Τελετουργίες από ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Μπάνιο δεν κάναμε κι αν λουζόμασταν βάζαμε καρφί μέσα στην μπανιέρα. Έρχεται ο χειμώνας την γιορτή του Αγίου Νικολάου και πηγαίναμε και τραγουδούσαμε τα κάλαντα στους κτηνοτρόφους. Από εμάς που είχαμε πρόβατα [πηγαίνουμε στους τσομπάνους και τραγουδούσαμε τους τσομπάνους το τραγούδι. Ερχόντουσαν ύστερα παραμονές Χριστουγέννων. Θυμιάζαμε και βάζαμε το σοφρά κάτω και καθόμασταν όλη η οικογένεια αφού είχαμε βάλει 3 ή 5 είδη φαγητών, νηστήσιμα φυσικά και αφού κάναμε τον σταυρό μας, έπαιρνε ο νοικοκύρης του σπιτιού το θυμιατό και θύμιαζε το τραπέζι. Όσα άτομα ήμασταν στο τραπέζι (σοφρά) τόσες βούκες ψωμί βάζαμε μέσα στο ποτήρι του κρασιού. Θυμιάζαμε πρώτα στο στάβλο αφού είχαμε πρόβατα και αυτό το κάναμε για να είναι γερά. Στο τραπέζι τραγουδούσαμε και περνούσαμε καλά, όμως το πρωί μόλις χτυπούσε η καμπάνα πηγαίναμε στην εκκλησία και τα παιδιά και ανάβαμε ένα κερί.
Ύστερα φεύγουμε από τα Χριστούγεννα και πάμε στην πρωτοχρονιά και η νοικοκυρά άνοιγε την πίτα για να κάνουμε την βασιλόπιτα και βάζαμε μέσα το σημάδι και την κρύβαμε όλοι μαζί. Η νύφη έκανε την πίτα και ο πεθερός ότι χρυσό είχε ας πούμε καμιά αλυσίδα την έβγαζε και τα έδινε στα χέρια της νύφης. Ύστερα είχαμε τα Θεοφάνεια και μετά τα Θεοφάνεια την γιορτή της Αγίας Αθανασίας όπου το χωριό μας όλο γιορτάζει αυτή τη γιορτή και έχουμε και έθιμο για αυτή τη γιορτή.
Εμείς ως Καλαμπακιώτες, τηρώντας την παράδοση των προγόνων ας που καταγόταν από το Κρυόνερο της Ανατολικής Θράκης, κάθε χρόνο στις 18 Ιανουαρίου και ασταμάτητα από το 1922 πραγματοποιούμε το έθιμο του «κουρμπανιού». Σύμφωνα με την παράδοση, κάθε χρόνο, το ξημέρωμα της γιορτής της Αγίας Αθανασίας, ο Θεός έστελνε στο προαύλιο του ναού των Κρυονεριτών ένα ελάφι, το οποίο αφού ξεκουραζόταν θυσιαζόταν νωρίς το πρωί της γιορτής με την ευλογία του ιερέα, από εμάς τους «κουρμπαντζήδες», οι οποίοι το μαγείρευαν και στη συνέχεια το μοίραζαν σε όλους τους κατοίκους. Το φαγητό αυτό ονομάστηκε κουρμπάνι που σημαίνει θυσία. Μια χρονιά που τα χιόνια ήταν πολλά, το ελάφι άργησε να έρθει και οι «κουρμπαντζήδες» θορυβημένοι από την καθυστέρηση, επίσπευσαν τη διαδικασία χωρίς να το αφήσουμε να ξεκουραστεί, όπως το έθιμο απαιτούσε. Έκτοτε το ελάφι δεν ξαναφάνηκε, ίσως γιατί πιστεύαμε εμείς οι Καλαμπακιώτες, ο Θεός θύμωσε μαζί μας επειδή δεν τηρήσαμε τους κανόνες της θυσίας. Από τότε, στη θέση του ελαφιού χρησιμοποιούμε ταύρο ή αγελάδα.
Σήμερα με την αύξηση του πληθυσμού μας στο Καλαμπάκι ένα ζώο δεν φτάνει, για αυτό χρησιμοποιούμε 4 ή και περισσότερα. Το πρωί της παραμονής της γιορτής, στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, το στάρι που συγκεντρώθηκε από τις προσφορές θα μετατραπεί σε πλιγούρι από εμάς τους κουρμπαντζήδες, προκειμένου αυτό να βράσει μαζί με το κρέας.
Το απόγευμα της παραμονής του πανηγυριού τελείται ο Μέγας εσπερινός και πραγματοποιείται η περιφορά της εικόνας. Μόλις το βράδυ πέσει ξεκινάει το γλέντι στις ταβέρνες του Καλαμπακίου με νταούλια και ζουρνάδες. Αργά το βράδυ της 17ης Ιανουαρίου μπαίνει φωτιά στα καζάνια και ξεκινάει το βράσιμο του κρέατος. Η νύχτα είναι μεγάλη, με τσίπουρα, πειράγματα και συνεχή εποπτεία και δουλειά στα καζάνια.
Ανήμερα της γιορτής γίνεται η θεία λειτουργία. Αμέσως μετά όλοι μας γευόμαστε τον πρώτο μεζέ και ένα ποτηράκι τσίπουρο. Στη συνέχεια ξεκινάει ο χορός. Αργά το μεσημέρι αφού έχει ολοκληρωθεί η παρασκευή του κουρμπανιού χτυπούν οι καμπάνες οι οποίες καλούν τον κόσμο όλο να έρθει στο προαύλιό της εκκλησίας για να αρχίσει η διανομή του. Μετά τη διανομή οι κουρμπαντζήδες μαζι με εμάς δηλαδή τους προσκεκλημένους ξεκινάμε το χορό με τη συνοδεία νταουλιών και ζουρνάδων.
Άλλη γιορτή είναι η καλογεροδευτέρα που είναι μια βδομάδα πριν από την Καθαρή Δευτέρα. Πρόκειται για αποκριάτικο δρώμενο με έντονες διονυσιακές καταβολές κατά την οποία εμείς ζητάμε την ευγονία της γης καθώς και η κύρια ασχολία μας είναι η γεωργία. Το πρωί της Δευτέρας στο χωριό μας το Καλαμπάκι συγκεντρώνονται 20 έως 30 παλικάρια που ήταν ανύπαντρα και διαλέγαμε ένα που θα ήταν ο καλόγερος. Στη συνέχεια τον ντύναμε με δέρματα ζώων και στη μέση του είχε κουδούνια προβάτων. Το πρόσωπό του το βάφαμε με στάχτη και στο κεφάλι φορούσε μια κουκούλα από δέρμα ζώου. Στα χέρια του κρατούσε δύο ξύλα, τα ντουκμάκια, απαραίτητα για τη δράση του καλόγερου. Οι συνοδοί του ήταν ντυμένοι με ποτούρια, θρακιώτική ενδυμασία του Καλαμπακίου. Στην παρέα υπήρχε και κάποιος που ήταν ντυμένος τσιγγάνα. Στη συνέχεια πήγαιναν σε κάθε σπίτι και έκαναν φασαρία. Παράλληλα τους κέρναγαν διάφορους μεζέδες με τσίπουρο ή ούζο. Το απόγευμα πήγαιναν στην πλατεία για να κάνουν το έθιμο της σποράς. Τέλος, το έθιμο γίνεται μέχρι και σήμερα ,ε μεγάλη επιτυχία από εμάς τους Καλαμπακιώτες.