιάς ήταν η πιο λαμπρή γιορτή για το χωριό. Από την παραμονή
μαγειρεύαμε κρέας τράγιο, κάθε τέτοιες μέρες τρώγαμε μόνο κρέας, κ αφού
τελειώναμε με τα φαγιά, φορτώναμε στα κάρα όλα τα κατσαρολικά μας, τα πιάτα
μας, τα πιρούνια μας, τα στρώματα για τον ύπνο, και το απογευματάκι ξεκινούσαμε
για την εκκλησιά της Παναγιάς. Στη αυλή της παναγιάς κοιμόμαστε το βράδυ της
παραμονής για χάρη της. Το πρωί, μετά την λειτουργία, αρχινούσε το γλέντι για την
Μεγαλόχαρη. Στρώναμε κατάχαμα και τρώγαμε, και οι χορευταράδες, πριν
απιτελειώσουν το φαγητό, έστηναν και τον χορό, μέχρι το απόγιομα. Μετά
ξαναφορτώναμε τα μουλάρια και γυρνάγαμε. Έτσι την γιορτάζαμε την Παναγιά, που
μας βοηθούσε να πηγαίνουν καλά οι σοδειές μας κάθε χρόνο.
Στις 27 Αυγούστου, στο χωριό, γιορτάζαμε τον Αϊ-Φανούρη. Φτιάχναμε
φανουρόπιτες κι ύστερα τις πηγαίναμε στην εκκλησία να τις ευλογήσει ο παπάς.
Μετά τις κόβαμε κομματάκια, και σκοτώνονταν οι κοπελιές, ποια θα το πρωτοπάρει
για να το βάλει κάτω απο το μαξιλάρι τς’ για να ονειρευτεί τον καλό της. Πριν
κοιμηθ εί έλεγε «Άγιε μου Φανούρη, και θαυματουργέ μου, εσύ που όρη περπατάς,
και τις τύχες συναντάς, άμα δεις και την δική μου, χαιρετίσματα να πας. Αν κάθεται
να σηκωθεί, να ράνει, να σχίσει όρη και βουνά να ρθεί να με μοιράνει. Εγώ τον
άντρα μ’όταν ήμουν κοπέλα τς’ παντριάς, τον ονειρεύκα. Κι άμα ποτές χάναμε κάτι,
τάζαμε μια πίτα στον Άγιο και εκείνος μας το’φερνε. Πιο παλιά ακόμα, ρίχναν σε
ένα ποτήρι με νερό, ένα αυγό, και το βγάζαν στο φεγγάρι. Άμα τ’αυγό έβγαζε
μιγάλες φουσκάλες κι έβγαζε μιγάλες κλωστές, τότε έλεγαν ότι θα παντρευτούν
μακριά απ’τον τόπο τς’. Άμα έβγανε μικρές φουσκάλες και κλωστές, λέγανε ότι θα
παντρευτούν κοντά.