Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

«Παραμονές Χριστουγέννων τα παιδιά γυρνούσαν το χωριό και έλεγαν τα κάλαντα. Τα περισσότερα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα:

Χριστός ’γεννέθεν χαράν ’ς σον κόσμον,
χα καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα.

Χα καλόν παιδίν οψέ ’γεννέθεν,
οψέ ’γεννέθεν, ουρανοστάθεν.
 
Τον εγέννεσεν η Παναΐα,
τον ενέστεσεν Αϊ Παρθένος.

Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάριν
κι εκατήβεν ’ς σο σταυροδρόμιν

Έρπαξαν Ατόν οι χίλ’ Εβραίοι,
οι χίλ’ Εβραίοι και μύριοι Εβραίοι.

Ας ακρεντικά κι ας σην καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολή ’κ’ εφάνθεν.

Ούμπαν έσταξεν, και μύρος έτον,
μύρος έτον και μυρωδία.

 

Το Δωδεκαήμερο τρώγαμε νερόβραστα (για 40 μέρες) φαγητά, πατάτες, φασόλια, φακές και φασολάκια. Την παραμονή των Χριστουγέννων φτιάχνανε λουκουμάδες και τους πασπαλίζανε με ζάχαρη. Το πρωί της Παραμονής τα παιδιά μοίραζαν λουκουμάδες στη γειτονιά. Εκείνη την ημέρα φτιάχναμε πολλά γλυκά, όπως σαραγλί, μπακλαβά, κουραμπιέδες και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς φτιάχναμε και βασιλόπιτα. Πριν ψήσουμε τη βασιλόπιτα την κόβαμε σε σχήμα λουλούδι. Το βράδυ στρώναμε τραπέζι και πάνω βάζαμε όλα τα καλά που είχαμε μαγειρέψει. Η γυναίκα του σπιτιού θύμιαζε το τραπέζι, σταύρωνε τρεις φορές και έκοβε τη βασιλόπιτα. Όταν τελειώναμε το τραπέζι δεν το μαζεύαμε. Αφήναμε αναμμένη τη σόμπα και ξεκλείδωτη την πόρτα. Τα αφήναμε έτσι γιατί πιστεύαμε ότι το βράδυ θα ερχόταν ο Άγιος Βασίλης για να φάει και να ζεσταθεί. Τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά έσπαζε ένα ρόδι στην εξώπορτα. Το απόγευμα της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά έπαιρναν ένα τσουρέκι και το πήγαιναν στη νονά τους και στη μαμή που βοήθησε στη γέννα τους. Τη δεύτερη μέρα της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά του σπιτιού έβαζε τη σκούπα πίσω στην πόρτα.

Όλο το Δωδεκαήμερο δεν πλενόμασταν, ούτε πλέναμε τα ρούχα μας, περιμέναμε να αγιάσουν τα νερά, τα Θεφάνεια. Τα Θεοφάνεια επειδή κατά την Αγία Γραφή κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού έτσι και εμείς βγαίναμε έξω και περιμέναμε να ανοίξουν οι ουρανοί. Την παραμονή των Θεοφανείων κάναμε νηστεία. Ανήμερα, η μαμά πήγαινε να πάρει τον αγιασμό από την εκκλησία. Όταν πήγαινε στο σπίτι, πρώτη της δουλειά ήταν να δώσεις τρεις γουλιές στα παιδιά και να ραντίσει όλο το σπίτι για να φύγουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έκανε και στα χωράφια για να φύγουν τα ζιζάνια της γης και να έχουν καλή σοδειά. 

Τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα των Φώτων:

«Σήμερα τα φώτα και οι  φωτισμοί
Τι’ χαρά μεγάλες και αγιασμοί
Κάτου στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας η Παναγιά».

Τια αποκριές τις συνδυάζαμε με φαγητό, κέφι και τραγούδι. Ήταν καθαρά οικογενειακή γιορτή και συνοδεύονταν με τα καρναβάλια. Όλοι ντυνόμασταν και γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, χορεύαμε, γελούσαμε. Οι πόρτες εκείνες τις μέρες ήταν ανοιχτές. Όλοι όσοι γυρνούσαν στις γειτονιές στο τέλος μαζεύονταν στην πλατεία και γλεντούσαν όλοι μαζί. Την Τσικνοπέμπτη η νοικοκυρά ετοίμαζε φαγητά για να τσικνίσουν. Το βράδυ της Τσικνοπέμπτης μαζεύονταν φιλικές οικογένειες και γλεντούσαν όλες μαζί. Την τελευταία Κυριακή των αποκριών όλοι έμεναν στα σπίτια τους και περίμεναν να έρθουνοι κουμπάροι τους, οι οποίοι έφερναν νηστήσιμα φαγητά μαζί τους. Την Καθαρά Δευτέρα οι άντρες γλεντούσαν στα καφενεία. Οι κοπέλες νήστευαν τρεις ημέρες, την τεταρτη πήγαιναν στην εκκλησία και κοινωνούσαν. Οι μητέρες μαζί με τις κόρες τους ετοίμαζαν το τραπέζι και έτρωγαν μαζί με τους γείτονες.

