Τελετουργίες από ΧΡΥΣΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Την Σαρακοστή, πριν από τα Χριστούγεννα, νηστεύαμε. Η νηστεία ξεκίναγε στις 14
Νοεμβρίου, που ήταν του Αγίου Φιλίππου. Εκείνη την μέρα τρώγαμε. Έκτοτε, ξανά
δεν τρώγαμε. Μόνο νηστίσιμα. Της Αγίας Βαρβάρας, κάναμε αυτό το σιτάρι που το
λένε «Βαρβάρα», ή «βάρβαρα» το λένε αλλού. Κατά το δωδεκαήμερο, πιστεύαμε
πως κυκλοφορούσαν τα καρκατζέλια (καλικάντζαροι), και για αυτό δεν αφήναμε
ρούχα έξω. Δεν βγαίναμε συχνά έξω. Κι άμα γυρνούσαμε μετά τις 12 το βράδυ,
βάζαμε θυμιατό και θυμιάζαμε, να φύγουν τα καρκατζέλια. Για 12 μέρες το κάναμε
αυτό. Μετά ερχόταν τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα, συνήθως, σφάζαμε ένα
γουρούνι για την Παραμονή. Καλαντούσαν τα παιδιά, αλλά τότες δεν δίναμε τόσα
λεφτά. Τότε τους δίναμε ξυλοκέρατα, μαρμάρινους σταυρούς, σταφίδες, μήλα,
σύκα, μανταρίνια, πορτοκάλια, καραμέλες και κρασί. Άν είχαμε και κανένα φράγκο,
στα γνωστά παιδιά, δίναμε και κανένα δίφραγκο. Σφάζαμε λοιπόν το γουρούνι.
Εμείς οι Θρακιώτες, κάναμε πολύ και την «μπάμπα», γεμίζαμε δηλαδή τα έντερα
του γουρουνιού με γέμιση. Ανήμερα τώρα, ψήναμε, τρώγαμε, κρασί πίναμε,
μαζεύονταν όλο το σόι, ευχόμασταν, καλαντίζαν τα παιδιά απο βραδύς. Και όχι μόνο
μικρά, όπως σήμερα. Παληκάρια ολόκληρα καλάντιζαν. Και την Πρωτοχρονιά τα
ίδια κάναμε. Κάναμε πολλές πίτες, κοτόπουλα γεμίζαμε, όπως γεμίζουμε σήμερα
γαλοπούλα. Και μέσα στις πίτες βάζαμε σημάδια. Βάζαμε ένα άχυρο, κι όποιος το
τύχαινε, θα περιποιούνταν τα ζώα την νέα χρονιά. Βάζαμε ένα ξύλο, κι αυτό που το
τύχαινε φρόντιζε το σπίτι. Βάζαμε ένα κοτσανάκι από το κλίμα, ένα φασόλι,
καλαμπόκι, για να ιδούμε ποιος θα τσαπίζει, και βέβαια, βάζαμε και το φράγκο.
Αυτό είχαμε εμείς για βασιλόπιτα. Βασιλόπιτες ζημωτές, όπως τις έχουμε σήμερα,
δεν είχαμε. Εμείς δεν καθόμασταν το βράδυ για να αλλάξει η ώρα και να αλλάξει ο
χρόνος, όπως τώρα. Την άλλη μέρα, την Πρωτοχρονιά, καθόμασταν στο τραπέζι και
ο μπαμπάς γύριζε τρεις φορές την πίτα στο ταψί, στο τραπέζι απάν’, κι όπως
καθόταν ο καθένας έπαιρνε το μερίδιο του.
Μια άλλη μεγάλη γιορτή που είχαμε τον Φεβρουάριο, ήταν του Αγίου Συμέων.
Εκείνη τη μέρα, οι έγκυες γυναίκες δεν έπρεπε να κάνουν τίποτα. Μόνο να
πλυθούν, να ντυθούν, να μακιγιαριστούν, για να βγει το παιδί τους όμορφο, και να
κάθονται και να κοιτάζονται στον καθρέφτη.
Τότες είχαμε και πολλά καρναβάλια, εκείνη τη μέρα. Γινόταν γκρούπια καρναβάλια
τη μέρα, και το βράδυ γύριζαν στα σπίτια. Όχι. Όμως μόνο την καθαρά Δευτέρα
όπως σήμερα. Όλο το δεκαπενθήμερο, από τότε που άνοιγε το τριώδιο, καρναβάλια
είχαμε. Ανήμερα σφάζαμε κοτόπουλα και τρώγαμε κρέας. Μετά, μέχρι την άλλη την
Κυριακή, για οχτώ ημέρες, δεν τρώγαμε. Την Κυριακή αυτή την λέγαμε τυρινή, γιατί
σταματούσαμε και το τυρί εκείνη τη μέρα, όπως και την καθαρά Δευτέρα. Την
Κυριακή την τυρινή, ενώ νηστεύαμε, κάναμε τις πίτες, τα κοτόπουλα, και βράζαμε
και τρώγαμε όλοι από ένα αυγό. Για να κλείσει το στόμα μας με το άσπρο το αυγό,
και να ανοίξει το Πάσχα, με το κόκκινο, στην εκκλησία με το Χριστός Ανέστη.
Στα παιδιά, δε, κρεμούσαμε από το ταβάνι ένα αυγό, μιας κι μείς δεν είχαμε
ταβάνια, είχαμε δεγριές ( ξύλα ταβανιού ), και παίζανε «ποιο παιδί θα πιάσει το
αυγό με το στόμα». Σχωρνιώταν εντωμεταξύ, κάναμε μετάνοιες, φιλούσαν του
μπαμπά το χέρι, της πεθεράς, του πεθερού. Την Καθαρά Δευτέρα, πάλι γινόταν
καρναβάλια, αλλά συνεχίζαμε να νηστεύουμε.
Κατά την Σαρακοστή του Πάσχα, πάλι νηστεύαμε, πηγαίναμε στους
Χαιρετισμούς, στου Ευαγγελισμού...Μόνο που του Ευαγγελισμού και των Βαϊων,
τρώγαμε ψάρια. Τις, δε, άλλες μέρες, δεν τρώγαμε τίποτες. Μπακαλιάρο κάναμε
αλμυρό, αν δεν βρίσκαμε φρέσκο, πράγμα που συνεχίζεται και σήμερα. Κατά την
Σαρακοστή, όποτε πηγαίναμε στο χωράφι, τραγουδούσαμε απαραιτήτως το
τραγούδι του Χριστού, ή μια, ή τρείς, ή πέντε φορές.
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα. Σήμερα όλοι κλέγονται και τα
βουνά λυπούνται. Σήμερα βάλανε βολή, οι άνωμοι Εβραίοι, οι άνωμοι και τα
σκυλιά, κι οι τρεις καταραμένοι, για να σταυρώσουν τον Χριστό, των πάντων
βασιλέα. Κι ο Κύριος θέλησε να μπέη σε περιβόλι, να λάβει δείπνο μυστικόν, για να
τον λάβουν όλοι».
Το Πάσχα, τώρα, βάφαμε αυγά, κάναμε κουλούρια, όλη την Μ. Εβδομάδα
πηγαίναμε στην εκκλησία. Όταν χτυπούσε η καμπάνα, το Σάββατο το βράδυ,
πηγαίναμε στο Χριστός Ανέστη. Μετά γυρνάγαμε κι ανοίγαμε το στόμα μας με το
κόκκινο αυγό, εκεί που λέμε Χριστός Ανέστη, έξω ακόμα από την εκκλησία,
τσουγκρούσαμε ο ένας με τον άλλον, κι ύστερα καθαρίζαμε το αυγό και το
τρώγαμε. Ύστερα στο σπίτι, τρώγαμε την μαγειρίτσα, το πρωί σουβλίζαμε το αρνί, ή
το ψήναμε στον φούρνο, και μαζευόμασταν όλοι μαζί και τρώγαμε.Μετά το Πάσχα,
ως την Πεντηκοστή, ήταν της Ζωοδόχου Πηγής, που πηγαίναμε στην εκκλησία, όπως
και του Θωμά. Όπως και σήμερα. Μετά ήταν 23 Απριλίου, του αγίου Γεωργίου,
εκτός αν ήταν πρώιμο το Πάσχα, γιορτάζεται την ημέρα του, όταν είναι όψυμο,
μπορεί να πέσει, ας πούμε, την μεγάλη εβδομάδα. Τότε τον γιορτάζαμε την δεύτερη
μέρα, γιατί είχε τουρμπάνια ο Άγιος Γεώργιος. Σφάζουν αρνιά από βραδύς, τα
βράζουν σε καζάνια με πλιγούρι, με ρύζι, ή σκέτα βραστά, τα βάζουν στα κουπάκια,
τα διαβάζει ο παπάς το πρωί, μετά την λειτουργία, και περνάς, παίρνεις το
αντίδωρό σου, παίρνεις ένα κουπάκι με αρνί και φεύγεις. Αυτό είναι καλό για την
υγεία. Τώρα όταν κάποιος γιόρταζε, έκανε άρτο, τον πήγαινε στην εκκλησία, και
έλεγε σε 10-20 γυναίκες, συγγενείς, κουμπάρες, αδερφές, κουνιάδες, να πάνε στο
σπίτι να κεραστούν. Πήγαιναν στον σπίτι και τους κερνούσαν έναν καφέ, ένα ποτό
από βύσσινο που έφτιαναν, και γλυκό του κουταλιού, που το βάζανε σε έναν κιοσέ,
και δίπλα βάζανε ένα ποτηράκι με καθαρά κουταλάκια, έπαιρνε λίγο γλυκό, και το
λερωμένο το κουτάλι του έβαζε στο ποτήρι με το νερό. Αυτά ήταν τα κεράσματα
τότες.
Το καλοκαίρι, τώρα, υπήρχαν πολλές γιορτές, όπως υπάρχουν και σήμερα. Πρώτη
και κύρια ο Δεκαπενταύγουστος, που νηστεύαμε 15 μέρες και ανήμερα σφάζαμε
κοτόπουλα, που ήταν προγραμματισμένο από τον Μάρτη, που γεννιότανε.
Παίρναμε και κρέατα, και μαγειρεύαμε και τρώγαμε εκείνη την μέρα. Μετά, στις 23
του μήνα, είχαν πανηγύρι εδώ, στο δίπλα χωριό, στην Νέα Καρυά. Στις 14
Σεπτεμβρίου είχαμε πανηγύρι στο χωριό μας. Παλιότερα γινόταν του αγίου
Γεωργίου, μετά το γύρισαν του αγίου Δημητρίου. Βέβαια η εκκλησία μας είναι του
αγίου Γεωργίου, αλλά επειδή άγιο Γεώργιο έχει και το Άγιασμα, και δεν είχαμε του
τιμίου Σταυρού, γιορτάζει η εκκλησία μας του τιμίου Σταυρού. Και άγιος Δημήτρης
δεν έμεινε, γιατί γιορτάζει και η εκκλησία της Χρυσούπολης. Μετά γιορτάζαμε κι
άλλες γιορτές, όπως το Άγιο Πνεύμα, που δεν δουλεύαμε, γιατί λέγαμε πως ούτε το
χελιδόνι φωλιά δεν κάνει, τον Προφύτη Ηλία, που πάλι δεν δουλεύαμε...