Για το Πάσχα η προετοιμασία άρχιζε το Σάββατο του Λαζάρου. Στη μνήμη του οι γυναίκες ζύμωναν τα ειδικά κουλούρια, τα λαζαράκια, τα οποία τα χάριζαν στα παιδιά, τα οποία γυρνούσαν στο χωριό και τραγουδούσαν το τραγούδι: 

«Ήρθαν κι ο Λάζαρος

Ήρθαν κι τα Βάϊα».

Οι γυναίκες έδιναν στα παιδιά ένα αυγό, καθώς τα παιδιά τους έλεγαν το τραγούδι:

« Και μεις πολυχρονίσαμε

Και φέτου και του χρόνου

Με τη Λαμπρη τη Πασχαλιά

Με τον καλόν του Λόγου.

Εύγα τώραμ΄να δως’ αυγό

Τα’αυγό μεσ’ το καλάθι».

 

Θυμάμαι που λέγαμε:

Μεγάλη Δευτέρα –μεγάλη μαχαίρα

Μεγάλη Τρίτη – μεγάλη κρίση

Μεγάλη Τετάρτη – μεγάλη ζάλη

Μεγάλη Πέμπτη – σειέται ο ουρανός και πέφτει

Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στη φυλακή

Μεγάλο Σάββατο – ο Χριστός στο θάνατο.

 

Τη Μεγάλη Δευτέρα άρχιζαν οι «καληνυχτίες». Όσοι δεν νήστευαν τη Σαρακοστή νήστευαν τη μεγάλη βδομάδα. Ούτε λάδι τρώγαμε. Τη Μεγάλη Τρίτη περιμέναμε να ακούσουμε το τροπάριο της Κασσιανής. Τη Μεγάλη Τετάρτη γινόταν το ευχέλαιο στην εκκλησία το οποίο μπορούσε να γίνει και στο σπίτι. Ο παπάς ευλογούσε τα αυγά και το ψωμί. Τη Μεγάλη Πέμπτη την  λέγαμε κόκκινη Πέμπτη. Δεν δούλευε κανείς εκείνη τη μέρα. Από το πρωί ξεκινούσαμε το βάψιμο των αυγών και το ζύμωμα της πασχαλιάτικής κουλούρας. Βάζαμε όλη μας την τέχνη για να φουσκώσουν οι κουλούρες και για να τις στολίσουνε. Τα αυγά τα βάφαμε κόκκινα για αυτό και τη λέγαμε κόκκινη Πέμπτη. Για να βάψουμε τα αυγά χρησιμοποιούσαμε διάφορα χόρτα, όπως κρεμμυδόφυλλα και τσουκνίδες. Το πρώτο κόκκινο αυγό το βάζαμε στο εικονοστάσι και το χρησιμοποιούσαμε για το ξεμάτιασμα. Το απόγευμα τα παιδιά έπαιρναν το σταυρό, τον έβαζαν σε ένα δίσκο  με λουλούδια και το γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια και μάζευαν κόκκινα αυγά.

Όταν βάφαμε τα αυγά τραγουδούσαμε:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα

Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται

Σήμερα έβαναν βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι.

Για να κρεμάσουν τον Χριστό των πάντων βασιλέα.

 

Το βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία για να ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Το φαγητό που τρώγαμε ήταν νερόβραστη φακή με μπόλικο ξύδι.

Τη Μεγάλη Παρασκευή μαζεύαμε όλα τα λουλούδια και πηγαίναμε να στολίσουμε τον επιτάφιο. Όλες οι κοπέλες φορούσαν σκούρα φορέματα για πένθος και ξενυχτούσαν στην εκκλησία για να φυλάξουν το «λείψανο» του Χριστού και να μοιρολογήσουν. Η περιφορά του επιταφίου ήταν πολύ ωραία. Τα παιδιά έψελναν τα εγκώμια και οι μυροφόρες έριχναν τα λουλούδια που είχαν περισσέψει από το στόλισμα του επιτάφιου.

Το Μεγάλο Σάββατο όλος ο κόσμος με ένα κερί στο χέρι πηγαίναμε στην εκκλησία για να πάρουμε το Άγιο Φως και να ακούσουμε το «Χριστός Ανέστη». Όταν ο παπάς έλεγε το ¨Δεύτε λάβετε φως» η εκκλησία άστραφτε από τις λαμπάδες. Μετά μπαίναμε μέσα στην εκκλησία, παρακολουθούσαμε τη λειτουργία και τα ξημερώματα γυρνούσαμε σπίτι για να φάμε μαγειρίτσα και να τσουγγρίσουμε τα αυγά μας. Ο μεγαλύτερος του σπιτιού σταύρωνε με το Άγιο Φως το ανώφλι του σπιτιού και η μαμά άναβε με το Άγιο Φως το καντήλι και προσπαθούσε να μη σβήσει για 40 ημέρες.

Κυριακή του Πάσχα: το γλέντι ξεκινούσε από την πλατεία. Όλοι πιανόμασταν χέρι-χέρι και χορεύαμε μέχρι το βράδυ.

Τον Δεκαπενταύγουστο το καλοκαίρι στο χωριό μας δεν είχαμε πολύ κόσμο, διότι στα γειτονικά χωριά γινόταν χαμός λόγω των πανηγυριών που γινόντουσαν».

(Σταματία Χατζηλαζάρου)


 

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2401
Έτος καταγραφής
2011-12
Επώνυμο
Χατζηλαζάρου
Όνομα
Ειρήνη